.

Monday, October 26, 2015

2344 4.ψ/34φψψβω33 (ώβ)


Ανεβαίνω τις σκάλες. Δεν υπάρχει κανείς, τωρα που ξεκίνησα να ανεβαίνω τις σκάλες. Υπάρχουν τα πόδια μου, ενα αλλο κομάτι άλλου που ξεπήδησε απο το κορμί μου και θέλει να παίξει τώρα με τις σκάλες. Φτάνω στον 1ο σιωπηλά, δεν υπάρχει κανείς που θα με δει, υπάρχει μια πόρτα, υπάρχουν και άλλες σκάλες. Φτάνω στον 2ο για να διαπιστώσω οτι υπάρχουν και άλλες σκάλες. Δεν υπάρχει κατι άλλο σε αυτον τον όροφο, παραμόνο η σιωπή πίσω απο μια θωρακισμένη πόρτα.

Καθομαι εκεί, ενω σβήνει αυτοματα το φως, όπως αυτόματα άναψε, δεν ανοίγει ποτε η πόρτα, δεν αφουγκράζομαι τον παραμικρό ψιθυρο πισω απο αυτην, φυσικά αφου ήρθε το σκοτάδι. Τώρα στο σκοτάδι μπορώ να ακούσω τα πάντα, ομώς δεν υπάρχει κατι που να ακούγεται. Ανεβαίνω τις σκάλες και φτάνω στον 3ο. Κοιτάω το ασανσέρ που η φωτεινή ενδειξη φαναιρώνει οτι κάποιος ήρθε εδώ, κάποιος κατέληξε εδώ και ίσως να τον συναντήσω. Ενα κόκκινο λαμπακι, σαν αυτά τα κοκκινα λαμπάκια, ποιος ξέρει για πόσες ώρες αναμένο; Δεν υπάρχει κανείς ομως, ειμαι σίγουρος γι’αυτο, ,ουτε κάν κάτω απο το βρώμικο χαλάκι, τα πόδια μου διαμαρτύρονται να φυγω στην σκέψη οτι θα τα σκουπήσω εκει και αυτο μπορεί να με οδηγήσει μέσα!

Ανεβαίνω τις σκάλες, μετρώ τους ορόφους στην παλάμη μου και λόγω αυτου προσπερνάω τον όροφο που έχει μια πόρτα και μια κάμερα. Ειμαι στον 5ο ήδη, έφτασα θα πω ή τα πόδια μου φροντίσαν για αυτο θα πω. Σκοτάδι και εδώ, μόνο μια γνώριμη πόρτα μπροστά μου και στην τσέπη τα κλειδιά. Δεν υπάρχει κανείς πίσω απο αυτήν, καθως δικαιωματικά ειμαι ο ιδιοκτήτης και στέκομαι απ’εξω. Χτυπάω το κουδούνι και δεν ανοίγει κανείς. Χτυπώ το κεφάλι μου στον τοίχο και ανοίγει το κεφάλι μου. Πλάκα κάνω, μπαίνω μέσα και παραγγελνω μια pizza.

0 Comments:

Post a Comment

<< Home