.

Saturday, September 15, 2007

Η ενοχή



Σήμερα αναγνώστες μου ,μου ζητήθηκε το εξής παράδοξο. Να σκεφτω οτι σημερα δεν μου ζητηθηκε τιποτα και ετσι θα πεθανει ενας σας. Να μην ασχοληθώ περαιτέρω με αυτο ,απλως να φροντισω να ειμαι ο εαυτος μου. Ετσι αυτος που δεν θα μαθω ποτέ ποιος ειναι θα πεθανει. Σήμερα μου ζητηθηκε κατι παραδοξο. Σημερα εγω ,εγω σημερα θα προσπαθησω να σας εξηγησω τον λόγο που κάποιος απο εσάς πρεπει να πεθανει.

Πάντα ηθελα να σκοτωσω κάποιον καθ' αυτον τον τροπο. Με την αγνοια μου. Να κατανοώ οτι καποιος θα πεθανει διχως να ξερω εντουτοις αν εφταιξα ,τι προηγήθηκε, αν θα με προσκαλεσουν στην κηδεια του. Και αν το κοριτσακι που θα τραγουδησει τον επιτύμβιο θα γινει ερωμενη μου σε καμποσα χρονια. Οταν βγάλει δόντια και ειναι ετοιμη να φάει τα καλυτερα χρόνια της απο περιεργια πλαγιάζωντας πλάι μου. Μαυρο κουστουμι θα φοράω αν προφτάσω. Και απλως θα στεκομαι πανω απ'τον νεκρο σωμα σαν ξενο πνευμα. Την γατα την σκοτωσε η περιεργια. Εγω δεν σταθηκα σήμερα περιεργος. Αρα θα μεινω ζωντανος. Απ'οτι φαινεται.

Αυτος που μου το πρότεινε επέμενε εντατικά σε αυτο. Γκριζομαλης γέροντας στο σωμα ενος παιδιου φανερωθηκε μπροστα μου σήμερα απο το πουθενα. Ψηλος απο μακρυα μα οσο πλησιαζε έμοιαζε με νάνο. Και με βυζια γυναικεία που οι ρόγες ήταν φαγωμένες. Με κρικους σκουλαρίκια γεματα σκουρια ,ξεκαθαρη αποδειξη της εγκαταλειψης στο κορμι του. Απο τις τρυπιες ρόγες ξεχυνονταν αιμα στιφρο που δάκρυα αλμυρά το ξεβγαζαν στον οφαλο. Ο οφαλος πορφυρός και βαθυς ,παραθέριζαν εκει: ο αντιχειρας ,ο δεικτης και η απογοητευση. Στα πλευρά ειχε τατουαζ που ανέγραφε: «Εδω δεν ζει κανεις που μπορεί να ζήσει. Συνήθιζε καποιος να ακροβατει στα στηθη μου μα παραμορφωση έπειτα και εξαφάνιση . Ο ποντικός εραστής. Ο περιεργος γατος που αυτοκτονησε (δεν προφτασε να γατζωθει). Ο αναισθητος αισθητικος αφεντης που κανει μανικιουρ σε αυτον τον γατο. Ο υπαίτιος της οργής να γράψω σαν χθές. Το "ξες", ο φταιχτης και ο εφευρετης που μαζευουνε χωμα. Η χωματερη ,το λαθος ,ο νεκρος τίποτας και ο νεκροθαφτης που σκάβει τάφους με τα χερια .»

Αυτος σταθηκε μπροστα μου και αφου μου εκοψε τον δρομο ομολόγησε :
«Σου φερνω νεα ,ακουσε με προσεκτικα ξένε. Σε αφορουν οπως και να'χει. »

Περασαμε ωρες μαζι με αυτόν. Χάμου καθησα να τον ακουσω. Οκλαδόν σταθμευσαμε λίγο έξω απ΄την οικεία μου. Μα ηταν ενοχλητικος. Στιγμες μου περνουσε απο το μυαλο πως μπορω να τον προσπερασω αν κανω καποιον ελιγμο. Καθως τον ακουγα έκπληκτος. Δεν τον αντεχα περισσοτερο απο οσο μπορω να ανεχτω την δυσπιστία μου οτι τα ονόματα αρχίζουν απο γραμματα και οχι αριθμους. Μου λειπαν η πέντε ,η έξι και η τρία. Ητανε βαρετος και δεν ελεγε τιποτα ξεκαθαρο σαν ολα αυτα τα σημαντικα που συλλογιστικα. Ξεδίπλωσα τα πόδια μου και έκαμα να σηκωθώ. Μα προεβλεπε καθε μου κινηση .Ακομα και οταν επιδιωκα να τρυπωσω κατω απο τα ποδια του τα εφραζε με σβελταδα. Ουτε οταν σφηνωσα μεσ΄το μυαλο του και χάρισα την έγνοια «Λιποθύμα δυστηχε» σταθηκε δυνατον να δραπετευσω. Δεν μ'αφησε και σιγουρα καταληγουμε πως δεν μου ελεγε τιποτα το ανασταλτικο . Αν πρεπει να φτάσουμε καπου ή μπορω να φυγω. Οχι αληθεια με γεγονός που βγαζει νοημα. Οχι αυτο που οταν το ακους αναφωνεις απο θαυμασμο Ω! ορθώνεις τον βραχίονα και προσθετεις: «Ααα να σου πω ομως, ακου και τουτο που μου συνεβη ψές καλέ μου φίλε..». Δεν ομολόγισε τιποτα απο αυτα που εστω γυρνας την πλατη σου και ολιγωρείς. Και ας γινεται ετσι ,υπαρχει ξεκαθαρος λογος να αρνηθεις την συντροφιά. Αφου φορεσεις στα κρυφα ενα μπλουζακι που πισω ειναι έντεχνα σκισμένο. Με τρυπα στο σχημα κλειδαροτρυπας και στην κωλοτσεπη να ξεπροβαίνει επιδεικτικα το κλειδι. Με τα πολλά καταφερα και τον προσπερασα. Αφου βεβαιώθηκα πως ειναι σκόπιμα σιωπηλος και δεν ψιθυρίζει την απαντηση. Σκεπτομενος αν υπάρχει διόλου ερώτηση περασα απο διπλα του ,μέχρι που ζηγωσα αρκετα να δώ αν ανασάνει. Ζωντανο μα συγχρονως νεκρο τον αφουγκράστηκα. Συνεπώς κι' έφυγα. Οχι γιατι μου φανηκε ακατανόητος. Μα αν τον σκιαγραφησω εκτενεστερα προς εσας θα νιώσω ένοχος. Αφου σας πω για αυτα τα στυγνά ματια που με εκοβε, την αγωνία στις σύντονες ανάσες του , την λαχτάρα να γινει απότυπος μέσα απο την συστολη/διαστολη αμνησίας στην στείρα μνήμη μου. Δεν διαφωνησα και ας ηθελα να μεινω μονος εξ'αρχης. Απλώς έφυγα όπως και θα έπρατα. Ανεβηκα τα σκαλια σκεπτομενος νοστιμα σαντουιτς ,τηλεοραση πλάσμα ,αφου φτασω στον 2ο όροφο πλασματικά .Πετώντας αγκαλιά με το ασανσέρ ,συλλογιζόμενος ποσο πολυ μισω τον κατασκευαστη. Την προελευση της λεξης και την μοναξια της αντιστοιχης "ανελκιστηρας". Επρεπε να ασχοληθω και με τα λουλουδια μου . Οπως καθε Σάββατο. Αυτος με ακολουθησε. Το ηξερα οτι ετσι θα γινει ,δεν ειχα λογο να κοιταξω για να το εξακριβώσω. Δεν ήξερα τίποτα περισσοτερο απο αυτα που σας γράφω ,δεν ακουγα καν τα δικα μου βηματα οταν με πλησιασε ξοπίσω. «Καλε μου ανθρωπε» ξεκινουσα να του πω.. Μα με 'κοβε αιφνίδια οσες φορες θελησα να μαθω περισοτερα. «Σκεψου αυτο που σου ζητησα» ,ξεστόμιζε «και θα δικαιοθω. Θα σε καλυψω στο τελος με οποιο τιμημα πρεπει να πληρωσω. Θεωρησε απλα πως ειμαι μια δοκιμασια.Θεωρησε πως ειμαι εσυ και εισαι εγω. Σου φερνω κακα μαντατα ,αυτο το δέχομαι. Μα συλλογισου μια στιγμη πριν με αποριψεις.»

Εφτασε το απογευμα αργοπορημένο. Ανοιξαν οι πόρτες απο ενα γκρίζο μιτσουμπίσι και κάτι τύποι μαυροφορεμενοι το πετάξαν βάναυσα στην αυλη μου. Θα σουρουπωνε σε λιγο. Ητανε η ωρα που κλάδεβα τα ντάτουρα μου οπως και κάθε Σάββατο. Παράλληλα φυτευα μεσα στο χωμα οτι θυσιασα για να γινουν αυτα πιο ομορφα και δυνατα. Εγω ποτε δεν ενιωσα ετσι, μοναχά ιδρωμένος. Και αυτο τον κρύο ιδρώτα που μ'ελουζε την νυχτιά τον φύλαγα να τα ποτίσω την αυγή τα αγαπημένα μου .Τα λαθη μου ,τα μαραμενα φυλα στα ανθη τους,την αδυναμια στην φυση να επιβιωσει απο μονη της. Τούφες απ'την κατάλευκη κομη μου για λιπασμα χάριζα. Πιο άσπρα να γίνουν τα άνθη απ'οτι ορίζει το λευκό. Ποτε δυνατος δεν ενιωσα ποτε ομορφος σαν αυτο το λουλούδι γόνο μου. Ηταν η ωρα που τ' ανέβαζα όσο πιο ψηλά γινόταν γιατι θέλαν τον αγέρα να τ'αρμενίσει. Και μου αρεσει ετσι οπως μπερδεύονται τα φύλλα τους. Το ξυραφι μου φροντιζω να ειναι κοφτερο, ειμαι άξιος κηπουρος ,ο ανεμος ειναι σύντροφος και όχι απειλή. Δεν φοβαμαι μηπως πιάσει ο Βαρδάρης και κατα λαθος κοψω το φυτο απο την ριζα. Μονο για τ'ανθύλλια μου το ακονιζω ,το τροχιζω ολημερις. Δεν εχω γενια στο προσωπο να ξυραφίσω, απαλο ειναι διαρκώς σαν υφασμα λινο. Και οι γαμπες μου θυμιζουν παιδιου ως προς το τριχωμα , καμοια αφορμη να τις ξυρισω. Δεν κανω λαθη με τα ανθη μου. Δεν κανω λαθη με οτι επιθυμω να φροντιζω γιατι δεν μου ζητηθηκε. Τον 13ο αποφάσισα να χτίσω. Θα ανέβαινα λοιπον εκεί ψηλά.
Φυσουσε υπερβολικά για Σάββατο. Στο ένα χέρι τα ντάτουρα και στ' άλλο αγκαλιά με το μυστρί έχτιζα με μαεστρία σκαλοπάτια. Και εκει αυτος με ακολουθησε. Οχι με τον τροπο που ανεβαινα εγω ,σαν ταπινος μάστορας που φρόντιζε τον πύργο του. Αβρά αναπηδούσα στα σκαλια προσεκτικά μην τα τσαλακόσω. Το πέλμα μου βαρύσωμο φώλιαζε στο φρέσκο τσιμέντο και ανηφόριζα. Οχι ετσι. Μα σαν παρασιτο ,σαν διαρηκτης της στιγμης μου. Απρόσεκτος ,σίγουρα απρόσιτος. Και αυτο ομολογω με εξοργισε. «Ανθρωπε μου!» ,του ξαναφωναξα με περισοτερη σιγουρια. «Καλε μου ανθρωπε ,δεν βλεπεις; » Και δεν απαντουσε αυτος. Μονο σκαρφαλωνε. Απο τις σκαλες εγω ,απο τα καγκελα εκεινος ,τον ενιωθα να απαιτεί τον συναγωνισμο,να προφτάσει πρωτος σε καθε οροφο που σήκωνα. Ετσι οπως ηταν κρεμασμενος απο τα καγκελα και φλερταρε το ύψος. Μονο μουγκρητα εβγαζε. Ισως και να ζητουσε κατι απο εμενα μα σας ειπα. Φυσουσε υπερβολικά, ηταν ακατορθωτο να τον ακουσω. Θαρρω πως κατι ανεπαίσθητο θα πέρασε απ'τα αυτια μου μα μεχρι τον 8ο όροφο και ως εκει. Έπειτα έπαψε. Ηταν δύσκολο ακομα και να τον εξετάσω έτσι οπως ο αγερας μαστίγωνε τα ματια. Φτάνωντας στον 13ο με περίμενε. Τυλιγμένος σαν χταπόδι απο τις σιδεριές για να μην γκρεμοτσακιστει ,με καλωσόρισε με την σιωπή του. Ψελλίζε άρρυθμες φρασεις σαν να ικέτευε για βοηθεια μα αδιανόητο να ακουστει. «Ανθρωπε μου» ,του ξαναειπα , «θα πεσεις κατέβα επιτέλους. Τουλαχιστον πες μου το ονομα σου ,κάντο αυτο και έλα κόντα μου. Στάσου μια στιγμή να ξαποστάσεις και έπειτα συνεχίζουμε. Αφού μου πείς το όνομα σου πρώτα.» Μουγκριζε , συνεχιζε να μουγκριζει μοναχά. Και ξάφνου επεσε. Αφού ζύγωσα να τον βοηθήσω τούτα μου αποκάλυψε και χάθηκε: «Στο ειπα οτι δεν θα σου ζητηθει τιποτα. Σου χρεωνω τον θανατο μου. Και την ευγνωμοσυνη συναμα που δεν μ'ακουσες. Η ενοχή.»

4 Comments:

Blogger alicia said...

σου χρεωνω το θανατο μου..
το εγραψα καπου κι εγω αυτο σημερα.
δεν καταλαβα πολλα. 'η μπορει και να καταλαβα αλλα να μην το εχω συνειδητοποιησει. τεσπα
κουρασμενες καληνυχτες.θα ξαναερθω

September 16, 2007 at 2:18 AM  
Blogger Talisker said...

Η ενοχή Sal μου,
είναι η πρώτη ένοχη για οσα κανουμε στον εαυτο μας ..
κι αυτο το τοσο διφορουμενο κειμενο..
δεν ξερω αν ενοχοποιει την ενοχή...
ή αθωωνει τη φωνη ..
που δεν μπορουσε καν να φωναξει



και μουγκριζε...

September 18, 2007 at 12:24 AM  
Blogger dada said...

τί πιο ένοχο από το ένοχο κιόλας όταν η αθώα επίκληση στην ακοή μιάς φωνής που έμεινε μετέωρη πάνω από το παγωμένο χάσμα του εντός σου κενό εύκολη σιωπή όταν κιόλας διστάζεις νά καταδείξεις τόν ένοχο σκύλος που νυστάζει

September 19, 2007 at 6:10 PM  
Anonymous H ORA THS KRISIS said...

η ΕΝΟΧΗ ΠΕΦΤΕΙ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΚΕΦΑΛΙΑ ΟΣΩΝ ΑΓΝΟΟΥΝ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ...
Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ...
ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΛΙΑΚΟΠΟΥΛΟΥ.
ΜΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΑΚΕΤΟ, ΔΩΡΟ Ο ΥΠΕΡΤΟΜΟΣ¨" ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΖΟΥΝ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ"..
έχω πληροφορίες από την ΕΥΠ ότι ο σαλβαντορ είναι ένας από αυτούς..καταλαβαίνεται τι εννοω..γι αυτο μπορει να σκοτωνει με τη σκεψη..
ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΘΕΙΤΕ ΑΠΟ ΤΟ ΜΠΛΟΚ ΟΣΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙΡΟΣ ΠΡΙΝ ΣΤΕΙΛΕΙ ΤΑ ΘΑΤΗΦΟΡΑ ΤΗΛΕΠΑΘΗΤΙΚΑ ΒΕΛΗ ΤΟΥ ΠΑΝΩ ΣΑΣ
(εχω φοραω καπελο απο αλουμινοχαρτο και μπορω ακομη να σωθω,αν εχετε φτιαξτε κι εσεις και φορεστε τα την ώρα που μπαινετε σε αυτο το μπλογκ ..ΜΟΝΟ ΕΤΣΙ ΘΑ ΣΩΘΕΙΤΕ!!)

September 23, 2007 at 7:20 PM  

Post a Comment

<< Home