.

Saturday, June 13, 2009

Καλο χειμώνα

Καλό καλοκαίρι


σκατόπολη δεν σε αντέχω ούτε λεπτό.
don't wait for me.

Saturday, May 09, 2009

enteka

h tourkala na poume sto ubahn me thn roz mpourka me gkavlone ala ego kratiomun. mousoulmaniko gamisi oneiro. eixe pente lepta na er8ei to treno kai koitusame kai tetoia kaname. meta anebikame sto bagoni, ego souromenos, anoiksame tin idia porta kai mono koitomiastan ksana kai meta gia ligo. katevika stin hermanplatz protos. meta h isos prin se ena domatio kapoioi pernan lsd ala ntaksei na sas po oxi narkomaneis xontroi, kati tetoioi pou den tous pianei tipota kai ta dokimazyn. nearoi. ego otan imoun neos gamusa poly xoris na oneirevome kai epina amstel kai meta heineken. nomizo oti h zoh einai poly asteia gia na grafo aidies, as poume tora kati den einai sovaro. isos giati epestrepsa kai sto diplano domatio yparxei mia federika poy tin filusa to vrady kai gustare ala afto mu fenete san xronia prin. tin proth fora poy tin sinantisa se afto to spiti imastan stin kouzina kai ksafnika mas epiase amixania giati fygan oloi kai moiname emeis. akougotan to roloi, o ktypos kai eipa0000 afto to roloi (sta egklezika) xanei ena milisecond ston ktypo ara xanei 60 milisecond sto defterolepto, ara xanei ena defterolepto sto defterolepto.... kai kai kai ...den ksero giati arxisa na tis leo gia ton xrono kai tin ekana na poume na me pistepsei. isos giati mporo na ziso kalitera, genimenos ksana apàto tipota na sapiso sto tipota... na ksanagino ena tipota. eimai ego aftos pou eimai. eklepsa ena podilato, ena kounoupidi kai simera apo to lidl pou plirosa tin vodka, eklepa ena aposmitiko.

Sunday, April 05, 2009

ο sigυr*os υπηρέτης



Ο υπηρέτης μου, μου λέει αρκετά! του λέω πως είναι δυνατόν;
Ετοιμάζει τα πράγματα του, και μονο, μονολογεί πως θέλει να φύγει!
Αρκετά! ανέχτηκα... ειναι τα λόγια του, μονο αυτα.
Αρκετα... απο τα δικα σου! ειναι τα δικα του, τα τελευταια λογια που ακουω.
Να θέλει αυξηση; Να τον ταλαιπωρησα σιγά σιγά και να μην το κατάλαβα;
Φευγει και με ολες τις βαλιτσες και χωρις κατι που δεν θα ειναι δικο του.
Φευγει χωρις να κλεψει τιποτα δικο μου, με τα λιγα του, αποχωρει οπως ήρθε.
Να... ήδη κατέβηκε τις σκάλες και μου δείνει το κλειδί.
Φευγει ο υπηρέτης μου αμέσως τώρα, και δεν με κοιτάζει στα μάτια.
Και την πορτα την βροντάει δεν την αφηνει μισανοιχτη για να τον κυνηγησω.
Νευριασμένος, οργισμένος θα πω ... μα γιατι, και απο τί;
Ειναι φανερο πως δεν θα θελησει να γυρισει ποτε ξανα πισω.
Ειναι ξεκαθαρο πως δεν θα βγάλει σε τίποτα αν τρεξω εγω απο πισω του.
Να του πω τι, μετα απο αυτο, τι άλλο θα τον κανει να αλλαξει γνωμη;
Δεν καθησε ουτε στιγμή, να διαπραγματευτει.

Σε κάθε περίπτωση, ειναι η περίπτωση του ανθρώπου που σε παρατάει.
Για σένα είναι απόβραδο, γι΄ αυτον είναι καλη-μέρα.

Friday, March 06, 2009

Η πόλη των χαμένων.




Ειμαστε δυο υπαλληλοι στον τόπο μας,
και εχουμε την δυναμη για αποφασεις.
Η πόλη μας είναι ακρως αυστηρη στους νόμους
και εμεις οι δυο εφαρμοζουμε την τάξη.
Ο ενας ειναι υπευθυνος για το καλό,
και ο δευτερος να επικρίνει το κακό.
Αξιολογουμε ποιος έχει την χάρη,
γιατι αυτη η πόλη που ζούμε ειναι στολίδι,
και πρεπει να διατηρηθει για παντα ως σύμβολο ξεχωριστό.
Υπάρχει και ένας τρίτος που συχνά μένει ουδέτερος.
Αλλα και αν είχε την δύναμη, ποτε δεν είχε την θέληση.
Αυτος είναι ο σκοπός, και ο σκοπος μας ειναι ιερος.

Ενας καλος ανθρωπος της τέχνης, μια μέρα
μας πλησιάζει στον χώρο μας.
Περιμένει απο εμάς να τον κρίνουμε,
διστακτικά περνάει το κατώφλι,
ερχομενος μας φέρνει γλυκά και λιχουδιές,
μυρίζει αρώματα και ευωδιές,
και στάζουν τα λόγια του απο σιροπια και ευγένειες.
Υποστηρίζει πως ειναι κακος καλλιτέχνης,
μα και αυτο το λέει μεσα απ΄την καρδιά του.
Τον μελετάμε, ειναι δουλειά του πρωτου και ειμαστε ευδεμων,
που μας απαλλασει απ΄τον κοπο,
κραταει τις ισσοροπιες, σοφός που είναι.
Τον εμπιστευόμαστε για αυτο, τον εγγρίνει ο δευτερος,
πρωτος για εμάς.

Ενας ανθρωπος που ειναι πραγματικα καλος, λεει
πως ειναι καλλιτέχνης κακος.
Αυτη ειναι μια περιπτωση που πραγματικά αξιζει την προσοχη μας.
και εκφραζεται ασχημα, ετσι υποστηρίζει,
μα μεσα απο την καλοσυνη του!
το βασικότερο, το βασικότερο φροντισε
να μας πει ο υπαλληλος.
Τον συμπονούμε που ειναι καλος, μας τον προτεινε ο πρωτος.
Κλείνουμε τα μάτια...
Και τον κανουμε μέλος της κοινωνίας μας.
για πάντα θα τον αγαπάμε, θα γινει και ενας καλος καλλιτέχνης
συζητάμε στα σαλόνια καπνίζωντας τα ακριβά μας πούρα
πως αφου του δώσουμε τον χρόνο θα λάμψει.
οπως λαμπρός θα ήταν και ως τραγουδιστής μουγκος,
να πρεσβευσει την μικρή μας μπάντα στο καπηλειό
ή ακροατής κουφός,
να εκτιμήσει ποια φωνή αναμεσα στο πληθος είναι αληθινα ζεστή
μα και ιχνυλάτης τυφλός,
να μας δειξει τον δρομο, θα τον ακολουθούσαμε παντού,
καθως η κριση του πρωτου υπαλληλου ειναι αναμφισβητητη!

Την επομένη, παρουσιάζεται ενας άλλος στην πόλη μας.
Έρχεται απο μακρια, ειναι ενας ξενος, κανεις δεν ξερει τιποτα γι'αυτον.
Σταματάει το αλογο του μπροσ' το δημαρχείο,
και ξεκρεμάει αργά, αργά τις βαλίτσες.
Εκει οι δύο υπάλληλοι ετοιμάζονται να τον υποδεχτούν
και θαρρεις πως ειναι κιολας θυμωμένοι.
Ειναι ξεχωριστος, το νιωθεις απ' τον τροπο που στεκει απεναντι τους.
Λιγομίλητος και καθολου φοβισμένος, τους αντικρύζει στα μάτια.
Ενα προσωπο που ειναι καλλιτέχνης καλος,
αυτο που πάντα ψάχναμε, επιτέλους φανερώθηκε
μα ειναι σιγουρα κακος ανθρωπος!
Ορθωνεται μπροστα τους και μονολογει, μονο μιλαει γι'αυτον.
Παρουσιάζετε μέσα απο τα γραπτά του, τα συνεργα και τα πινέλα.
Απλωνει τους πολυχρωμους καμβάδες με ασέβεια στο γραφείο.
υποστηρίζει πως ετσι εκφραζεται ικανά και,
τιποτα αλλο δεν φανερωνει απ' την ψυχη του.
Και ίσως έτσι να είναι, θα μπορουσε να εχει ενα δικιο ο ξενος.
Μα τον φοβόμαστε, δεν τον θελουμε αναμεσα μας,
και πιο ευκολο θα γινει αν τον διωξουμε,
υποστηριζωντας πως ειναι κακος σε αυτο που κάνει.
ακομα και σιωπώντας έναντι στο έργο του,
κοιτωντας το με περιφρονηση.
Ο δευτερος υπάλληλος μας προτρέπει αυτο να πραξουμε.
Πιο ευκολα θα τον κανουμε να πονεσει ετσι, μας εξηγει.
πιο γρηγορα θα φυγει απο τα πόδια μας, θα ξεκουμπηστεί μια για πάντα.
"αν τον ταπεινώσουμε με αυτο που πραγματικα αγαπαει"
Λέει ο δευτερος υπαλληλος της πόλης
και συμφωνεί ομόφωνα ο πρώτος
Μα ο τρίτος, ο ουδέτερος, να που πεταγεται, και αναφωνεί!
"Αφου ειναι ενας ανθρωπος τοσο κακός,
πως ειναι δυνατον να αγαπάει, έστω και το εργο του;"
Κανεις δεν απαντά, μονο προχωραν οι διαδικασιες
και η σιγή για όσο κρατήσουν.
Στην θεση του βαζουμε τον καλο ανθρωπο να μας εκπροσωπήσει.
Του δίνουμε τα πινέλα του άλλου, την αγαπημένη του γραφίδα
και απλα περιμένουμε πότε θα εργαστεί.
Φροντιζει για αυτο ο πρωτος και επικροτεί ξεκάθαρα ο δευτερος,
σηκώνει τα χέρια ψιλά ο τρίτος,
και την επόμενη κιολας μέρα,
τον χρίζουμε έξοχο καλλιτέχνη.

Αδιαφορώντας για το αν εκφράζεται σωστά ή όχι.
Και ποτε μην ξέρωντας αν ο καλός ανθρωπος
θα καταφέρει να μεγαλουργήσει.
ή ο κακος που καταχωνιάσαμε,
ήταν πράγματι εξαίρετος ως καλλιτέχνης.

1280x1024

Υπαρχει ενα σπίτι που με γυρίζει στον δρόμο. Σε μια πολη που οσα και αν ρωτησα, δεν καταφερα να πάω. Διαφορετικες γλωσσες, διαλεκτους, ανθρωποι με στολίδια και καποτε η μοναξια. Συναντησα "ένα" και μετά φτάσαν πολλά.
Εξαπατηση προσωπων που δεν γινεται να χασουν την ομορφια τους. Σουρεάλα, 2200 χιλιόμετρα χωρις μέτρο και σταθμό. Αντάμωσα και ξεχασα να αριθμήσω τα τόσα. Στα πεζοδρομια, ντυμενα με 2009 ρουχα ή με 1960 οργασμους αφου αφαιρεθηκαν. Δίνονται στο τώρα, δωθηκαν τώρα μόλις θα ειναι μια αποδειξη. Δώθηκαν γιατι το είδα με τα μάτια μου, θα ειναι κατι που γενναει την αμφιβολία. Αληθεια, μόλις κάτι απο αυτα θα είναι γεγονός, γιατι σας το λέω. Τωρα και ξανα εσενα που βλεπω παντα θα ξέρω. Ομοίως η επαναληψη.
Καλοθρεμενα στηθη που δεν θα χασουν την λάμψη τους. Τα ανανεώνουμε, ποτε δεν υπάρχει τέλος. Μας συντηρούν. Νικάνε τα γαλάζια μάτια μας! Τωρα ναι, αλλα για ποσο θα υπάρχουν τα χρώματα, τα σχήματα; Θα ορθωθει ενα βυζι ή ενα μουνί ή ενας πούτσος που συμβολίζει την δύναμη μέσα απο μια τετράγωνη και έγχρωμη τηλεόραση. Εγω σου μιλώ.
Ειμαι ενας χοντρός Ασιάτης που του αρέσει η κάναβη. Κοντα απο αυτο το σπίτι, λίγο πριν με βγάλει σε εναν δρόμο εγω και τα αδερφια μου. Και διπλα μερικοι θα τρωνε φαστ-φουντ και διπλα μερικοι θα ειναι διπλα μου. Μερικοι σουπερ ήρωες πεταμένοι, οχι μακρυα μου.
Περπατάω για ώρες μέσα σ'ενα σπίτι που θα με γυρίσει στον δρόμο. Η Σωτηρία είναι πουτάνα ας πούμε. Ισως ενας ιδιος που βαφτιστηκε διαφορετικος. Ισως ενας ιδιωτης απο εδω και απο εκει καμουφλαρισμένος σε γείτονα. Ενας Β' μπλεγμένος σε Γ' καθοδηγουμενοι απ΄τον Α' με ενα αμαξι 1200 κυβικών χωρις να βιαζονται διασχίζουν την εθνική. Χαλαρά αυτο γίνεται τώρα. Ειναι η Σωτηρία θα πούμε. Ή θα πούμε, είναι τρείς.
Αυτη η νυχτα τελειωνει, οπως τελειωνει το αδιεξοδο που υπαρχει ενας φράχτης. Οπως τελειωνει ενα τοσο μπερδεμενο πιατο γεματο μακαρονια. Η περιστροφή του πιρουνιού γενάει τοσες απορίες. Το πιρούνι οστόσο όχι, εξηπηρετεί ξεκάθαρα τον σκοπό του.
Θα μπορούσε να είναι μια τσουγκράνα ή ακομα και μια Άννα που με ταΐζει. Και μετά αυτο. Ένα ταπεινό τελος.
Μαγνητης, το συγχρονο σπιτι. Η ηλεκτρική κουζινα, εκεινα τα αδεια δωματια με τις ανέσεις. Οι διακόπτες που πραγματικά δεν διακόπτουν τίποτα επι της ουσίας.
Μια φορά πάτησα έναν διακόπτη γιατι εκανε παγωνιά και ζεστάθηκα. Απο τότε καθε χειμώνα, ξέρω, πως έτσι πρέπει να γίνει.
Δυο τηλεοράσεις, σε δύο δωμάτια, δεν είναι αρκετες για να χορτάσεις την ζωή.

Sunday, March 01, 2009

Dogville









Διασχιζω μεσ'την πόλη αυτην την πολη, που δεν ειναι η πολη μου, περπαταω σε αυτους τους δρομους που δεν ειναι οι δρομοι μου, ειναι οι δρόμοι για να περπατησει καποιος άλλος, πιο τολμηρός ή περισσότερο ξένος. Τρεχω καπου να χαθω, μα καταληγω παντα στο ιδιο σημειο, λες και την ξερω απ'εξω και ανακατωτα. Συναντω τους ανθρωπους να κλεβουν αυτοκινητα, ισως και το δικο μου, δεν ενδιαφέρομαι που κλεβουν, ισως και το δικο μου.
Να αγαπιουνται, να γαμιουνται στα σοκακια μου, δεν ενδιαφερομαι, να χτυπανε πρέζα στα σοκάκια, δεν ενδιαφέρομαι, αυτη η πόλη δεν ειναι η πολη που θα ενδιαφερθω.
Διασχιζω αυτην την πολη σαν φαντασμα, αφηνω τα σημαδια μου, αφηνω τα βηματα που δεν ειναι τα βηματα μου, ειναι τα βηματα καποιου αλλου, που εχει οτι κερδισα απο αυτην την πολη, και θελει να ορθωθεί σε αυτην την πολη, εχωντας αυτο που εγω προ καιρού απαρνήθηκα.
Μιλάω κοιτώντας σε αυτην την πόλη τους ανθρωπους και φοβαμαι να τους δω, να τους ρωτησω για αυτην την πολη οπως την βλεπω, σε αυτην την πολη ο φοβος εχει σκεπασει καθε δραση, καθε δραση σκεπάζεται απο ερωτήσεις που δεν θα έρθουν απαντήσεις, ποτέ. Ανοιγω τις πορτες για να τις κλεισω σε λίγο, σε αυτην την πολη, που δεν ειναι δικια μου οπως τότε, καμοια πόρτα δεν είναι ανοιχτή, συναντω ανθρωπους που προσπερνουσα και τωρα θελουν να με προσπερασουν, γιατι να, τους ανηκει η πολη, η πόλη που τους χαρισα.

Saturday, February 21, 2009

6948 x 2


την ρώτησα απλά αν με αγαπάει
της είπα:
"μ'αγαπάς;"
"απάντησε μου τώρα με ένα ναι ή ένα όχι"
και αυτη με κοιταξε προβληματισμένη
σκέφτηκε, διέταξε την σιωπή έπειτα
δεν μπορούσα να ξέρω τι έχει στο μυαλό της
ήμουν σίγουρος πως θα πει όχι
έπειτα με πλησίασε και μου ανακάτεψε τα μαλλιά
"μ'αγαπάς; ξαναρώτησα επίμονα."
και είπε αυτή:
"Ναι, γιατί όχι."

Wednesday, February 18, 2009

Μεγάλη προσφορά!



Στο surealismos.gr κληρωνουμε ενα αυτοκίνητο. Βρείτε το password στην ενότητα literature και μπορεί να είστε ένας απο τους τυχερούς! Ο πιο γρήγορος θα έχει δώρο και το πρώτο φουλάρισμα αξίας 500 χιλιομέτρων!
Βιαστείτε όμως γιατι δεν έχουμε πολλά αυτοκίνητα.

Sunday, February 08, 2009

Τίποτα

Tuesday, January 27, 2009

Παρεξήγηση.


καλα που είμαι αυτος.
κι όταν μετανιωνω,
επαναλαμβάνω:
"ειμαι αυτος... ειμαι αυτος"
και ευτυχως, αυτο μοναχα.


και όταν νεκρος,
θα πω μια φράση:
"ημουν αυτος ..."
και ευτυχως.
δεν έγινα αλλος.


καλα που είμαι αυτος
και όχι λόγου χάρη,
εκείνος ή τα μάτια εκείνου.


και όταν νεκρός
θα πω μοναχα:
"ευτυχως"
θα πω: "ημουν αυτος"


θα νιωσω τυχερος
κι αν όχι έτσι
παλι αυτος θα είμαι
μα ευτυχώς.


δεν θα πω "ζωντανός"
δεν λέω "νεκρός"
δεν θα σκεφτώ "ζεστός"
ή κρυος

θα ξέρω, "είμαι αυτος"


ποια σημασία θα ειχαν ολα τα άλλα
αν ήμουν και εγω ένας άλλος;

Tuesday, January 06, 2009

Ο αναβάτης.


Ιππευω το άλογο μου για ώρες, ήδη βρίσκομαι πολυ μακριά απο κάθε ξεχασμένο σπιτικό. Έφυγα όταν όλα ήταν σκοτεινά δίχως να το πω σε κανέναν. Διπλα σε μια λίμνη σταματάω να το ξεδιψάσω. Ευκαιρία για εμένα να ξαποστάσω λίγες ώρες και να σκεφτώ με καθαρότητα τον προορισμό. Δεν είχα κατα νου να φτάσω κάπου συγκεκριμένα, μοναδική μου φρόνηση ήταν να αποδράσω απ' τις φωνες. Οπως και έπραξα δίχως δευτερη σκέψη.
Ξημερώνει, ο ήλιος ξεπροβάλει δειλά πίσω απ΄την πλαγιά. Η εξοχή φαίνεται γαλήνια αυτην την ώρα, δεν υπάρχει κανείς, σιγουρα κάποιος που θα συναντήσω. Μα εκεί που ετοιμάζομαι να ανέβω στο άλογο, κάτι μου τραβάει την προσοχή ανάμεσα στα δέντρα. Κάποιος κρύβεται, μπορω να τον διακρινω που ειναι κρυμένος και σας λέω οχι μακριά! Με βεβαιότητα κάποιος είναι μεσ'το δάσος. Δεν κινείται καθολου, μονο οι φυλλωσιες γι'αυτον, που τρυπωσε πισω απ'τον κορμό ενος δέντρου. Το άλογο μου στάθηκε και αυτο, δεν χλιμιντρίζει, ουτε σκαλίζει το χώμα με τις οπλές. Συμφωνει με τον αφέντη του στο συμπέρασμα πως κάποιος άλλος υπάρχει ανάμεσα μας και σιγεί. Ελέγχω με δισταγμο, δεν κάνω τίποτα άλλο απο το να παρατηρώ προς το μέρος του, μα κρατώντας απόσταση. Με το ένα χέρι σφίγγω ζεστά τα χαλινάρια και με το άλλο σχεδόν αγγιζω το μαχαίρι μου. Μην ξερωντας οταν θα έρθει σε εμένα αν θα του επιτεθω ή θα το βάλω στα πόδια. Σε καμοιά περίπτωση όμως δεν θα τον καλωσορίσω, μέχρι και να μου εξηγήσει τι συμβαίνει.
Τα τελευταία σημάδια της ημέρας χάνονται αβρά, με τις ηλιαχτίδες που λαμπυρίζουν την υγρασία πάνω στα κλαδιά. Θα κρυφτει και ο ηλιος οπου να΄ναι πίσω απ'τον λόφο και το δάσος θα παραδωθεί για ώρες στο σκοτάδι.
Όμως αυτος παραμένει στο ίδιο σημείο δίχως τίποτα να τον απασχολεί. Δεν ανασαινει βαρια σαν να χρειάζεται βοήθεια, παρα μονο το γλυκό αγερακι που ανακατευει τα πεσμένα φύλλα το κάνει γι' αυτον. Μου'ρχεται να φωνάξω μα δεν έχω φωνή, περισσότερο τρόμο. Σιωπώ και περιμένω, μόνο αυτο. Μα αν είναι τραυματισμένος; Θα χρειάζεται την φροντίδα μου. Ή κάτι τρομερό να του έχει συμβεί και γι'αυτο στέκεται τόση ώρα στο ίδιο σημείο ακίνητος; συλλογίζομαι. Ομως οπως και να'χει, θα ειναι ενας ανθρωπος που δεν θελει να αποκαλυφθεί. Με την σιωπη του, με την πονηριά του με εκανε να τον προσέξω, αλλα ως εκεί. Ακομα κι έτσι, δεν ήταν αρκετο να ενδιαφερθώ.
Σέλωσα το αλογο μου σφικτά γιατι η συνεχεια της διαδρομής φάνταζε ατελειωτη. Πραγματικά δεν ήξερα τι με περιμενε έπειτα. Δεν κοίταξα πίσω, να δω αν τελικά φανερώθηκε. Τον ξεχασα όπως ξεχνάς έναν φωνακλά. Μέχρι που χάθηκα ξανα, ιππευοντας αγέρωχα μεσα στην νύχτα.

Monday, January 05, 2009

Ενα βραδυ με τον Δον στις Συρακούσες



Ενα ανεξηγητο ονειρο για τον πλοηγό.
Αεναως μετα την εκτέλεση ακολουθει η περιγραφή. Μπρος στέκει ο θρος και φλόγα. Συρμος υπο τον κατασκευασμο της πτώσης. Αερινο πλανου ακυβέρνητης αμαξας. Ό κόμης χαμογελάει με οίστρο. Ο ωχού και ο γκρού στον λάρυγκα μου ηρεμούν. Και τα βήματα παραέξω τα σέρνει πανταλόνι. Σε ενα κάστρο απο εξω παραμένει ενας ταξιτζης. Είναι θορυβος αυτο που αντιγράφει την φωνη ή την στιγμή. Έτσι οπως κλείνει το στόμα απ΄οτι φαίνεται. Πατημασιές ανοίγουν τον επίλογο. Χωρίς λόγο, χωρίς. Ο διαδρομός πιο άγονος απο ένα αδειο βάζο για λουλούδια. Ωστόσο, οσο κάτι το διαφορετικό. Οι ξυλινες σκάλες είναι σκαλοπάτια. Χωρις λόγο, όπως όλα. Ας ισοροπήσουν δύο που ορκιστήκαν να μην. Ας αγκίξουν οι άλλοι τον έναν. Ειμαστε σε μια κρεβατοκάμαρα μικροί. Κοιτάμε αποσβολωμένοι όσο έχουμε ακομα μάτια. Αναγνωρίζουμε όσο έχουμε ακόμα κρίση. Απουσια ολων αυτων που δεν ειναι εδω. Απουσιάζουν οπως δεν ξεκινησαν ποτε να ερθουν. Βρεθηκαν μεταξυ τους και καπου αλλου. Στειλαν μυνήματα sms. Παραδώσαν την τύχη τους στην τύχη. Τους συλλάβαν έπειτα απο σχέδιο. Ο ενας βλέπει στην τηλεόραση τον άλλον μεσα απο μια τηλεόραση σε ενα κελί. Ο άλλος κατασκευάζει απαραβίαστες εκδοχές της εγκατάλειψης. Και οι δύο όμως θα είναι νεκροί. Πρωτα ο αγωνιστής. Επειτα δεν ξέρω. Τίτλοι τέλους μάλλον. Μια τηλεόαση που σου καίει τα μάτια.

Δεν υπάρχει ασύρματος έλεγχος. Μόνο εικονική επαφή. Θα αγαπήσω οτι πιο ψευτικο απ'το ίντερνετ. Ως προς όλος πλεγματα απο καλο ιωδιο. Ειρμούς απο αλληλουχία των συν. Θα βαφτώ απο ιστορίες αλλωνών. Ματωμένη θάλασσα οκτώ παρα τέταρτο μποφόρ. Πρωινό χωρις τον ήλιο και ξαναηρθε με τα εξης:

Ιστορία απ'τα παλιά που μου είπε ο Ζορό:
Σάλος στο σαλούν, ένας έξαλος καουμπόης μελαγχολεί. Θα τον γλυκίνει η μουσική και θα είναι απαλή. Παει ο παλιός, ο χρόνος. Φρόντισε. Χτυπος και ανασκελα περα ενας αστικός. Θα το κοιτάξω και αυτο. Ο Ω ξαπλα, ο Ω θα πούμε ξαπλωμενος. Φρόντισε ο χρόνος. Με αυτο συμφώνησε και ο Δον. Παει ο παλιός ο χρόνος και κανείς δεν ξέρει κατα πού. Κοπηλατούσε απλως και μετά θα σταματήσουμε να ψάχνουμε την αιτία .Γιατι έτσι του κατέβηκε. Γιατί έτσι θέλησε εμας να μην μας αφορά. Απλώς είχε λόξα. Πισω και τα μαζι αν όχι η λόξα. Τώρα χορευει Ταγκο με ενα καγκουρο στον παράδεισο. Και μαζι σας. Ενα λιβάδι. Και μαζι μας. Ναι το δίκιο οταν μου ζηταει κάτι όχι. Ναι το δικιο οταν μου ζηταει κάτι και όχι. Κατι άλλο σκεφτομουν ειναι ολοφάνερο. Αλλα ναι θα συμφωνησω μαζι μου ιστορικά. Στα Ισπανικά οπως ενας ταυρος που θα προτιμούσε να τρώει την χλόη. Στα Ελληνικά οπως ο γάιδαρος της φωτογραφίας. Δεν έχω τι να γράψω, φανερά. Ούτε τι να κοιτάξω ορθά, μου είπε ο Δον. Συμφωνώ κατοπιν βολής. Αλλα όχι αλλιώς αφου με σημαδευει. Κιχώτης μου συστήθηκε και δεν τον ξαναείδα.

Ποιος καταδέχεται την λόξα; Ενα δίκιο σε ολη την αδικία υποθετικά. Απλως αργοπεθαινουμαι. Με τις μυξες μας. Με τις ασθένειες και τα πλουτη.

ήρθε η στιγμή και είμαστε ταμένοι
θα πληρώσουμε το ιδιο λάθος
που κάναμε να είμαστε όμορφοι
αντικειμενικά εμεις
εμεις και τα ρούχα μας
τα στολίδια
και ολα τα αντικειμενα.

Friday, November 28, 2008

Βάρος



Είμαι ενας ανθρωπος. Αυτη η καρέκλα που καθόμαι με ανακουφίζει ομως τρίζει. Αληθινά δεν ακούω τίποτα το σοβαρό μα να σας πω το παρατήρησα εχθες. Μόνον αυτον τον αόριστο ήχο που φευγαλέα μου γρατζουνάει τα αυτιά. Ειναι όμως αρκετό για να με ανυσηχει. Αυτο καμοια φορά με κάνει και να στεναχωριέμαι. Οπως είναι Δευτέρα ή ξημερώματα Τετάρτης τον ακουω. Είμαι ενας ανθρωπος που κάτι τον ανυσηχει. Σήμερα είναι Πεμπτη και συμβαινει το ίδιο. Ξημερώνει και ενω όλα φαινονται γαλήνια πίσω απ'΄το παραθυρο, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ λόγο αυτου. Κοιτιέμαι στον καθρέφτη, αναζητώ την ζυγαριά μεσ'΄το σπίτι και την ξεθάβω απ΄το πατάρι. Στέκομαι μπροστα της για ώρες και απο πίσω της και περιμετρικά στριφογυρίζω μεχρι να ανέβω. Ανάλαφρα ακολουθώ το σκαλί που με αριθμει, τοποθετώ εκεί το πρωτο μου πόδι και ξανακοιτάω με κλεφτές ματιές τον καθρέφτη. Το υπόλοιπο στο σώμα μου το σκέφτεται που θα καταλήξει. Είμαι ενας ανθρωπος. Παραδίνομαι ολόκληρος με δισταγμό, το κορμί μου είναι αρκετό για να το προγραμματισει το ζύγι. Αναμονή και όχι κάτι απο αυτα που σκέφτομαι.Τα ίδια κυβικά οπως και χθες, ισως και κάποια περισοτερα μαζί με την ανασφάλεια . Αυτο είναι κακό όπως κατι κακο που είναι ανθρώπινο. Είμαι ενας ανθρωπος βαρύς. Βγάζω τα ρούχα μου και περιφέρομαι στο σπίτι ανησυχος. Κοιτώ στο βάθος του δωματιου την καρέκλα που είναι ταμένη στο παραθυρο. Κοιτώ τον καθρέφτη που είναι στραμένος προς το σπίτι, ξανα ανεβαίνω την ζυγαριά με ενα σάλτο. Βλέπω τον εαυτο μου που ειναι ενας ανθρωπος και του τοποθέτησα δυο πόδια. Πραγματι, δεν έχει αλλάξει τίποτα, αρκει να το πιστέψω. Απόψε το βράδυ δεν θα φάω τίποτα χορταστικό. Χαζευω τον καθρέφτη ξανά αφου περάσουν τα λεπτά και τα άλλα. Τα μαλλιά μου με βαραίνουν και έτσι αποφασιζω να τα κόψω. Παιρνω το ψαλίδι αφου ανάψω ένα τσιγάρο και αρχίζω σχολαστικά την κόμη μπρος στον καθρέφτη. Πεφτουν οι τρίχες ατακτα στα πόδια μου και η στάχτη και εγω μόνο ξανασαίνω ικανά. Χτυπάει το τηλέφωνο μα δεν απαντώ σε αυτον που κτυπάει. Μόνο βγάζω τον καπνό και κάνω κύκλους. Δεν νομίζω οτι κάποιος θέλει να αντικρήσει τα καινούρια μου μαλλιά.

Τελείωσα και δεν μου πήρε πολύ η δυσκολη διαδικασια. Ξανα ανεβαίνω στην ζυγαριά επειτα απο διαστημα μια ώρας που με υπηρετούσε η σκέψη. Είμαι ενας ανθρωπος σκεφτόμουν και ειλικρινά ήμουν αβέβαιος. Η ζυγαριά καρφώνεται ξανά στο ίδιο νούμερο. Χοροπηδώ και ανακατέβω τα νούμερα μα δεν υπάρχει η μουσική. Ταλαντευεται ο δεικτής και επειτα απο καποια στιγμή καταλήγει στο ιδιο συμπερασμα. Εκατον-Εντεκα ακριβώς. Μα πως μα να μην ειναι αδύνατον; Κοιτιεμαι στον καθρέφτη πάλι. Βραδυάζει. Θρονιάζομαι στην καρέκλα σκεπτικός. Νομίζω πως δεν χωράω σε αυτο το παράθυρο μα το σκέφτομαι. Είμαι ενας ανθρωπος και έχω ενα υπνοδωμάτιο. Κοιτώ εξω απο αυτο και πιο πολυ τα πόδια μου αγγιζουν την πραγματικότητα που είναι απλωμένα στον εξώστη. Πέρνω το ψαλίδι και τα αφαιρώ το ένα προς ένα. Πλέον δεν έχω πόδια και ίσως να μην ξανασηκωθώ. Βλέπω κάποιον που κατευθυνεται προς την αυλή μου περπατώντας. Ακουω τα βήματα του που πατάνε τα φυτά μου. Φαντάζομαι τον ήχο της πόρτας αν θα θελησει να την χτυπησει. Φανταζομαι την αισθηση της παλάμης του αν θα θελήσει να σφηξει την δικια μου αφου μου χτυπήσει την πόρτα αφου μου έχει πατησει τα φυτα. Έχω ακόμα δάχτυλα τα κράτησα για φυλαχτό. Φαντάζομαι τι κρατουσε πριν με αυτο το χέρι. Ίσως και ένα απο τα πιο όμορφα λουλούδια του κήπου μου. Λίγο πριν σκεφτεί να με επισκεφτεί. Αυτο το βάρος εξαφανίζει την ψευδαισθηση οτι κάποιος θα έρθει και ίσως αργίσω να τον υποδεχτώ. Τον επεξεργάστηκα πολυ, ήδη. Ομως οπως και τίποτα. Κάποιος θα ερχόταν έστω και να μου πιει το αίμα. Βάζω επιδεσμούς/δένω τα πόδια μου και σταματώ την αιμοραγία.

Ουδέν θόρυβος σε αυτο το σπίτι και νιώθω το ίδιο βαρύς απο την μοναξιά και την συγκίνηση, οπως για λίγο πριν που την ονειρευτηκα. Εχω σφραγίσει ολα τα παραθυρα και προσεκτικά παρατηρώ την σιγή στο δωμάτιο. Ενας κάθεται μόνος σε μια καρέκλα και περιμένει τον κτύπο. Τικ Τικ Τικ ακούγεται ο λεπτοδείκτης κολημένος απ'το ρολόι που σταμάτησε τον χρόνο. Σταματησε ο χρόνος. Και λίγο πριν κάνω να σηκωθώ έρποντας να τον ξεκολήσω ακούγεται το τριξιμο στην καρέκλα, ξανά. Τούτος ο ήχος που δεν είναι και το τρομέρο απαριθμει την καρδιά μου! Ξανά και ξανά και ξανά! Ορθώνομαι λειψός και σέρνομαι προς την ζυγαριά. Ψαχουλευω το γρανάζι και την ρυθμίζω πριν απο το μηδέν, να την μπερδεψω. Όμως παρ'ολα αυτα καταλήγει ο δεικτης στον ίδιο αριθμο όπως και πρίν! ΕκατωνΕντεκα και τώρα. Κοιτάω την καρέκλα στο βάθος που κοιτάει προς το παράθυρο. Πλησιάζω να δω αν τώρα μόνη της τρίζει, ομως δεν το κάνει και το ξέρει. Κοιτώ τον καθρέφτη και προσπαθώ να ανακαλύψω τι περιττό υπάρχει στην μορφή μου. Θωρώ τον καθρέφτη οπως ενας ανθρωπος κάνει. Είμαι εγω αυτος που έιμαι και με παρατηρώ. Αυτα τα μάτια που αποτυπώνει ο καθρέφτης με κοιτάνε αποκρουστικά. Ασήκωτα, σιγουρα έχουν πολυ βάρος να σφραγκίσουν σε αυτο το καμπυλωτό και ομορφο αλλωτε προσωπο. Ορθά με βαρένουν, αυτα και οτι εχουνε δεί αυτα. Ουρλιαχτά που ήμουν ενας ανθρωπος. Για λίγο και ας μην έχω πόδια να τρέξω. Και για λίγο η ηρεμία ξανά. Ξανα, ξανά παίρνω το ψαλίδι και με τους αγκωνες αφαιρώ το δεξί μου μάτι. Τρέχει το αίμα στους νώμους μου και στην ποδιά, μονοφθαλμος το κοιτώ μα περισοτερο ουρλιάζω. Ο πόνος σταμάτησε μετά. Εντεκα και Εντεκα ακριβως σταμάτησε ο πόνος και αρχίσαν οι κτύποι. Ο δείκτης κινειται νοητά, αφηνει πίσω του την αποδειξη της εκπνοής και τον τρόμο. Είμαι ακόμα ενας ανθρωπος αν αναρωτιέστε για αυτο.

Ανασαινω με ενα μάτι και ειμαι ενας ανθρωπος που καπνίζει. Τι διαφορετικό; Κοιτάω τον καθρέφτη όχι πονηρά, δεν του κλείνω ματιές. Είναι δύσκολο να εστιάσω με το ένα μου μα θα το συνηθίσω αν έρθει ο καιρός. Ξανά. Σαν έρθει ο καιρός. Ξανά. Αναζητώ την ζυγαριά που βρίσκεται στο ίδιο δωμάτιο μα το ένα μου σκαλώνει Ξανά στον καθρέφτη. Ερπομαι δυσκινητα και καταληγω. Εχω ενα ματι και όχι δύο απ΄τα χέρια μα ειμαι ενας ανθρωπος που κοιτάει τον καθρέφτη. Είμαι ενας ανθρωπος που ξανά κοιτά τον καθρέφτη. Τωρα ίσως λίγο σωστά με φανερώνει, μα θα είμαι και πιο ελαφρύς; Φτάνω στον ζυγό και χτυπάει το τηλέφωνο. Ξανά. Ποιος θα ήθελε να χωρέσει το βλέμα μου; Ποιος είναι αρκετος να καταλάβει την αγκαλια μου; Σιγουρα και δεν απαντώ σε κανέναν. Με ενα γρήγορο "βήμα" διαπιστώνω πως πράγματι έχασα έντεκα απο της μέτρησης. Όμως τώρα τι γίνεται αν σταματήσω που όλα πάνε ανάποδα; Ειμαι πιο ελαφρύς κατα έντεκα και κέρδισα πιο πολλά απο αυτα που έχασα. Ωραία μάτια και αηδίες. Θα την αλλάξω την ζωή μου και αυτο αποφάσισα. Κανενας ανθρωπος αριθμητης ποτε δεν υπήρξε οραματιστής. Ξεκάθαρα τα μάτια μου είναι μια απόδειξη οτι με βαρένουν, έτσι αποφασίζω να αφαιρέσω και το 2ο. Βαρετά. Και το κάνω αμέσως δίχως δισταγμο και με λιγοτερο πονο τουτη την φορα.

Τυφλός πλέον κουτουλάω στους τοίχους, ψηλαφίζω τα αντικείμενα και αναζητώ την ζυγαριά. Ανεβαίνω πάνω σαν σκουλίκι μα δεν μπορώ να ξέρω το ακριβές. Δεν γίνεται να δω τα νούμερα και εστω να νιωσω την ανθρωπινη απιστία. Αυτο με κάνει πιο βαρύ γιατι δεν ξέρω τι βλέπω. Ειμαι ενας ανθρωπος τυφλος και βαρυς ομως χρειάζομαι εναν άλλον. Ευτυχως που δεν έχω έναν σκύλο γιατι θα ήθελε την τροφή του. Μα ποιον να εμπιστευτώ να ερμηνευσει τους αριθμούς; Ποιος μπορει να μου πει το νουμερο που θέλω εγω να δώ ασχετα απο την διαταγή; Μήπως η Σούζη; Ϊσως να προσκαλούσα κάποιον απο τους φίλους της, μα θα μου έλεγε την αλήθεια;. Μαλλον όχι, τοσο καλος που ήταν μαζί και όλοι μαζί. Οστοσο δεν χρειάζομαι την αλήθεια περισσοτερο απο την πίστη. Πρέπει να δικάσω τον ήχο, λίγα μου απομείναν και όχι τα πολλά. Η μόνη αποδειξη ειναι η αφή και σίγουρα η καρέκλα.

Έρπομαι ένα σίχαμα αναζητώντας την μεσ'το σπίτι και επειτα απο ώρες φτάνω στο δωμάτιο με το μεγάλο παράθυρο. Δεν ξέρω αν η καρέκλα είναι ακομα στραμένη προς το παράθυρο, νιωθω μονο το σκοτάδι και αυτο που φαντάζομαι οτι υπάρχει μέσα σε αυτο. Ομως θα ανοιξω τα μάτια αφου πιστέψω σε τουτο που θέλω και ισχυει ακαμπτα ο χρόνος. Ειμαι ενας ανθρωπος που δεν βλέπει μα κλείνει τα μάτια στον χρόνο. Είναι εκει το πουπουλένιο ,αγγιζω μια ανάμνηση, το μαξιλάρι αρα είναι εκει. Η θέση της οπως την ανυσηχησα, αραγε κοιτάει προς το παραθυρο ή στον καθρέφτη; Οπως και να' χει αρκει να κάτσω να αναπαυτώ και παρακαλω ας μην τρίξει. Παρακαλώ ως ανθρωπος που παρακαλεί να μην τρίξει και μόνο αυτο. Παρακαλώ που είμαι ενας ανθρωπος τυφλός και κουτσός να μην γίνει η αδικία. Περναν οι ώρες, και όχι, αφουγκράζομαι καθαρά και τις βλεφαρίδες μου που ανοιγοκλείνουν δειλά. Ακούω τον ήχο που αφήνουν οι κλειδώσεις στα πόδια μου. Ακούω τις πατούσες μου που φωλιάζουν στο χαλί. Και ας μην έχω τίποτα απο τα σταθερά αισθητά. Αφαιρώντας την όραση κορυφώνεται η ακρόαση. Θέλω και να τρέξω τον παλμό, ακομα και να πετάξω το βλέμα. Ενας λόγος παραπάνω για να είμαι σιγουρος οτι αυτη η καρέκλα ακομα τρίζει .Εγγυηση οτι ακομα είμαι ενας ανθρωπος.

Ομως κοιμάμαι σαν το ζωο και ξυπνω, σιωπώ και δεν συμβαίνει τίποτα το ανθρωπινο. Μονο η τυφλα μου που κατευθυνει την όραση καθως περνάν τα χρόνια να σας πω. Μονο η ακινησια μου κατευθυνει την ταχυτητα καθώς περνάν τα χρόνια να σας πώ. Ακουω τα πουλιά και τα παιδιά στην αλανα βλέπω, ο κόσμος όλος φαινεται διαφορετικος με αυτα τα γυμνα μου μάτια. Ξέρω ποιος θα έρθει και ποιος γύρεψε την εκδοχή μου. Ξέρω τι είναι να ειμαι ενας άνθρωπος.

Και μετα... ξαφνικά μια απο τις μέρες που συνηθισα ...η παυση. Μια ουτοπία σαν να ακουστηκε απο το ίδιο το τίποτα. Παγωνει το κορμί μου, θαρρω πως για δευτερόλεπτα έχω την εξήγηση και ας είμαι μισός. Η καρέκλα άξαφνα τρίζει και γι'αυτο είμαι βέβαιος. Δεν τρομάζω μα δεν ξέρω πως είναι το δυνατόν. Ξανά; Σηκωνομαι αποτομα και νιώθω τα χέρια μου υγρά, θαρρω πως εσπασα τον καθρέφτη. Τρόμος και οχι εξηγηση. Ξέρω που βρίσκομαι δεν μου λείπει το αρκετό. Το αίμα θα'ναι κατακόκκινο αν θα υπήρχε κάποιος εδώ να ορίσει το χρώμα. Ομως οχι, περαν απο την αμφιβολία. Να ξέρω τι έμεινε. Αναζητώ με την αφή τον διακόπτη της εξώπορτας και καταλήγω στο μπαλκόνι. Ξεδιπλώνω με ανασφάλεια την ασφάλεια. Εξω στο κενό ως ανθρωπος και όχι ακροβάτης. Αγγίζω τα κάγκελα, το ελαφρυ αγερακι δεν ξέρω τι μου κάνει. Αν είχα πόδια, αν είχα μαλλιά και αν είχα μάτια , ολα αυτα με τον αγέρα θα μπερδευόντουσαν. Τωρα ομως έχω ενα ψέμα και μια διαισθηση οτι δεν έχω τίποτα το αναγνωρισιμο και αυτο βαραίνει την ψυχή μου. Οχι δεν ήμουν ποτε ανθρωπος οπως σας είπα. Λένε πως η ψυχή ζυγίζει κάποια γραμμάρια. Αυτο μόνο έμεινε και θα'μαι πάλι ελαφρύς. Ανθρωπος ελαφρύς θα είμαι. Και πάλι, ξανά. Η πτώση οδηγεί στην ανόρθωση και ο χρόνος καμπυλώνεται όπως οι αριθμοί.

Αντίο Σούζη και βγάλε βόλτα τα σκυλιά.

Saturday, November 08, 2008

ά-tiλT-ο 02


Μου είπε: "Αυτο το συννεφο κρυβει τον ηλιο μα οχι για πολυ". Τυλίχτηκε αυτη στα πόδια μου σαν γάτα δημιούργημα απο τις μυρωδιές και με σιγουριά απάντησα: "Θυμαμαι ακομα πως είναι να μην συμφωνω μαζι σου".
Κατι μπλεχτηκε στην σκονη απο το πατωμα, ξανασηκωθηκε απο το αεράκι και πέταξε εξω απ'το παράθυρο. "Γι'αυτο θα έχεις απόλυτο δίκιο" ολοκλήρωσα. Ακούστηκε αγάλια και με νάζι αμέσως η φωνή της: "Θυμασαι, μα το ξερω και το καταλαβαίνω". Περπάτησε να ανοίξει τις κουρτίνες και στάθηκε εκεί, θα ήταν όμορφη. Μου ειπε: "Εκεινο το συννεφο, αυτο εκεί... το βλεπεις;" και μου εδειξε το ίδιο συννεφο για δευτερη φορά. "Κρύβει τον ήλιο". Συνέχισε λέγοντας: "Κρατα τα ματια σου ανοιχτα. Δώσ'τα μου τουλάχιστον να σου δείξω". Δεν θελω να κοιτάω τον ουρανό χωρίς λόγο, δικαιολογήθηκα. "Ο χρόνος μου είναι σημαντικός και αυτο θα έπρεπε να το ξέρεις. Προτιμώ να κοιτω τα μάτια σου που ειναι το ίδιο γαλάζια και πιο φωτεινά". Χαμογέλασε και τόσο ευκολα μου είπε "Είσαι ακόμα χαζορομάντικούλης, ε;". Ξαναπήρε τον λόγο και αμέσως αποκρίθηκε: "Τι θέλεις να συζητήσουμε τώρα που είμαστε γυμνοί; Θέλεις να πούμε για το πως έχει η πραγματικότητα;" και ακούμπησε ένα απαλό μαξιλάρι γύρω απ'το αιδοίο της. Όχι απο ντροπή, δεν το νομίζω. Συμφώνησα ετεροχρονισμένα και με ασυνέπεια ως εραστής ή συνομιλητης απάντησα "Ναι, ας πούμε για αυτο που πρότεινες μόλις πριν". Μου ειπε: "Κοιτα. Εκεινα τα παπουτσια, κοιτα και και εκεινα τα αδύνατα ποδια", εξηγησε τις διαστασεις. Είναι δικά σου. Συνέχισε λέγοντας: "Εκεινη η πόρτα ανάμεσα στον τοίχο δεν ανοίγει οπως παλιά". Με αγγιξε, εκανε την παλάμη της μια μπουνια και με χτυπησε απαλά στον θωρακα. Μου είπε: "Αυτα τα ρούχα που είναι πεταμένα στο δωμάτιο, χθες πάλι τα φορούσες". Ειπε έπειτα περιφραστικά "Αυτο το συννεφο, ακομα κρύβει τον ήλιο". Στην ίδια πρόταση πρόσθεσε: "Δεν βλέπεις αυτο το σύννεφο που κρύβει τον ήλιο γιατι δεν έχεις κοιμηθεί σαν παιδί". Αναστέναξα ενω αυτη μουρμούριζε σαν χειμαρος. "Και αυτο, γιατι αμφιβάλεις για όλα αυτα που σου έχουν δοθεί. Πολλοί θα σε ζήλευαν" και τούτη την στιγμή με κάρφωσε στα μάτια επιφέροντας την κρίση. Αποκρίθηκα εγώ απολογητικα "Μα εσυ, οπως και εγω, δεν εχουμε κλεισει μάτι, γι'αυτο απλά κοιμήσου τώρα αμέσως όπως και να΄χει. Αυτα θα τα συζητήσουμε την επομένη". Μου ειπε "Ότι και αν σκέφτεσαι, για εμένα είναι λεπτομέρειες, αρκει που ειμαστε μαζι" και ζούληξε τοσο δυνατα το μαξιλάρι που πετάχτηκαν τα πούπουλα. Ακολουθήσαν έντεκα λεπτά σιωπής και της εξήγησα: "Εχεις δικιο, ομως για ποσο;". Είπε αυτη: "Τα λογια μου μετα απο τόσα χρόνια ειναι παγωμένα μα πρέπει να'ναι και τα δικα σου;". Της ειπα: "Ναι, μπορεις να σκεπάσεις τα αυτιά σου και τώρα κοιμήσου". Μου ειπε: "Μα δεν ακούω τίποτα απο αυτα που λες, δεν το νιωθεις;" Μου ψιθύρισε οτι δεν ήθελα να ακουσω στο αυτι και εβαλε το στομα της στο δικο μου. Δεν κοιταξα τι υπάρχει μεσα, αφέθηκα έρμαιος σαν μια τυπική επίσκεψη στον οδοντογιατρό. Κάποτε αυτο το στόμα με νανούριζε σαν μια σονάτα στο πιάνο. Σκέφτηκα πόσο διαφορετική είναι η κάθε γλώσσα αλλα οχι μεταφορικά. Δαγκωσα το καπάκι απ'το στυλό για να ξεπλύνω την γευση της. Σαν μια επίσκεψη στον οδοντογιατρό που φτύνεις τον νεροχύτη πριν αντικρύσεις το καινούριο σου χαμόγελο. Μου είπε: "Χαιδεψε με έστω απ'τα μαλλιά και σταμάτα αυτην την στιγμή να γράφεις". Την ακούμπησα όπως ακουμπας εναν μωρό που πρέπει να αποκοιμηθεί στον καναπέ και αποκρίθηκα: "Είναι ωραία τα μαλλιά σου γιατρέ τώρα που είναι καστανά οπως παλιά και θα το αναφέρω στο γραπτό μου".

Κοιμήθηκε σαν άγγελος που δεν τον ξέρει κανείς. Θυμηθηκα χωρις λόγο τοτε που ημουν μικρος, θα κρυβομουν στο τελευταιο θρανιο. Ίσως λόγο αυτης της συνήθειας να δαγκώνω το στυλό. Δεν περάσαν ώρες και είπε μεσα απο ανθρωπο που παραμιλάει στον ύπνο του "Δεν εισαι παιδι πλεον, σταμάτα να νοσταλγείς". Της ειπα: "Εχεις κατι να προσθεσεις σε αυτα που γραφω εκτος απο το να διαβαζεις την σκεψη μου;" Μου ειπε: "Γραφεις αρλουμπες αλλα εχεις δικιο πως διαβάζω την σκέψη σου". Εφυγε προς την κουζινα και έσυρε μαζί της τα λόγια "Εγώ σε ξέρω καλά, ίσως καλύτερα τώρα". Πήγε να φέρει μαζί της το Σάββατο ή κάποιον πετυχημενο μήνα απ' τα παλιά. Δεν ξέρω αν ήταν όμορφη όπως τότε γιατι δεν ήμουν σίγουρος για το πως δείχνω εγώ. Φοβόμουν πραγμάτικα να την κοιτάξω κατάματα. Όπως και εγώ. Στο δωμάτιο αυτο κάποτε υπήρχε ενας καθρέφτης συνδεμένος με μια μπρίζα. Της ειπα απο μακρυα "Δεν εχεις δικιο" και ήθελα μονο να γυρίσει. Χρειαζόμουν μονάχα εναν καθρέφτη και θα της τα εξηγούσα όλα. Ξεχασα να της πω οτι δεν μου αρέσει η λέξη "αρλουμπες" και η πραγματικότητα. Τιποτα απο τα δυο δεν χρησιμοποιω στην ζωή μου. Θα της το επισημάνω αφου επιστρέψει. Είχαμε τόσα πολλά να πούμε και αυτο με τρόμαζε. Αν ήταν ακομα Παρασκευη βράδυ θα ήμουν μόνος και θα κοιτούσα τον καθρέφτη. Ή μια οθόνη πνυγμένη στις λέξεις, καθρέφτη της ψυχής μου. Τυλίχτηκα κάτω απ' τα σκεπασματα με δέος για ολα αυτα που έχω και κοίταξα αυτο το σύννεφο που κρύβει τον ήλιο. Αυτο, γιατί να μην μπορώ να το αλλάξω; Πράγματι, στεκόταν ακόμα στην ίδια θέση οπως και πριν. Μου επεσε ο στυλος αλλα ολα ηταν ενα συνηθισμένο ονειρο που βρίσκεσαι παραλυτος. Λόγικα τελείωσα με οτι οδηνηρό και αν έγραφα. Θα είχα σημειώσει"Είμαι μόνος γι'αυτο και θα ξανάρθω για να μην είμαι μόνος" ή κάτι τέτοιο επιτακτικό, ωστόσο ανόητο εκφραστικά. Γυρισε με δύο ποτήρια και ενα παραξενο χαμόγελο. Ήθελα να της πω πως είμαι χαρούμενος αλλα προφτασε αυτη λέγοντας: "Γραφεις μοναχα οταν εισαι δυστυχισμενος και παρατάς τις σημειώσεις σου εδώ". Της ειπα "Γραφω μοναχα οταν ειμαι μεθυσμενος, τουλάχιστον όμως επιστρέφω". Μου ειπε: "Μα παντα εισαι μεθυσμενος όταν μου χτυπάς ξημερωματα την πόρτα" και μου προσφερε το ποτήρι με το ουισκι. Της ειπα "Οπως και παντα θα υπάρχει το Σαββατο για να με περιμένεις". Με ρωτησε αν ξέρω τι θα κανουμε απόψε. Είπε: "Έχεις ιδέα τι θα κάνουμε απόψε;". Ηταν πρωι και ευτυχως δεν ακουγοταν η απάντηση. Μονάχα μια μαγευτική μουσική απο τον κάτω όροφο. Κάποιος μελετούσε Μπάχ στο τσέλο. Ενοιωσα τοσο ευτυχισμένος και γι'αυτο έπρεπε να φύγω. Δεν είχα ξανακούσει πως ολοκληρώνεται το Αλεμάντε στο Τσέλο. Ξαφνικά ολο το δωματιο λουστηκε απο φως και είδα τα μαλλιά της να είναι ξανθά και λαμπερά. "Πότε τα ξαναέβαψες" ρώτησα ενω ντυνόμουν. Είπε: "Κράτα τα μάτια σου ανοιχτά, υποσχέσου το." Της ειπα "Eγω και εσυ θα κατακτησουμε τον κοσμο". Αυτον τον διάδρομο σε αυτο το σπίτι τον έχω ξαναπερπατήσει. "Εχεις δικιο, είσαι αδιόρθωτος" την ακουσα να παραμιλάει καθως άνοιγα την πορτα. Κατεβηκα τις σκαλες, οχι βιαστικα, εστριψα ενα τσιγαρο και κατρακύλισα σε 3 καρέ pal ανα σκαλοπάτι. Πίσω απο αυτην την πόρτα ακουγώταν υπόκοφα ο ζεστός ήχος απ'το τσέλο. Χάζεψα λιγο το όνομα στο κουδουνι και έπειτα βρεθηκα στο αμαξι μου. Δεν έβλεπα την ώρα να φτάσω στον "καθρέφτη".
Τι περιεργο που ενας ανθρωπος ενω θα μπορούσε να κοιτάει απλά τον ουρανό για ώρες τώρα κατεβαινει τις σκάλες για να χαθεί μεσ΄τον εαυτό του.
Τι περίεργο που πάντα πίσω απο καθετι όμορφο
υπάρχει ενας τοίχος ή μια πόρτα.
Τι περίεργο που δεν είμαι τολμηρός όπως παλιά.
Αυτο το σπιτι το εχω ξαναδει αλλα απο διαφορετικη γωνια.
Σιγουρα τα ματια μου λειτουργουν οπως και μια καμερα.

Saturday, October 25, 2008

fuck a local girl




Τελευταια θέλω να γραφω πολύ και ναι κάνω και αληθεια δεν έχω χρόνο να ανεβάζω την μιζέρια μου, ίσως ένα κομάτι τώρα μόνο σαν αυτο:

"Λυπάμαι τους ανθρώπους που η μοίρα θα τους φέρει κοντά στους ανθρώπους που με κάναν να λυπάμαι. "

και γράφω ομως, το θελω και να το ανεβάζω γιατι ξέρω πως με διαβάζετε και το βλέπω στα κλειδαρότρυπας και μην νομίζετε πως όχι, τόσα χρόνια στο ίντερνετ! αλλα εχει να πουμε ξερω'γω να πουμε και το τετοιο το ζωδιακό μου και κατι άλλα και να σας πω το καλυτερο ξανά που γυρισα απο εκει που εφυγα, ειναι το ιντερνετ. Ναι, το ίντερνετ! Το λατρευω και ας μην έχω μαισπεις και ας μην έχω φειςμπούκS και ας μην έχω ίντερνετ με υψηλές ταχύτητες. Αυτο είναι που με κρατάει εδώ, αυτο είναι που πάντα νοσταλγούσα αν έλειπα και ας μου στέλνει σπαμ ήμέιλς ο internet.com και η Αργεντίνικη μπάνκα να χώσω τα λεφτά μου.
Ο φραπές στο γραφείο και το σερφάρισμα και το ψείρισμα και η αναζήτηση.
Με απασχολει στα τελευταια αυτη η διαφημιση που βλεπω σε κάποια σάιτS που σερφάρω για να κλέψω όλα τα παράνομα, σαν αυτα που οι φασίστες της κυβέρνησης κλείσαν τα υπότιτλα και χειρότερα και μην χειρότερα σε αυτην την σκατόχωρα που δεν έχει ροή/πρόθεση/σκοπό/στόχο και λένε το εξης: (στο θέμα μας)

"FUCK A LOCAL GIRL. Find a girl, e-mail her, and fuck her tonight!"

χεχεεχε ρε που φτάσαμε!
μαλακία που την ψάχνω εκτός,
αφου μπορώ να γαμήσω λόκαλ!!!
εξ΄άλλου καθε φορά που γυρνάω απ' έξω το πρώτο που με ρωτάνε είναι:
"Γάμησες καμοία ξένη;"
αμα ζούσε η γιαγιά μου (και δεν έτρωγε τις πίτσες) θα έλεγε:
παπούτσι απο τον τόπο σου και ας είναι μπαλωμένο!
Α ρε γιαγιάκα, νωρίς μας άφησες... εκει που σου εξηγούσα τι ακριβώς είναι το ίντερνετ...
Θα βγάζαμε πολλά λεφτά!!! administrator θα σε'κανα!







Καμοιά απο Θεσσαλονίκη για πούτσο; *


* οι παλιές εξαιρούνται, συγνώμη ειναι πολλά τα λεφτά
** Ίσως σε κάνα μπάρ μεθυσμένος
*** Οι παλιές εξαιρούνται.

Sunday, October 19, 2008

Πριν 15 χρόνια.

Thursday, October 16, 2008

ά-tiλT-ο



Ο φιλος μου και εγω θελουμε να κυνηγάμε τα τρυγόνια. Θελουμε αυτα γιατι ειναι νοστιμα. Εγω ομως αληθινά δεν το πιστευω. Αυτος με το οπλο τα σημαδεβει για ώρες ( που εγω ουτε καν ξερω πως δουλευει το ντουφεκι και ουτε σκέφτομαι να κρατησω ενα οπλο στην διαθεση μου) και μολις ακουσω το πύρ (κλείνω τα αυτιά μου) τρεχω να μαζέψω την σορό και γαβγίζω και εχω ένα λουρι και εχω εναν σωστό χρονο, βουλωμένη μύτη αλλα δεν μπορω να ξεπερασω τον χρονο ή να βγάλω τρίχες. Θα φερω παντα το κυνήγι αφου αυτο πεσει κατω νεκρο και το καταδιώξω μεσα απο τα δεντρα και δεν εχω ουρα και δεν μπλεκεται στα κλαδιά και κάνω και ενα διάλειμα για διαφημίσεις μα οχι πολυ θόρυβο. Λαχανιαμένος μετά, είμαι θορυβώδης, για μόστρα. Καθε φορά, ετοιμάζω την διαδρομή μου σε σχέση με τον απόηχο που αφήνει ο πυροβολισμός. Παραπονιεται ο φιλος, λεει πως ειμαι βραδύς, συνεχεια διαμαρτύρεται ορθώνοντας ακομα και την κάνη προς το μέρος μου με την φωνή "Πως θα το βρεις αναμεσα σε τοσα δεντρα που αναγνωρίζω οτι εισαι υπερβολικά αφηρημενος και εσυ όχι;" μουρμουρίζει καθε τόσο και δείχνει βαθιά μέσα στο δάσος, αλήθεια είναι τοσο δυσκολο οσο εγω μπορώ οταν αυτος το επισημαίνει. Αναρωτιέμαι αν πρέπει να του αποδείξω το αντιθετο σε σχεση με τον χαρακτήρα μου ή αυτο έχει να κάνει με τον ρόλο μου στο κυνήγι ως συντροφιά καθ'αυτου. Λιγότερο θέλω την παρεα του απο καθε τι ψόφιο στον κόσμο, το κάνω για πλάκα, ομως φίλο τον θέλω για αυτα τα απογευματα. Δεν μπορω να συγχρονιστώ με την σκανδαλη ή με το δαχτυλο του οπως αυτος που κυκλώνει το όπλο, το κοιτάω με ζήλο σαν να είναι το δικό μου μα πρωτα πρεπει να πετυχει αυτος το πτηνό (που είμαι βέβαιος οτι θα το κάνει) και μετα εγω να το φερω πισω νεκρό και όχι εξαντλημένο, νεκρό. Ακομα και με αυτον τον τρόπο θα αγγίξω τις παλάμες του που μυρίζουν μπαρούτι, με γεμίζει χαρά. Αυτος ο φίλος μου ο κυνηγός είναι το κάτι άλλο. Πιστευω ως κανόνα τούτο όσο κανεις σας δεν ξέρει, του το λεω μερικες φορες δειλά να μοιραστούμε την επιτυχια, δεν νομιζω οτι το δεχεται, δεν χαίρεται οπως κι εγώ, κατι αλλο εχει στο μυαλο του για εμενα. Ομως τρέχω παρ' όλα αυτα που υποψιάζομαι τα παντα, αφου ακούσω τον κρότο και ειμαι γρηγορος όσο μπορώ και είμαι θολός οσο δεν γίνεται και να μην βλέπω τίποτα απο την βιασύνη μου. Φτάνω στον στόχο και επιστρέφω σαν να μην του ελειψα πότε και δεν έχω ουρά να την κουνήσω και δεν θέλω χάδια, στέκομαι ακίνητος όπως και το κλειδί στον καμπινέ. Αναβω ενα τσιγάρο και το στόμα μου αναστενάζει τα πούπουλα, κανω οτι ειμαι εξαντλημένος απο την αναζητηση και χαζευουμε το νεκρο πουλι που δεν ανοιγκοκλοινουν τα ματια του, που δεν ανοιγοκλεινει το στομα, που δεν πεταει, έχω στο στόμα μου μερικα απο τα φτερά του και το στόμα του, ειναι νεκρο και αυτο, μπορω ακομα και να το αλείψω με ασετόν ή να το βάλω στο iChat.

Στην αρχη πιαναμε αρκετα, αλλα τώρα όχι και δεν ξέρω το γιατί. Αυτος είναι υπευθυνος για τις δολοφονίες. Μια μέρα του δηλώνω το επακόλουθο, πως τον θελω για φιλο μου αλλα κουράστηκα και δεν επιθυμω να συμμετάσχω αλλο στο κυνηγι και συντομα, με τον καιρο θα αποσυρθω. Τωρα αυτος τσιγκουνευεται και τα φυσιγγια, καθε σφαίρα την μετράει για ωρες και θαρρω πως περισσότερο κοιτάει εμενα με καχυποψία παρα με αφωσίωση στον στόχο. Ένα πουλί πάνω σε ένα κλαδί, οπως και οφείλει για λίγο ας πέσει, θα ήταν φρόνιμο. Μα όχι αυτο και με σημαδευει, αν με πετύχει τι θα αλλάξει απο την όραση του; Το ιδιο φτωχοι ειμαστε και δεν ειμαι για χορταση, εχω ρέψει γιατι δεν μου αρεσει να γευομαι αυτου του ειδους το χόμπι καθημερινά. Μήπως αυτο τον πειράζει, που αποχωρώ αδιαφορος απ'το κυνηγι; Οπως και δεν θελω να τα σημαδεύω στον αερα, το ξεκαθαρισα εξ'αρχης. Αφου τα μαδούσαμε δεν εμενε τιποτα. Πραγματικα μετα και απο τις φτερουγες υπήρχε μονάχα ο σκελετος. Τιποτα σαρκικο, μα ο φιλος εβαζε καλό κρασι και μου ελεγε να πιω, ψηλομύτης κυνηγος ο φιλος μου και ηθελε να ειναι οικοδεσπότης. Κατι μελισσοπούλια πιαναμε και αυτα στο τελος του φραπέ αφου σουρούπωνε. Μα κανεις αλλος δεν το ήξερε γιατι ήμασταν μοναχά εμεις οι δύο και ο λόφος. Η γυναίκα του, την συναντουσα καθε μετα το κυνηγι, στο σπιτικό τους, ντυμένος στα καλά δεν έβλεπα την ώρα να φύγω. Ψωροπερήφανη και αυτή μύριζε αλλαζωνία. Νόστιμα τα τηγάνισες και καλο σου βράδυ, αυτα τα λουλούδια θα είναι για εσένα. Μόνο αυτο της φανέρωνα άσχετα αν εβλεπα τα μάτια της πως πετούσαν τα νοούμενα. Υπο τα μάτια της κυράς του εγώ ήμουν ο ικανός κυνηγός γιατι με χαρακτήριζε η αποτυχία. Το ήξερε και αυτο την γοήτευε. Ακόμα αναρωτιέμαι αν του είπα κλείνοντας την πόρτα"Φίλε μου, καλό σου βράδυ". Δυσκολο το πουλι να το πετυχεις οταν δεν ειναι ακινητο.
Δεν τα πιάσαμε ποτέ στον αερα αυτα τα τρυγόνια. Εγώ προσπάθησα. Ούτε καν με το δάχτυλο σε ένα κλαδι δεν γίνεται. Οπως και η μύγα στο πληκτρολόγιο. Μια φορα εγω πηγα να κανω ενα σάλτο αλλα ο φιλος με αποθάρρυνε λεγωντας: "Σταματα δεν μπορεις να πεταξεις, σου είπα τον ρόλο σου!" Συμφώνησα αλλα κοίτα να δεις που είμαι αφηρημένος. Και μετά έρχεται ο Νοέμβρης και το 2009. Ότι πρέπει για κυνήγι.

Monday, October 06, 2008

3ada+4










Σημαδευτηκα ξανά. Όμως απο τι; Απο αυτό το κλαδί ή απο αυτο το δασος; Απο αυτον τον κυνηγό ή απο αυτο το χωριό που βλεπω μπροστα μου;

Περπατουσα θυμάμαι. Μα πως; Κατι σχεδόν έκοψε το χερι μου στα δυο. Ηθελα να μεινω μονος και μετρουσα. Βιαζομουνα. Χτυπησα απο αυτο. Μαθηματικα ημουν βιαστικος. Ομως εγω απλα διαβαζα εναν μυθο και καπνιζα ενα τσιγαρο με ταχυτητα Β'. Το αιμα τρεχει απ'την πληγη μου και αυτος το προσεχει ευλαβικα. Λαθος χρονοι ή μεθυσμενη αναγραφη για την εποχη του κυνηγιου. Μια "ταμπέλα" με εφερε εδω, οπως λέμε "Ηρθα γιατι μου μύρισε η τούρτα". Δεν το λέμε αυτο; .. κακώς, να το αρχίσουμε. Σε λίγο φευγουν τα τριάντα. Αμφίβολα γραφω αυτα ενω πιο ευνοικα θα μ'ετρωγε η σκόνη. Ηταν αυτο. Δεν βιαστηκα οπως τρεχεις πανω σε μια ρόδα. Ειχα μια προαισθηση. Τριάντα φορες εδω, σε αυτο το δεντρο. Αραγε εγω και ενα αντικειμενο ειναι σωστο που εχουμε τα ιδια χιλιομετρα; Με καθυστερει αυτος ο συναγωνισμος. Ο χρονος της αδυναμιας μου οταν θελω να αναφερθω σε αυταπάτες. Κατι με φαγουρίζει και θαρρω πως ειναι αυτη η τρύπα. Ομως ο πονος ή ο θηρευτής κάνει; Αυτος το φερνει; Δεν με κοιταει στα ματια, δεν ρωταει τα ευνόητα, οπως "Πονας; Απο εδώ ακριβώς ρέει το αίμα" Φροντίζομαι. Σφραγκίζομαι. Ο ατιμος δεν ρωταει κι αν μεγαλωσα. Εγινα προχθες η ταχυτητα του φωτος. Μηπως μια σφαιρα ηταν αυτος ο ηχος που τρανταξε την καρδια μου; Δεν ρωταει αν ιδρωνω, ομως κραταει με αφοσίωση μια ομπρελα. Πραγματικα δεν γνωριζει τιποτα και τιποτα δεν τον απασχολει. Αυτος ο κροτος που μου εσφηξε τα δοντια; Μυριζω την υγρασια που μπλεκεται στις φυλωσιες του φθινοπώρου.. Μουσκεμα, μαλλον κι απο την φαντασία. Νιωθω αυτο το δαχτυλο αρκετα. Βρεγμενο αλλα απο που καταλήγει στον εγκέφαλο; Στην σταλα το βουτηξα ή στην συμφορά; Δεν μου χωραει σε μια λεκανη ή σε μια μπανιερα ή σε μια φράση. Τι απο αυτα που βιωνω αποφασιζει το δακρυ; Σε λιγο θα γινει νυχτα. Λεπτομέρειες.

Αιμοραγώ και κανεις δεν ενδιαφερεται γιατι δεν κανω παυσεις να ικετευσω. Αν ειμαι ζωντανος ειμαι βεβαιος, και οι αμφιβολίες που σταζουν απ΄την κομη μου, ευωδιαζουν εικόνες με λουλούδια. Τόσο! Ειμαι μακρυμάλλης μα οχι και πολυ εξυπνος για να σκάψω τον τάφο μου. Οχι ευτυχως. Τιποτα εκτος απο μια παραξενη επικοινωνια. Μου κραταει τον ρυθμο, εχει τους παλμους της ψυχης μου σαν να ειμαι ενα χνουδι. Μα φυσικα, αφου ειμαι σ' ενα δασος πεσμενος αναποδα! Θυμαμαι τον κροτο και τωρα αυτο. Μονος μεσα σε αυτο το δασος. Μηπως ειμαι ενα απο τα ζωα; Και αν ειμαι, γιατι δεν επικοινωνω με το υπολοιπο τμήμα; Δασος και οχι η διασωση. Μονος αιμοραγω, δεν ακουω ενα ελικοπτερο. Ισως να ειμαι πραγματι ενα ζωο και δεν μπορω να αναγνωρίσω την μορφή που εχει ενα ελικόπτερο. Ας ανοιξω τα αυτια μου. Σιωπη οπως στο νοσοκομειο της πολης. Η κριση, οπως η ανυπομονη βαβουρα στο δικαστηριο της πολης. Αναμονη για την αποφαση στην πόλη. Κρινομαι γιατι δεν παραδεχομαι το τελος. Οτι δεν αναγνωρίσεις δεν υπάρχει, ακουσα καπου. Δεν υπαρχει καμοια πολη που εχει το στομα που θελω. Πως να φανερωσω που εχω ενα τραυμα; Παραξενο που δεν ακουστηκε κι ενα τηλεφωνο να βοηθηθω. Να εξηγησω τι, εκτος απο το αυτονοητο; Ισως να παρω την βοηθεια του κοινού, μα κοινή ειναι και αυτη απο μόνη της. Εξάλλου; Να πω τι, σε καποιον που λαχταραει να ζησει; Θα αναζητησει αναπαρασταση. Θα πω εγω. Ειμαι απο κατω του. Με φτιαχνει μα του τρέχουν τα σάλια. Μηπως δεν βρισκομαι σε αυτην την χωρα;

Ενας, μεσα στο δασος, για καλη μου τυχη με φροντιζει που ειμαι ματωμενος. Δεν μιλάει την γλώσσα που ξέρω. Ειμαι κατω απο αυτον για οσο μπορω. Θα εχει και ενα σπιτι. Και ενα φαρμακειο μεσα σε μια φάρμα. Μηπως δεν βρίσκομαι σε αυτην την χωρα; λιγο λεω. Για οσο αντεξω, λιγο λεω. Δεν ακουει κανενας με λευκα ρουχα, εκτος απο αυτον. Σας ειπα το νεότερο; Εχω ουρα, που μολις παρατηρησα. Εχω κοφτερα δοντια που μολις διαπιστωσα. Εχω μαλακη σαρκα. Το ενιωσα και αυτος απο πανω. Ενα κομάτι του δάσους που δεν εχει κομπους. Μονο προσεχει την πληγη μου κι ας μην ειμαι το χιονι. Ο κυνηγος με μια λέξη. Ναι, συνεχισα να γράφω απο το ματωμενο χέρι. Ειμαι ενας πολικος αρκουδος. Δεν ειμαι το τρελο, ειμαι αγευστος. Χειμωνας για εμας τα ηλιοκαμενα ζωα που δεν οπλοφορουμε. Σιγουρα θα γιατρεφτω μετα απ΄την σιωπη του. Αυτος ομως δεν αναρωτιεται για τιποτα. Ουτε που καταλήγει αυτο το μονοπάτι αν το ακολουθήσει πισω απο εκεινον τον κισσό. Δεν κανει κατι απο αυτα που σε ανεβάζουν σε εναν φράχτη και μετά βαριέσαι να γυρίσεις. Στέκεται εδώ. Μηπως και ειναι η αιτια που αιμοραγω; Κατι απο το οπλο του να με συμπαθησε; Ακομη ξανασαινει ο καπνος στην καννη. Σιωπώ κι εγώ για να ξέρει. Πονώ, στα κρυφά που δεν ειναι ομιλητικος. Για φαντασου να πονεσω πιο πολυ αφου τον κανω φιλο μου. Αραγε αν μου μιλουσε θα ημουν συμπαθητικος; Θα κλαψω γιατι δεν γνωριζω την ωρα. Μηπως δεν ειμαι σαν εσας; Αυτη η χωρα ποια ειναι και εγω τι αγαπω;

Σημαδευτηκα ναι, και τωρα μου περασε. Ποια ειναι η σημασια ακομα και του ρυθμου στην αναπαράσταση; Έτρεχα ομως δεν ξέρω ποσο γρήγορα πόνεσα. Έτρεχα και χτύπησα. Κι αυτο νομίζετε πως βαστάει για χρονια;

Friday, September 26, 2008

101




Το καινουριο μας παιχνίδι το βαφτισαμε τσακάλι. Ναι. Εχει και πολυ πλακα που παιζουμε μαζι του, το διασκεδαζουμε και ποτε δεν σκεφτήκαμε για τα μπερδέματα, δεν το ρωτησαμε αν νιωθει το ίδιο με εμάς, ουτε για αστειο, ουτε για πλακα! Ειναι αλλοκοτη ολιγον η μορφή του, μα δεν μοιαζει σε τιποτα με το τσακάλι, αν αυτο σας δημιουργησε τα πρωτα συμπερασματα. Λαθος. Δεν ειναι παιχνιδι σαφώς, εμεις ομως σαν παιδια που είμαστε, παιδιαρίζουμε μαζι του και δεν μας νοιάζει, και δεν μας καιγεται καρφί!

Σκύλος είναι, κουτάβι με βεβαιότητα, υπήρξε. Εγω και τα αδέρφια μου το λαχταρούμε. Η αληθεια ειναι πως δεν θελαμε σκυλο εξ'αρχης, κανεις μας, το καταδεχθηκαμε το καλοδεχθηκαμε το ζωντανο, μα η αληθεια να λεγεται, τον σκυλο εμεις, ποτε δεν τον θελησαμε! Τον προτοειδαμε πισω απ'την βιτρινα να στεκεται στο σκονισμενο καλαθι και ποσο χαριτωμενα κουνουσε την ουρα του, το θυμομαστε μεχρι και τωρα, πραγματι ετσι το εκανε και με περισοτερη απολαυση. Ωστοσο και με πικρία σαλευε χαμω απ'την κουραση επειτα απο δυο,τρεις τουμπες, αλλα τι να κανεις; ζωο είναι,σταματημό δεν έχει.

Αυτη η λυπη στο βλεμα του δεν μας αποθαρυνε καθολου, περιεργο μας φανηκε, αυτο και ενδιαφερθηκαμε, διαφορετικο απο ολα αυτα που ξεραμε, ισως και η πρωτη επαφη, ναι και ολα αυτα που μας κανουν ανθρωπους. Η σταση του μεσ'το καλαθι εξεφραζε αδημονία, αποσταση που μπορεί να σπάσει με μια λέξη, ένα νευμα προς την κλειδαριά, μια κινηση του χεριού βαθιά η χούφτα στην τσέπη και αμεσως ομοφωνα απαιτησαμε απο τον ιδιοκτητη: Αυτο το κουταβι το θελουμε για εμας, το θελουμε δικο μας και πρεπει να ερθει μαζι μας, πατέρα, μητέρα! Ετσι και εγινε, πληρωσαμε με τα λεφτα μας (ο πατέρας πλήρωσε), το συσκευασαμε και το φεραμε στο ακριβο μας σπιτι, χαρουμενοι για το καινουργιο μας αποκτημα το πετάξαμε κατω απ'το τραπεζι να φάει οτι και εμεις. Βολευτηκε με τα λιγα αν και διαπιστωσε πως υπαρχουν εδω τριγύρω τα πολλα, το εκαμε και ξανά, σιγουρα μας αναγνωρισε και ετσι περνουσαν οι μερες αρμονικά με τον σκύλο που εμεις, οι αφεντες του, θα μεταμορφωναμε σε τσακαλι.

Με τον καιρο,για να φτασουμε σε αυτο, αλλαξαμε ως οικογενεια, αλλαξε και αυτο καθως μεγαλωνε, ασχημηνε η οψη του γαμω, τα αυτια του γιναν μεγαλα σαν λαγου και δεν ξερω και γω σαν τι ζωου, πεταμένα σαν πουτσα ντε-γκαβλέ γαιδαρου ξεσκονιζαν τα επιπλα που καβαλούσε απο τρέλα, τους διαδρομους που υποπτα θεωρούσε απο τρέλα, η ουρα του διπλωμένη σαν γουρουνιου, απο τρέλα μαλλον, ακομα και τα μάτια του αν θα θυμιζαν σε κατι απο κουταβιου, αυτο θα ηταν ενα χαζο κουταβι, τρελό, του δρόμου και ασχημο, ασχημο πολυ σας λεω, και μονο αυτο, σε εναν δρομο απεραντο να βρομάει σαν ψοφίμι, αδυναμο ως και να αναζητήσει την τροφή του στα σκουπίδια, και μόνο ξανα, τοσο αποκρουστικό που κανεις τρελός απο εσάς δεν θα ηθελε να βαλει στο σπιτι του. Αρχισαν οι διαφωνίες αν θα πρεπει να τον κρατησουμε, η πρωτη απο τις αδερφες μου εμεινε εγκυος με τον κυπουρό που είχε βαλει στην δουλεψη του ο πατερας να προσέχει τα αυτα που ανθίζουν και τα προβληματα δεν αργισαν να περασουν απ΄την βαριά πυλη της βίλας. Καναμε μηνες να καταληξουμε στο τελικο του ονομα οπου αυτο και θα καθοριζε την παραμονη του, συζητηθηκε σοβαρα το αντιλοπη, για μέρες η αγελαδα, ο ελεφαντας, ο αλκοολικός πατερας Ντάνιελς ενα βραδυ μεθυσμενος προτεινε το "Τζακ" και εσκασε στα γέλια, μα κανεις μας δεν γελασε. Ακολουθησε σιωπη, απλως τον αγνοησαμε... απο σεβασμό, χαμηλωσαμε τα κεφάλια και απομειναμε σκεπτικοι κατω απ' το φως του καιριου. Η οριστικη αποφαση ηταν της σοφής μητερας, ακριβως το επομενο πρωινο μας φωναξε στην τραπεζαρια για να μας το ανακοινωσει.

Που ειν'το τσακαλι, που κρυβεται το δαιμονισμένο! φωναζε ακομα απ'τα υπνοδωματια και αρχισε να κατεβαινει με μανία τα σκαλοπάτια. Φορουσε ενα παράξενο μαυρο πανωφορι που εμένα να πουμε με ξαφνιασε έτσι που την είδα, με μεταξένιες πιέτες, που είχε και να σας πω τα μαυρα του τα χάλια, τα μαλιά της ηταν ανακατεμένα τοσο πολυ που μπλεκοντουσαν στις βλεφαρίδες, το βλέμα της άτονο φροντιζε μονο να καθοδηγήσει τα βήματα πως να φωλιάσουν με ασφάλεια στο σκαλί, οι κινήσεις της ξεπατωμένες πότε μπρος και πότε την έστελναν πίσω, η μικρη αδερφη μου αποκάλυψε πως την απαταει ο πατερας και ειναι δυστυχισμενη, εγω δεν ηξερα τι σημαίνει απατη μα ουτε και η δυστυχια, ομως την ακουσα πως κραυγαζε "Τσακάλι! Τσακάλι μου φερατε!!" και καταραστηκε το ζωντανό για πάντα μεσ'το σπιτι. Ετσι το βαφτισαμε, διχως δευτερη συζητηση, τσακάλι, συμφωνησαμε με την αμεροληψία της μητερας, οπως και παντα εμεις καναμε. Η μητερα μας είχε εμένα, τον μοναδικό γιό της οικογενείας και πεντε κοριτσια, μαζι με εμένα ειμασταν εξη, ελεγε ο πατερας στους περαστικους, αυτους που ρωτουσαν: ποιος εισαι εσυ που καταφερες μονομιάς να΄χεις τοσα;

Και παιζαμε μαζι του οπως ηταν μικρο. Του τραβούσαμε τα αυτια μπας και μεινουν όρθια, τα ποδια στην αρχη για παιχνιδι εγω και η μεσαια μου αδερφη να μοιαζουν με του τσακαλιού, τα ποδαρακια του που ηταν κοντα και οι πατουσες μικροσκωπικες, ακουγα τις φωνες μεσ'τα αυτια μου, τωρα θα ήταν ισα με ολο το κορμι του και κανα δυο ποντικους παραπανω, ακουγα τις φωνες μεσα μου, το καμαν να φαινεται σαν αυτους τους σουρεαλιστικους πινακες, που κανεις δεν καταλαβαινει, τιποτα δεν ακουει κανεις και ομως κοιτάει, αποσβολωμένος. Το βαψαμε στα χρωματα του τσακαλιού και γραψαμε στο τριχωμα με ανεξιτηλο μαρκαδορο: "Αυτος ο σκυλος μην σας ξεγελαει, ειναι ενα τσακαλι," και πραγματι ολοι αρχισαμε να πιστευουμε, και γελουσαμε, αναμφισβητητα περνουσαμε καλα και γελουσαμε με τουτο το εγχειρημα.

Δεν μας σταματησε κανεις. Συνεχισαμε να το τροποποιουμε (ετσι ελεγε ο πατερας πως του κανουμε). Του τροχίσαμε τα νυχια και εγω και η μεγάλη μου αδερφή, γίναν κοφτερα σαν ξυραφι, για αστειο μπορει και πετιεται με ενα σαλτο στο ταβάνι, τις φορες που δεν θελει να παιξει αλλο μαζι μας.
Μα, δεν φερεται σωστα, το ατιμο! Μας ενοχλει τελευταία πως ανταπωδιδει το παιχνιδι του, αν και το ξεκαθάρισε η μεγαλυτερη αδερφη με την λογική της: σκυλος θαρρει ακομα πως ειναι, μην σας αποθαρυνει, μας ειπε, και τρυπωνει απ'τα αθωα παιχνιδια στα γυμνα μας ποδια να τα γρατζουνισει, οχι εθελημενα και θα μάθει, σιγουρα οχι και με προθεση κακη, τοσο γλυκο που τον εχουμε συγκρατήσει στην μνημη μας, θυμάστε αδέρφια; Ναι, αλλα μας ενωχλει, δηλώσαμε εμεις, και παει καιρος η εικόνα της βιτρίνας. Οταν φοραμε τα πανινα παπουτσια,το νουμερο 38 προσωπικα εγω, δεν ειναι προβλημα, αν και προκαλεί με τα νυχια του σημαδια στο βερνικι, το ξεχνάμε και αυτο με μια στάση στον φτωχο τσαγκαρη της γειτονιας που σιγουρα ειναι ευδευμων απο την παρουσια του φρικιού μεσ'το σπιτι. Πανε καλα οι δουλειες, πανε καλα οι δουλειες δωξα τον Θεο, τον ακουσα να μουρμουρίζει καθως τα επιδιορθωνε μια απ'τις φορες.

Ομως εμεις ακομα και πριν απο το ζωντανο συμφωνησαμε πως θα κυκλοφορουμε διχως παπουτσια για να διατηρηθει ανεπαφη καθε γωνια του σπιτιου, ρητη αποφαση της μητερας και ναι, δεν διαφωνησε κανεις, ετσι και γινεται τα τελευταια χρονια που ζουμε σπιτικό με αρχες και ταξη. Ετσι το θυμαμαι, ετσι σας το μεταφερω. Ολοι το ξερουν αυτο θαρρω, και αυτοι που δεν το ξεραν, με τον καιρο, με τις ερωτησεις το μαθαν, λιγους απο αυτους που προσκαλεσαμε να δειπνισουν μαζι μας, και να μας πουν τα μυστικα τους. Τωρα ομως που μεγαλωσε και μπορει με ενα πήδο να γατζωθει στους νώμους μας; Κινδυνος... ξεκαθαρη απειλη! Ενα πρωι καθως μια απο τις αδερφες μου ετοιμαζοταν να παει στην δουλεια της(η πρωτη της μερα), λιγο πριν ανοιξει την πορτα, πεταχτηκε απο το πουθενα το τσακάλι και της διαλυσε το σμαραγδενιο περιδέραιο, αυτο που ομολογουμενως δεν θα έκανε μια μυγα ή ενα κουνούπι, κατεξοχήν θα της εξασφαλιζε την φροντίδα του εργοδοτη και περισσότερα μπονους και μια πολλα υποσχομενη καριερα.

Υπαρχει λοιπον το μειζων προβλημα πως το τσακάλι αποτελει απειλη γιατι μενει και αυτο μεσ'το σπιτι, πρόθεση αρχικη του ζωοφιλου πατέρα, μαλιστα εχει και τον δικο του χωρο οπως αυτος φροντισε και τωρα δισταζουμε να πλησιασουμε, ετσι μεγαλοσωμο που εχει γινει, σαν αρπαχτικο, μαθαμε να το φοβομαστε. Αλλα ειναι σιγουρα αργα για εξηγησεις, οσες προσπαθειες και να καναμε να το πεισουμε πως εδω δεν είναι ζουγκλα και πρεπει να κοιμαται εξω στον κηπο, οπως και οφειλει σαν ζωο, ηρθαμε αντιμετωποι με τα δοντια του. Μπορουν να αρπαξουν εναν αλλο σκυλο στα κυβικα του και να τον κατασπαραξουν μονομιας, ειδη το δοκίμασε με τον κακομοιρη του τσαγκαρη, πέντε λεπτά που τον αφήσαμε στην αυλή, στα κυβικα του ηταν ο δολιος μπορει και μεγαλυτερος και σιγουρα πιο αγριος ως μαντροσκυλο. Με τι σθένος λοιπον να τον αντικρούσει ενα μελος της σεμνής μας οικογενειας που ποτε δεν βρεθηκε σωμα με σωμα σε μια τοσο φρικαλέα μαχη! Δεν ειναι ογκωδης ομολογουμενως, ειναι ομως βιαιος, σαν τσακάλι, ναι! σαν τσακάλι! Τωρα δεν υπαρχει γυρισμος και δεν μπορουμε να ζητησουμε και τα ρεστα, εμεις τον φέραμε εδώ, ο πατέρας μας εγκαταλειπει με τα λογια, "Ετοιμαστειτε τωρα να πληρωσετε το τιμημα κι ο Θεος μαζί σας",δεν μας αφήνει για σουβενίρ κατι απο την περουσία του, ουτε τις οδηγίες για το πως δουλευει η καραμπίνα.

Ετσι περιμενουμε να περασει ο χρονος και να γερασει, να αποδυναμωθει, εστω και να πεθανει οπως και μας συμβουλεψε ο πατερας, για τελευταια φορα που τον ειδα, αλλα δεν ξερω να σας πω με ακριβεια το ποτε, ώσοτου και οι διαδρομοι στην βίλα ερημωσουν και τολμησουμε να βαδίσουμε ελευθεροι, δεν θα ξέρω, το πότε. Σαν ανθρωποι γερασμενοι που μετρανε τα χρονια, μετραμε τον νεο μας φοβο, κλειδωμενοι πισω απ'τα δωματια τις περιστροφές του κλειδιού και οχι τον θυμο μας, μετανιωμένοι είμαστε, μα οχι απ' τον θυμο μας. Εγω, η μητερα και οι πεντε αδερφες μου, μισουμε ο ενας τον αλλον οσο ποτε αλλοτε, γι'αυτο το κακό που μας βρήκε. Ομως δεν νιωθουμε ασφαλεις και που μετανοεισαμε, οσες στροφές και αν γυρισουμε το κλειδι παραμενουμε εδω, η λυτρωση δεν ερχεται, μυριζει τον φοβο μας το τσακάλι, τωρα ακομα και ο πιο τολμηρος απο εμάς θα δισταζε να το ταισει μηπως και υπαρξει η πιθανοτητα να ξεχασει την μυρωδιά της ανθρωπινης σαρκας. Μας μυριζει τακτικα, τα σαλια του πηγμένα ξεχυλιζουν σε αρμονία με τα ρυάκια απο το αιμα που ξεραμένο πληγώνει τα ρουθουνια μας, στις χαραμαδες κατω απ'τις βαριες και ατσαλακωτες πορτες ξεχυνεται, μα ποσο ακομα... πόσο θ'αντεξουμε ακομα! Τσαλακωνει τα σατεν ακριβα μας πουκαμισα ο εντρομος χτυπος της καρδιας μας , κατω απο τα ακριβα σατεν μας πουκαμισα, για οσο ακομα αργοχτυπαει. Σταματησαμε να κυκλοφορουμε ξυπολυτοι ,αδιαφορήσαμε αν θα βρομίσουμε τα ολομέταξα κιλίμια, αυτο τωρα ειναι το λιγοτερο, το κρυο ειναι τοσο τσουχτερο που το τακουνι μας δημιουργει εστω και μια ψευδαισθηση ζεστου αποηχου και μας ανακουφιζει η ιδεα πως υπαρχει ζωη σε αυτο το σπιτι, οπως παλια, οπως τότε που ήμασταν παιδία.

Η σιωπη ειναι σκληρή, τωρα δεν ακουγεται κανεις, τωρα αυτην την στιγμή που αναζητώ τις αισθήσεις μου, δεν ακουγεται κανείς. Ουδείς απο εμάς δεν ανασανει σε ενα απ'τα διπλανα δωματια και αυτος ειναι ο σκοπος, καταφερνει ετσι να διασφαλισει εστω και ενας την ελευθερια του ξεχωριστα, μεσα απο την απωλεια αναγνωρισης του αλλου. Οταν δεν ξερεις αν εισαι πραγματικα ζωντανος επιβεβαιώνεσαι στην ιδέα πως χαθηκε ο διπλανος σου. Ετσι και εφυγε ο πατερας, σαν το μπαλόνι που μου δώθηκε μικρος, σαν την ευθυνη της γνώσης και της απαντοχής, οπως ο θανατος πλησιάζει καθε μερα πιο κοντα για τον καθενα μας μοναδικά. Ειναι διπλα μας και δεν διστάζει να μας κοιτάξει στα μάτια, σαν καπνος που κιτρινιζει με τον χρόνο τις καταλευκες κουρτινες , αυτη η ανασα κομπος που σχηματιζει την απελπισια στα παγωμενα μας χνωτα, δεν ειναι η δικιά του, μα είναι εδώ. Κρεβάτι στρομένο οπως και χθές, με τα βελουδινα μαξιλάρια που κανεις δεν λογαριάζει ξανα να κοιμηθει, μενει παντα ιδιο. Ορθιοι, σαν στριατωτες στην μαχη περιμένουμε το χειρότερο τα βράδυα. Δεν υπάρχει ύπνος, ιερή ειναι για λίγο η στιγμή αφου σφραγγίσουμε όλες τις εισόδους, οχι ομως και το σκοτάδι στην λογική μας που παιζει παιχνίδια αναγνώρισης αναμεσα στο ανόητο και το αυτονόητο. Τα έπιπλα απ'την απραξία αφήνουν ήχους φρικιαστικούς, όσο απαλα και αν κουρνιάσεις στο κρεβάτι θα αναρωτιέσαι αν αυτο που ακουστηκε ειναι το σαπιο σανίδι ή το κροτάλισμα των δοντιών μπροστά σου και μέσα σου, αν αυτο που βλέπεις είναι το τίποτα ή ξεκαθαρα καποιος σε παρατηρει και τιποτα δεν γίνεται να το αλλαξει αυτο. Τα βράδυα δεν υπάρχει ύπνος, τρέχει θυμωμένο στους διαδρόμους και διαλυει τα παντα στο περασμα του, γρυλίζει για να σταματήσει άξαφνα, στην μεγάλη καρέκλα του πατέρα, με σεβασμό αναπαυεται, φαινεται κι απο αυτο πως ειχαν ξεχωριστη σχεση οι δυο τους, μ'ευχαριστηση που καπνίζει τα πούρα του, τελειώνει τους λογαριασμούς του και ξεφυσάει τον καπνό αριστοκρατικά.
Φτωχοι που ειμαστε, και ας πλουσιοι υπηρξαμε σε αυτο το σπιτι με ολες τις απολαυσεις, μας εγκατέλειψε ο πατέρας στην χειρότερη μοίρα!

Monday, June 23, 2008

Attention x2. Le bateau est arrivé!


Cyborg και γυμνή γυναίκα που διαβάζει.
Κάτω Καρπενήσι. Χριστούγεννα του 2007.

video

Καλό καλοκαίρι :)






Saturday, June 07, 2008

Φλάβια


Αποτομη σκεψη μεσα στην νυχτα. O ουρανος ήταν ροζ πίσω απο τα μαυρα σκεπάσματα. Το πρωτο ανάστατο τρεμουλιασμα των βλεφάρων και αμεσως μετα η εξακρίβωση. Καποιος υπάρχει εδώ ή οχι πιο μακρυα απο εκει που εκπνέει το φώς. Πεταγομαι απ'το κρεβατι ακολουθωντας αγάλια το δεος μου. Ξερω οτι καποιος με εξετάζει εξω απο το παραθυρο. Φυσικα και γινεται ετσι. Τα ματια μου, αυτα τα ομορφα και λαμπερά ειναι δυσκολο να τα κρυψω πισω απο τις κουρτινες, καθως δοκιμάζω να κερδίσω χρόνο απο τον τερματισμο της μνημης. Ματαιο... ξεκαθαρα θυμαμαι τον λογο που βρισκομαι εδω και όχι στο Σαν Κάρλος για υποβρύχιο ψάρεμα. Φασιστικό λογισμικο της ακριβειας ο εγκεφαλος. Ανθρωπος στο απέναντι παραθυρο ή δυο μάτια καρφωμένα στα ρολόγια παγώνουν τον χρονο. Νύχτα ακριβώς στην πολη οπου ενιοτε ξημερώνε. Σιωπή αναστελει τις σκεψεις λογικής, το ενστικτο καθορίζει τον φοβο οπως και σε μια χελώνα. Ξημερωνει θα πω και αυτος επιμενει να με φροντίζει δεινά με το βλέμα του λες και γνωρίζει πως η νυχτα θα παραμεινει αιώνια. Πριν λιγο μεσανυχτα ήταν και συνηθιζε να εξηπηρετεί αυτους που χάθηκαν μεσα της, απο εκει ξετρύπωσε και αυτος. Πρεπει να δράσω, ισως μια αποφαση αστραπιαία να τον στειλει απο εκει που ηρθε. Βήχω, ξεροβήχω κρυμμένος, πνιγω το στόμα μου στις παλαμες, πασχιζω να μεινω σιωπηλος και να υπομένω την κρίση. Ανθρωπος μεσα στην νύχτα επιτηρεί οτι είμαι εγώ. Και αν ειναι οπλισμένος, αυτο σημαινει πως σε λίγο θα ειμαι νεκρος; Θυμαμαι ολους αυτους που πεθάναν και μου κόβεται η ανάσα. Μα ναι! ξερω τι θα κανω. Θα αναζητησω το τουφέκι στο διπλανο δωματιο και θα βαρεσω στον αερα τρεις φορές, προειδοποιητικα. Αν τίποτα δεν αλλαξει τοτε κάτι αλλο θα επινοήσω, τουλάχιστον θα εχω κερδισει λιγο χρόνο. Ο χρόνος ομως, εξακολουθεί να υπάρχει στα όνειρα; Τι απο ολα αυτα με ορίζει ορθά και εγω λοιπον οφειλω να αναγνωρίσω; Και αν ειμαι νυχτοβάτης οπου όρθιος εξακολουθώ να ονειρευομαι;

Μετραω βιαστικα τα βηματα μέχρι να φτάσω το συρτάρι μα δεν ειναι πιο πολλά απο δυόμιση και μια περιστροφή πανικού που παραλίγο να με οδηγήσει στην πτώση. Ξανα, πισω απο την κουρτίνα, αφουγκράζομαι ταραγμένα το συρσιμο πανω στο σαπισμένο κουρτινοξυλο. Συντονο αυτο και η παρατεταμενη ανασα μου δεν λένε να ησυχασουν. Τα νυχια μου γατζωμένα σαν γατί που επιχειρείς παρα την θεληση του να τραβήξεις απο τον καναπέ, πότε χαράζουν τους τοιχους και αλλωτε ξεσχίζουν με ακριβεια την κουρτίνα. Συλλογιζομαι πως ολα θα ειναι ενας φρικτος εφιαλτης, ειμαι ενα σώμα που ανοικει τις νυχτες στο κρεβάτι και αν γυρισω υποσχομαι να μην το τιμωρησω που με παρέλειψε. Μα πως ομως θα το καταφέρω; Δεν μπορώ να διαφύγω απο το παραθυρι μεχρι να καταλαβω τι εχει συμβει. Συμφορα ο ρεαλισμός και ο σουρεαλιστικος υπνος μετα απο μεθυσι σε ξένο σπιτι. Πρεπει να παρω μια αποφαση γρήγορη οπως και τοσο τακτικα αναγραφεται στα άρλεκιν το "Σ'άγαπώ. Αυτο να ξερεις θα γίνεται για πάντα". Τριβω τα ματια μου σε ενα γυάλινο προσωπο, τα κατευθυνω σε κατι δολοφονικό οπως ενα μαξιλάρι, επιχειρώ μεσα σε αυτο να εξημερώσω τον τρόμο. Ειμαι εγω ρητά κουρασμενος, μα αναγνωρίζω αυτον που βλέπω, οπως και αυτος κανει το ιδιο καλα και με πιο υπουλη προθεση. Εξερευνώ το δωμάτιο στην σκέψη οτι κάποιο αντικείμενο μπορεί να μου φανεί χρησιμο. Στα δεξια μου ενα χαρτί τσαλακωμένο, αναπαυεται κατω απ΄το κρεβάτι, διπλα του ενας στυλός οπου θαρρώ πως λίγες ωρες πριν κάποιος με την άμορφη μάζα ομορφιάς έγραψε: "Φευγω εραστή όπως έκανα και χθες. Η ερωμένη σου για σήμερα" ,εκδοχή της μοναξιάς επειτα απο ανούσια συνουσια. Αγγίζω τον στυλό, θα ήθελα να είναι ενα ραβδί που θα με μεταμορφώσει σε πρίγκηπα, ετσι σίγουρα θα υπάρχει καπου εδώ κοντα ο στρατός μου. Επίθεση απο την πραγματικότητα, ειμαι εγω αυτος που είμαι μοναχός και ευαλωτος. Θολωμενος γραφω για εμένα τις επομενες λεξεις οπως και καθορίζω δολοφονημενα στις προτάσεις. Δεν αναγνωριζω τον λογο να αναφερω κατι για αυτον που με σκοτωνει μα το έκανα ήδη, ετσι του δίνω το προσωνύμιο: "Εγώ". Συγγραφέας οταν η δείλια, σκαρφιζεται μυθιστορήματα πονηρά. Με ξερει αραγε, αυτος που με κατασκευασε μόνο και μόνο για να θυσιαστώ;.Γνωριζε απο πριν τι ανθρωπος ειμαι, αφου ξυπνήσω σε ξένο κρεβάτι; Σιγουρα ξημερωνει και ο Εγώ με νομίζει εξαντλημένο, μπορω να διαβάσω την σκεψη του ως θυρευτη, ειναι πρωι και αυτο γινεται. Οπου να'ναι θα επιτεθεί. Ομως πραγματικα, θα διαπιστωσει οτι κοιμαμαι αταραχος, αρα υπαρχει εστω και η παραμικρή πιθανοτητα να πιστεψω οτι σοβαρολογει σαν εισβαλλει οπλισμένος στο δωματιο;

Ο Εγώ ακομα το ιδιο κανει και σιγουρος, τρομακτικος και τιποτα παραπανω. Κοιταει μεσα απο τα ματια μου λες και ειμαι εγω η αφορμή. Ναι, τρομαζω αν σας ενδιαφερει εστω και λιγο απο την ζωη σας. Ουτε θυμαμαι πως βρέθηκα σε αυτο το δωματιο, πραγματικά δεν αναγνωρίζω τιποτα δικό μου, εκτος απο την γυμνή βαμβακερή εκδοχή μου, τσαλακωμένη στην καρέκλα. Κανω μερικα βηματα ξοπίσω μήπως και φτάσω την πόρτα της εισοδου. Τουλάχιστον να φορέσω τις κάλτσες μου, ενα παντελόνι που θα με κρατήσει για λίγο ζεστό. Δεν φράζω τελειως το παραθυρο, ουτε τραβαω τις κουρτινες, αφηνω μια πιθανότητα αρπαγής γιατι θελω να μαθω τι θα απογινει ο τρομος μου. Θα φωνάξω μα όχι εγώ. Η κραυγη μου σκαλώνει στον φάρυγγα, δεν υπάρχει εξηγηση ομως αυτο γινεται τώρα που διαπιστώνω οτι η πόρτα ειναι μισανοιχτή και διχως το κλειδί. Ακουω εναν θορυβο απο την αλλη μερια του δωματιου, πρεπει να φτασω στο παραθυρο μα τα βηματα μου είναι βαριά σαν τις λάσπες, οπως και στα ονειρα που δεν μπορεις να αποδράσεις. Το διαζωμα αδειο και ιδιο διακρινεται απο εκει πάνω που καρτερώ. Μπορω να δω μόνο τον Εγώ σε ενα απ'τα σπιτια μα όχι να τα μετρησω όλα γιατι οδηγώ αλλου τις σκεψεις μου, ή η αρρυθμία στους κτύπους της καρδιάς μου απαλείφει τις αισθήσεις. Σιγουρα δεν υπνοβατώ, ξεχωρίζω εστω και θαμπά το σαστισμένο μου είδωλο στο τζάμι. Παγιδευμένο εκεί και γυμνό, για ώρες εκλιπαρεί να σωθεί. Το ακουμπάω προσεκτικα με τα δαχτυλα, δεν θέλω να το μετατρέψω σε αμετρητα κομμάτια γυαλιού. Αθορυβα παρατηρω οτι με παρατηρει απο εξω, θέλωντας να με προστατέψω απ' οτι δεν πρέπει να δω. Ολοι κοιμουνται ασφαλεις απο οτι καταλαβα, κανείς δεν έκανε τίποτα κακό χθες, όπως εδώ. Κοιτάζω αλλου οπου ο τρομακτικος Εγώ δεν εχει αφαιρεσει το βλεμα του απο πανω μου. Ετσι κανει σαν να με ψαχνει μονο και που κουνησα μια σπιθαμη την κουρτινα, ακομα και αυτο τον προσταζει περισσοτερο βιαια να με παρατηρει. Σε καμοια περιπτωση δεν μπορω να σκεφτώ οτι υπάρχει η δυνατότητα να μάθω που εχω αφησει το κλειδι της εισόδου. Δεν ειμαι ασφαλής ως ανθρωπος που περιμένει την λυτρωση, οχι περισοτερο απο ενα ψάρι σε τρυπια γυάλα που σαν σταγονες απο αιμα χάνει μεθοδικά το νερο. Ανθρωπος το τοποθετησε πάνω σε αναμένο μάτι κουζίνας και στο τηγάνι να κοχλάζει το λάδι, τώρα θα στρώνει το τραπέζι. Μα γιατι τα σκέφτομαι ολα αυτα; Με κάνουν και νιώθω πιο κοντά στην απογνωση. Δεν πρεπει να τρομαζω, οχι δεν υπαρχει λογος να το κανω αυτο, ηλικιωμένο βρέφος στα 30 μου. Και περηφανος για τους φόβους μου, ποτε δεν νικηθηκα απ'οτι και αν μου υπεδειξαν τα γεγονοτα. Ξερω οτι δεν ειμαι δειλος, αληθεια σας εξηγω, το εχω συνηθησει να με ακολουθουν και παρα, για κατι δικο τους που λησμονηθηκε. Μου αξίζει καλυτερη τυχη απο αυτον τον θάνατο. Ειμαι ενας λαμπρος νέος κι ερχονται οι μερες που θα αναγνωριστω. Σιγουρα και αυτος θα ειναι καποιος θαυμαστης της ομορφιάς μου. Καποιο εκλεκτο ειδος που σωστα δεν αξιολογησα και τωρα θελει να με εκδικηθει. Ομως γιατι ετσι στο χάραμα που κάποιος πρεπει να παραμεινει κατω απ'τα σκεπασματα; Αν μπορουσε λιγο να περιμενει, ισως να το θελα και εγω να παιξουμε το παιχνιδι του. Λογαριαζω να βγω στο μπαλκονι τάχατες ανυποψιαστος, με μια εφημερίδα και τοτε ισως να με εγκαταλείψει. Χωρις κλειδια, σαφώς τα έχασα, μονο με την ρόμπα μου, διχως το εισητηριο της επιστροφης στην τσέπη, τοτε θα σταματησει να με παρατηρει; Όσο τολμηρό και αν ακουγεται, θα τραβήξω αυτον τον δρόμο απο δίπλα του και θα του ανακοινώσω με σιγουρια πως βαρέθηκα. Θα του πω σαν να μην εχει συμβει τιποτα :"Τώρα Εγω... να ξέρεις πως εγώ φευγω. Καλο θα είναι να με ξεχάσεις." και θα συνεχισω να περπατω σφυριζοντας αφηρημένα εναν σκοπό απο Στράους. Αδύνατον. Φοραει ακομα αυτα τα αψυχα ματια, του μελοθάνατου που αδημονεί ποιον θα πάρει συντροφια μεχρι τον Άδη. Αυτος, οπως και εγώ, θα έχουμε την πιο ασχημη καταληξη.

Thursday, June 05, 2008

//



Υπαρχουν δυο ανθρωποι όμοιοι που θέλουν το ίδιο.
οπως βλεπουν, ξερουν το καθημερινα να υπαρχει το ιδιο, ποθούν το
Θέλουν οπως βλέπουν οτι τους ανήκει να υπάρχει έτσι
Υπάρχουν δυο ανθρωποι που αγωνίζονται για το ίδιο.
και οι δυο προσπαθούν για το αυτο, τουτο που προανάφερα και ειναι.
Το αυτό, οπως και οτι είναι η παρουσίαση σαν αυτή την αφέλεια σκέψεων.

Υπάρχουν 2 εκδοχές στην πορεία των δυο ανθρωπων, αυτών.

Ένας(1η εκδοχή)
Ο εκεινος ανθρωπος, ένας δρόμος, ο πρώτος, που θα τον επιλέξουν
γιατι είναι ο αυτός

και ένας άλλος, ((2η εκδοχή)
δρόμος δευτερος, που απλα δεν θα επιλεχτεί, χωρις λογο.
χωρίς λογο δεν θα επιλεχτεί.

Κάποιοι σε αυτην την ζωη επιλέγουν...
και καποιοι άλλοι, απλα δεν επιλέγονται.

Friday, April 11, 2008

77






Στο δωματιο Παρασκευή κοιτω τον καθρεφτη. Βλέπω ενα φαντασμα οπως ενα φαντασμα βλέπει απο εμένα. Ακουω την φωνή του, πονάω και προσπαθω να ακουω. Βλέπω οπως καταβροχθίζω αχόρταγος αυτο που ορίζει την ορθή απεικονιση. Βλέπω τον θάνατο μου στις κινησεις μου. Βλεπω τον θανατο μου στον καθρεφτη οπως βλεπω τον θανατο μου στις κινησεις μου.Ακινησια οπως μια νυχτα που δεν κινουνται τα ματια. Σπασμους ονειρευομαι μεσα απο σπασμους οδυνης, καυλας, εσπερινης ματωσης. Πιστος οπως πιστος ο τετραποδος σκυλος που δεν του επιτρέπω να μιλήσει. Ανθρωπος οπως τετραγωνος ο ανθρωπος της λογικής που επιπλεει στα ποταμια. Εκει, ολα που αρχιζουν απ΄το τελος ξεχυνομαι. Τις νυχτες εχω ματια που βλεπουν τις νυχτες. Απεμεινα θεατης της ακροασης ή σχηματίζομαι απο χρωματα της φωνής. Βλεπω τις συνηθειες αυτων που συνηθισμενα περπαταν εναν δρομο. Ακουω ακομα και τα κερματα οτι αναπηδανε στις τσεπες τους. Ακουω το κοκκινο κραγιον που ξεβαφει τα χειλη τους. Ακουω τις τριχες τους που μπλεκονται στην ομιχλη μου. Υγρασία σε μια πόλη που δεν θα βρέξει για καιρό. Βλεπω μια πολη οπως με βλεπει και αυτη. Ορθανοιχτα με φυλακίζει. Προσεκτικα θελει να με αποφυγει. Μεσα στους τοιχους ξαγρυπνω ξερωντας πως δεν ενοχλω την πορτα, μα με σιγουρια οχι το παραθυρο. Δεν θα βρεθώ οπως καποιος που φευγει και αφηνει σκοπιμα ίχνη. Βλέπω αυτον που με ξυπνησε γιατι αυτος που δεν θελει να με δει πρεπει να φυγει αθόρυβα. Κρυβομαι οπως κρυβεται ο κυνηγημενος απο τον κυνηγό. Ειμαι εγω αυτος που είναι. Είμαι εγω αυτος που είμαι. Βλέπω την λυτρωση με επιφυλαξη οπως βλέπω ενα χαμόγελο που δαγκώνει σκουριασμένα δόντια. Συναρπαστικός ανθρωπος αυτος που έχει ασημι στο στόμα του και νιωθει παντα διψασμενος. Αυτος που δεν χρειαζεται να πει αντιο, ηρθα και θα ξαναφυγω αν πρεπει. Ζωντανος ανθρωπος αυτος που ζωντανευει στην ιδεα οτι ειναι νεκρος γιατι ηρθε η ανοιξη. Οχι γιατι πρεπει ειναι νεκρός. Οχι γιατι τελειωσαν οι μπυρες. Οχι γιατι ξεχασε αρκετα απο αυτα που οφειλε να θυμηθει.

Θυμαμαι οτι χορτασα. Το αποδεικνυει το αδειο πιατο. Το αποδεικνυουν η ανοιχτη καταψυξη, τα τσοφλια απο τα τεσσερα αυγα, οι φλουδες μιας πατατας απο το Νευροκοπι. Το στομα μου που μασουλάει το σιδερο. Το ρουθουνι μου που εξομειώνει την οσμη στο μπαρούτι. Η γλώσσα μου που τρυπώνει οπως η σφαίρα που βρίσκει τον στόχο της. Τα νευρα μου που επιτασσουν την κοπωση. Κανεις δεν ειναι εδω ή τα μάτια της κάνης. Κρότος μεσ'την νυχτα οπως σιωπη σε ενα λιβάδι. Ισως τα φυλλα να σαλευουν αν τα φυσάει ο Βαρδάρης. Ισως μια παρεα φιλων που ξεφυσαει αμήχανα γυρευωντας καλοπεραση. Ισως μια φυλη κανιβαλων οπως μια φυλη καρναβαλιστων απ'την Πάτρα. Κανεις δεν ειναι εδω οπως καποιος ειναι εδω που ξεκάθαρα κάνει θορυβο.

Ξεκάθαρα.

Κανεις δεν κάνει θόρυβο.

Κανεις δεν ειναι εδω οπως καποιος ειναι εδω πισω απο αυτην την πορτα. Κανεις δεν ειναι εδω οπως καποιος ειναι εδω και βλεπει οτι βλέπω. Βλέπω τον θάνατο οπως η κάμπια μεταμορφώνεται σε πεταλούδα. Ξερνάω τις λέξεις πάνω απ'το μνημα μου οπως το φίδι αποβάλλει το δέρμα του. Αδειαζω την ψυχη μου οπως η ψυχη μου αδειαζει απο ενστικτο. Δεν ειμαι εγω ο οδηγος αυτων που αποφάσιζω να κανω. Δεν παιρνω εγω τις αποφασεις για οτι περναει βιαστικα απ'το μυαλο μου. Μου ηρθε μια ιδεα οπως μου ηρθε περιοδος. Ειμαι ο τροχός, ο τρισδιαστατος κύκλος. Ακονιζω τα δυο μου χερια, τα τροχιζω στα δαχτυλα. Στις παλαμες μου δεν υπαρχει τιποτα διαφορετικο απο αυτα που οδηγουν στην εκπυρσοκροτηση. Το στόμα μου το ίδιο. Πυρός. Σιδερο που φλεγεται. Δημιος εκτελεστης της ανορθωσης. Πέφτω γιατι δεν ικανοποιώ οπως πεφτει η στηση και αναβουμε τσιγάρο. Με σηκωνομαι ξανά και για αυτο μπορω να με σιχαινομαι. Δεν ειμαι εγω ακομα αυτος που είμαι, με αναγνωριζω πως σιγοσβηνω στην καφτρα μου. Με βλεπω πως τραβαω το κορμι μου. Με βλεπω πως αποχαιρετω την φωνη μου. Ειμαι εγω ενας απο αυτους που ειναι. Ειμαι εγω ενας απο αυτους που ειμαι. Ο βιαστικος λεπτος δεικτης. Ο χρόνος που θα σταματήσει με τα χρόνια. Ειμαι εκει ομως εκει και οταν φευγω. Το σχημα, η σχεση με την καμοια σχεση.
Ειμαι εγω ενας απο αυτους που ειναι ενα φαντασμα και βλεπει την απουσια του στον καθρεφτη.

Tuesday, April 01, 2008

76









Ειμαστε μια μικρη κοινωνια ποντικών που τρεφόμαστε με τυρί.
Μα μερικοι απο εμάς μοιαζουμε με ανθρωπο.


Σημερα στην δουλεια αργοπορημένος σαν κατεφθασα τους ειδα ολους στο γραφειο μαζεμενους πανω απ'το τυρι.
Ζέστανα τον καφέ και καθησα έξω μοναχος, εγω και ο ηλιος. Πεινούσα αυτο είναι γεγονός, μα περισσοτερο ηθελα να κερδίσω χρόνο απ΄την μοναξιά μου.
Απο καποια στιγμη και μετα, ενας απο αυτους με πλησιασε να ερωτησει γιατι μονος καθομαι και σιωπηλός.
Απευθυνθηκε πίσω απο μαυρα ανθρωπινα γυαλιά προς το μέρος μου.
«Γιατι καθεσε εδω περα μονος συναδελφε; Εχει αντηλιά, δεν σ' ενοχλει ο ήλιος;»
Με ευθύτητα εγώ του απάντησα.
«Καλυτερα μονος να καθομαι στον ήλιο απ'το να καθομαι με ηλίθιους στην σκιά»
Οταν εφυγε ενοχλημένος δεν τον κοιταξα. Δεν συλλογίστηκα διόλου τι θα σκεφτεται τώρα που φευγει.
Μονο παρεμεινα εκει χαζευοντας καταματα τον ήλιο, με γυμνά μάτια.
Σαν άνθρωπος.


Ειμαστε μια μικρη κοινωνια ανθρώπων που τρεφόμαστε με λέξεις.
Μα μερικοι απο εμάς μοιαζουμε με ποντικό.


Σημερα στην δουλεια ένας απο τους ποντικους με πλησιασε με μοναδικη εγνοια να μου φάει το τυρί.
Ξετρυπωσε κάτω απ΄την χαραμάδα ενος γραφειου που η πορτα ανεγραφε:
"Νήγιας. Επίσημος Προιστάμενος της Ανικανότητας"
Φτανοντας προς το μερος μου, επεξεργαζόμουνα ανθρωπινες συνηθειες, τον αντιληφθηκα ποσο με ζυγωνε ανυπόμονα.
Με τους ελιγμούς του πρόσταζε βαρυθυμο θόρυβο σιδεριάς να ανασάνει η ασφαλτος. Οπως και διαπίστωσα οταν έφτασε. Απο πίσω του εσερνε διπλωμένη μια φάκα και αυτος ήταν ξεκάθαρα ο λόγος.
Μπλεγμένη σαρκικά, τεμάχιζε την ουρά του, μα και το στομα του ηταν τσαλακωμένο, απο τον τρόμο.
Προσπαθησε να απελευθερωθει και δεν τα καταφερε. Σκουπισε τα αίματα απ'τα μουστάκια ,επειτα ψέλλισε αδύναμα τις λέξεις, απο τον πόνο.
«Φορας μπλουζα ανθρωπου συναδελφε και μάλιστα την φοράς αναποδα. Ισως να σε ζηλευω μα δεν ξέρω ακομα, ετσι μονάχα αναρωτιεμαι. Το γνωρίζες αυτο όταν την έβαλες ή έγινε απο αμέλεια;»
Εγνευσα καταφατικα χωρις ιδιαιτερη δυσκολια και τον καθησυχασα. Αναστέναξα ήδη απο καλοσυνη, να του στεγνώσω τα αίματα στα χνώτα μου.
«Το ξερω, σαφως και το γνωρίζω, μην απορείς. Είναι επικοινωνιακο τρικ για να μην δεις οτι και τα παπούτσια μου ειναι τρύπια»
Τότε εσκυψε το κεφαλι και έφυγε απορημένος. Με το ίδιο τρόπο που ήρθε. Ξυπολητος οπως ήταν γραπώθηκε με σβελτάδα απο εναν τοίχο, σκαρφάλωσε απο τα μπαλκόνια, κατόπι εξαφανίστηκε αστραπιαία στην ταράτσα. Οπως ενας κανονικος ποντικός που φευγει βιαστικά, έτσι εφυγε και αυτος.
Σαν ποντικός.

Friday, March 14, 2008

12:21

Ζω στο περι-θωριο μα παντα ως πειραμα-τιστης.
Καποιος -κεντρικος με -οραμα -ακολουθει παρα-.
Κληση εκτελει προσ- το μερος μου καθως εγω- τοζώο σκούζω.
ουρλιαχτά φωνές του εις αναμονη τρεχω απο-.

Περιμενε ανθρωπε αν- δεν πλήττεις.
-υπο συνθηκες ανθρωπε -μονε.
Ανθρωπε!
Δειγμα και εγω οπως εσυ, μονος εγω, εσυ δεν βλεπεις;
Δεν θα -φυγω την βια-συνη σου να προ-λάβω.
Φιλο καλο θα σ'έχω ,οχθρος εισαι δεν -ετοιμάζω.
αν-Α-γνωρίζω ωσ-τόσο μαζι τα δυο εις το μυαλο μου.
Κατα-σκευαζω τον δρομο μονα-ΧΑ!.
Στις ακρες -που τα τοποθετω και οχι με αλλους.
Γέλα εσυ ,γέλα.
Ειναι τοσο ,εχεις δίκιο που στο λεω.
Τωρα δεν φωναζει, αν γελαει ίσως λίγο και τρέχει.

-ρέει απ'τα βημα-τα πανικος, βι-αστικος κι αυτο μπορω να δηλωσ-Ω!.
Με σιγουριά θα ερωτησω γιατι -όλα.
μι-λα ρε σόλ!
Μαλλον η μοναξιά ,οχι ξέχωρα μου τραγουδα- ει-.
Αν τρέξω -ναι ,απλά και αυτος θα παρα-τείνεί.
πατημα-τα στο σκο- τεινο(ω!) και εγώ σαν εκεί-νο.
Πώ(ο) θα με φτάσει οσο πάει, το χει βάλει ,όχι εσας.
Ένα λάθος κάνω κι έτσι τώρα.
Καιρός που αδεια-ζω για συν-ήθεια τα βήμα-τα.
Πετώ ξοπίσω μου τους σ-πόρους
οσο μπορώ, οσο μπορώ καθώ-ς.

-αγωνιστης την μέρα και κοιμά-μαι όρθιος ή εργάτης.
Το ίδιο κάτι -πίνει ουσίες μαζί με το τρεξιμό.
Κατά διαστημα-τα χρησιμο-ποιεί αν κάποιο ό-φελος;.
Σίγουρα αυτος θα είναι πιο-μένος απ΄τον υπο-φαινόμενο.
Στα-μάτ(ι)α ανθρωπε, ηρε-μησε να με χτυπάς κάτω,
τι σου ε-φταιξα;
Και μισός κάτι άλλο αφου είσαι, δεν με πειράζει
εμένα αρκεί -να χάδι.
Συν- ηθισμένος στις λύπες ,εθισμένος στα φαρ-μάκια χρειαζομαι.

Φιλιά απο μακρυά ήθελα να πω εξ-αρχής
συγ-χώρα το λάθος.
Είναι ο λόγος πολύ πρίν απο την δια-θεση.
Εκει που ζώ δεν είμαστε οι νόμοι.
Που -γνώση να στα λέω .
Τώρα όμως ικανο/ποιημένος και επι- αυτήν.
Λάθος μεν, αλλα σωστή γυναίκα.

Monday, March 10, 2008

75

Πιο κοντά. Απο πάνω είσαι αριστερα. Απο κάτω ειμαι αριστερά. Ψηλαφιζω αυτο ,ξερω οτι δεν γινεται να δω. Αραγε θα ειμαι, θαρρω πως ναι. Αδιακοπες διακοπες. Ισως ενα μουνι, ισως ενα βυζι αριστερό. Απο πάνω ενα δεξί στο ιδιο μεγεθος. Ισως ενα στομα αλλο που ψαχνει οτι χάθηκε. Κατι ευγενικο στην οσμη της ταραχής υπάρχει. Εξερευνω αυτο, ξερω οτι δεν γινεται να δω. Ισως το ακουω. Ισως το ακουμπω. Ισως με εξαπατει η αγανακτηση.
Αδυναμος ανθρωπος ξεγελάει τον δυνατο. Στο σκοτάδι διαπιστώνεις πιο γρήγορα. Κοιτα μπροστα ακομα και οταν δεν οδηγεις. Στο σκοτάδι οταν δεν οδηγείς, ισως καπνιζεις μετά. Καποιος αλλος το κανει για εσενα, αν εσενα σου αρέσει να ντύνεσαι. Ξερω οτι ξερεις μεσα στο μυαλο σου. Συνοδηγος εσυ οπως τιποτα που να ειναι παραδοξο. Στον δρομο ,ο δρομος θα πω πως ειναι ο ιδιος. Στην πορεία το ίδιο. Θα πω πως ειναι πάντα αδειος. Μονο αυτο θα πω και οχι κατι αλλο. Αδειος σαν τις λακουβες που δεν γεμιζουν παντα.
Ισως λιγο η βροχη. Ισως περισσοτερο τα μυτερα παπουτσια, οι ψηλοτακουνες γοβες. Καποιος θα σκεφτει κατι και γι'αυτο. Θα το πει, θα το πει. Υπαρχουν αυτοι που σκεφτομαι, αυτο το ομολογώ. Καθε μερα που ξυπνω υπάρχουν. Αραγε θα ειναι, θαρρω πως ναι. Ειναι, ηρθε η στιγμη να δω. Ειναι , ηρθε η στιγμη θα πω. Ηρθα, δες πως ηρθα. Ποιος εισαι εσυ και εισαι ετσι σκονισμενος; Η σκουπα φιλιπς ρουφαει την σκονη. Απο μακρυα.

Monday, March 03, 2008

74









Ειμαι ενας δυστηχισμένος ψαρας μα κάποτε υπήρξα επιφανής . Συνηθισμένος πλέον απ'την κακοτυχία μου,περνω ολη την μέρα στο νησί αγναντευωντας την θαλασσα. Mε ενα καλάμι αναζητώ την τροφη μου απανω σ' εναν βράχο. Για δολωμα εχω μερικα ζωντανά σκουλικια που σκαβω καθε πρωι με τα νυχια, βαθιά απ'την αμμο να ξεθαψω. Η μπετονια μου χοντρη και στιβαρή, επιδέξια χορευει στο καλάμι. Το μακρος της συμφωνο με αυτο του διπλανού ψαρά, σωστες ολες οι αναλογιες, όπως πρέπει και το ζύγισμα. Μα αυτος παντα φευγει πρωτος απο εμένα και με τον κουβα του απο ψάρια γεμάτο! Ο δικός μου κουβάς καθημερινά φτωχός παραμένει και φανερά ελαφρύς. Σαν παιρνω τον δρομο της επιστροφής ,περισοτερο κενό τον αισθάνομαι απο το πρωι που ξεκίνησα. Απελπισμένα τον τραβανε ξοπίσω μου οι πατούσες. Πονεμένα τα βηματα, αυτα της υποχώρησης. Σπαρταράνε μέσα τα δολωματα, λιγοτερο βαρυς και απ'τα 21 γραμμαρια της ψυχης. Ασφυκτιά κρεμασμένος απ'το νώμο μου καθως αποσύρομαι αθόρυβα απ'το λιμάνι. Ντροπιασμένος τραβώ οπως και να΄χει το άγονο μονοπάτι του γυρισμού προς το σπίτι. Θα μπορούσα να περάσω απ'τον πολυσύχναστο δρομο τον πλακόστροτο, αυτον που δεν σκονίζει τις μπότες μου, μα ειλικρινά ντρέπομαι. Μην με δεί ο αλλος ψαράς και ξεσπάσει σε γέλια. Μα γιατί να είμαι τοσο ατυχος; αναρωτιέμαι μεσ΄την συμφορά μου. Τα ιδια συνεργα εχω και εγω με αυτον, μονο ειμαι πιο αδυνατος στα κυβικά και σιγουρα πιο ασχημος. Η όψη μου αποκρουστική, το βλέμα μου βασανισμένο ειναι το παραδέχομαι, στα μάτια μου φωλιάζει η λύπη, αλλα δεν ζητησα συμπόνια απ'τα ψαρια! Το στόμα μου εγκαταλειμμένο το αισθάνομαι, λιποτακτήσαν απο καιρού οι λέξεις το γνωρίζω οπως και εσείς, σπανια χαμογελώ υπευθυνα, μα λετε ολα αυτα να παιζουν καποιον ρόλο; Ο κουβάς μου σαν κάνω να τον ανυψώσω αν είναι ασηκωτος είναι απ'το φορτίο της ντροπής και μόνο. Απ'την μεθοδική αναγνώριση της ηττας. Τον κοιτάω τον αλλο τον ψαρα με πονηρές κλεφτές ματιές, με τι ανεση απλωνει το καλάμι του στην θαλασσα κι ασφυκτιώ. Λες και εχει κάνει συμφωνία με τα ψαρια. Θαρρεις πως μιλάει μεσ΄την καρδιά τους ο άτιμος! Και λιγο πριν προλάβει να τελειωσει μια σελιδα απ' το βιβλιο του, το παρατάει βαναυσα καθως ξερει οτι τσιμπησε άλλο ενα μεγαλοσωμο ψαρι! Τόσο μεγάλο σας λέω που η ουρά του ξεχωρίζει, έτσι με οίστρο που κλοτσάει τον κουβά. Πότε τον ταλαντευει και πότε δίνει σφαλιάρες στον βράχο θελωντας καταφυγη ξανα προς την θαλασσα. Τόσο μεγάλο ψάρι είναι το δικό του που δεν το βαστάει ουτε ο κουβάς και εγώ τίποτα. Ουτε καν ένας φουκαράς αστερίας να μπλεχτεί στο αγκίστρι μου. Ακομα και το καλαμι να σας πω τώρα, ο ίδιος πωλητης μας το προμηθευσε, το παραδέχομαι. Ομοιο είναι με το δικο μου ρητά, ειμαι σίγουρος. Ως προς την κατασκευη του, το βάρος μα ακομα και το χρωμα του. Γαλάζιο μας το πλάσαρε με σχέδιο να μαλακώνει την θαλασσα. Αυτο θα σας δώσω είπε και το κανε, αυτο που είναι το μαγικό για τα ψάρια, εγώ πίστεψα. Μα τίποτα... τίποτα απολύτως. Τι να φοβίζει τα ψάρια και δεν τσιμπάνε απο εμένα; Μήπως η γερικη μου όψη; Μήπως οτι ειμαι λιγομιλητος, συναμα και πολυ κλειστός στον εαυτό μου;

Ειμαι ενας ψαράς καλοψυχος μα ουδε ποτε κανεις δεν αναγνώρισε αυτην την καλοσυνη μου. Δεν μου χρειαστηκε εντουτοις ποτέ. Σιγουρα οχι σε τουτη την ζωη που στέκομαι μονος στον βράχο, ποσο μαλλον μπερδεμένα θα είναι ολα κατω απ'τον βυθό, συλλογίζομαι. Δεν βρίσκω παρηγοριά σε καμοία απο τις σκέψεις μου, στιγμές υπαρχουν που σκέπτομαι και τον πνυγμό. Πως να με καταλάβουν τα ψάρια ,οταν κανενας ανθρωπος ποτε με θέληση δεν το κανε; Μονόδρομος όλα στις μέρες που περνάν. Ομως ειμαι αληθινά καλος και ας μην μπορω να σας το αποδείξω. Εσεις ολοι οι καινούριοι απο το μέλλον. Να σας κάνω το τραπέζι με φρέσκα θαλασσινά, μυρωδιές που θα τραβούσαν ακομα και απροσκληπτους ταξιδευτές απο μέρη μακρινά. Να σταθουν εξω απ'την πόρτα ακομα και οι φίλοι σας, μυρίζοντας μέχρι και το σανταλόξυλο στην πόρτα μου με την δικαιολογία πως χασανε τον δρόμο. Αρκεί μονο να ρθειτε συντροφιά μου ενα πρωι εδω στον βράχο ,θα διαπιστώσετε πως κάτι τρομερο συμβαίνει και δεν μπορω να πιάσω ουτε ενα ψάρι! Ελάτε να μου δώστε μια εξηγηση που σας παρακαλώ, σαν με κοιτάξτε έστω και με αντιπάθεια στα μάτια, πείτε μου εσείς τι καταλάβατε. Γιατι εγω δεν ξέρω τίποτα περα απ'ολα αυτα. Ειλικρινά σας λέω δεν μπορώ να καταλάβω. Περνάν απλα οι μέρες έτσι στο νησί, τίποτα απο αυτα που επιθυμώ δεν λαμβάνω. Εχω υπομονη αν σας εχω κανει να αμφιβάλεται που σε καμοια περιπτωση δεν θέλω, μα για ποσο ακομα; Πεινάω τρομερά μα και αυτο το ξεπερνάω, ειμαι πεισματάρης. Δυο τρια ψαράκια λαχταρώ απλα να μην αισθάνεται αδειος ο κουβάς μου. Ειμαι τοσο αγαθος που οταν σουρουπωσει και επιστρέψω, μου αρκει ο λογισμός οτι μπορω να ξαναέρθω και αυριο. Να ξαναπροσπαθήσω και ίσως κατι μεταβάλει την κακοτυχία μου. Αγαπώ την θαλασσα περισοτερο απο εμένα ,την ζωή μου της την χαρίζω διχως ανταλαγμα. Δεν νοιάζομαι πιότερο για εμένα, αυτα τα μελτέμια που στοιχειώνουν το νησι τα περνάω για πλάκα συντροφιά με την θαλασσα. Αντιθέτως είναι οι στιγμές που διαπιστώνω οτι δεν έχω το θάρρος να πιάσω εστω και την πιο μικροσκοπικη μαριδα. Αφου τοσο ευαισθητος ειμαι λοιπον, παυω και ας διαφωνεί αυτη η κοιλιά που έχω ,ετσι που ξεχωρίζει δειλά μεσα απ'τα κοκκαλα. Πεινάω πιστέψτε με μόνο αυτο, δεν μου εχει απομεινει αρκετή δυναμη για αλλες σκέψεις. Λίγο πριν ο ήλιος βυθιστεί στην θάλασσα αρχίζω να περπατώ όσο είναι ακομα μέρα για να επιστρέψω στο φτωχικό μου. Ξαναθαβω τα ίδια σκουλίκια που είχα για δωλομα ,θαρρω οτι τα εχω βαφτίσει πλεον ,με γνωρίζουν αν τα φωνάξω με ονοματα. Στο ιδιο μερος ,απο τον ιδιο λακο την επομένη ν' αναζητησω. Ξέρωντας οτι η θεληση δημιουργει ζωη, προσταζει την δραση ,συνεπως το πρωι θα βρω και περισοτερα. Αυριο θα ειναι η τυχερη μου μερα, ελπίζω. Αποκοιμιεμαι με αυτην την αγια σκεψη για να πιασω το πρωτο μου ψάρι. Την χαραυγη ντυνομαι βιαστικά μην με προλάβει ο τυχερος ψαράς, αν και πάντα αυτος ερχεται αργοπορημένος. Μηπως και αιφνιδιάσω τα ψάρια στον ύπνο, πρώτος να βρεθω στον βράχο μου τρέχω. Καθε πρωι λιγο πριν τις επτά στο λιμάνι με τον κουβά που ζηγήζει μονο οσο και τα δολωματα. Λιγοτερο απο τις τρυπιες τσέπες μου. Λιγοτερο και απο τα 21 γραμμαρια που ζυγιζει λενε κάποιοι η ψυχή μου.

Ειμαι ενας ψαράς πολύ γέρος και μοναχικός σε ενα νησι που δεν γινεται. Με μισώ στιγμές, μα ειναι ακομα νωρίς για να το κάμω αυτο. Γέρος ναι μα θέλω να ζήσω, εστω αν αμοιβάδα. Το ονομα μου θα είναι τοσο μεγάλο οσο και τα χρόνια αν λογαριάσω πως τα πέρασα μόνος. Δεν είμαι ξακουστος ,αν αυτο σας εδωσα να καταλάβατε. Θαρρω πως δεν με ξέρει κανεις εδω σε αυτον τον τόπο. Δεν έχω για φίλο κάποιον, παραμονο την μοναξιά μου και αυτο ισως να οφειλετε στο οτι ειμαι χωρις αμφιβολία αποτυχημενος. Μα και την εμφανιση μου δεν την φροντίζω μηπως ετσι ξελογιάσω εναν επισκέπτη που αρκείται στις ομορφιές τις καθημερινές. Τα μαλλια μου βρωμικα και απεριποιητα, τα εχω δωρίσει στο έλεος του χρόνου. Ειμαι χωρις δευτερην σκεψη ενας ανθρωπος που δεν θα θέλατε να συναντήσετε. Αναμφίβολα αυτος που αντικρίζεις και δεν θα αλλαξεις μαζι του έστω μια κουβέντα. Δεν θα του πεις αν είσαι τουρίστας "Καλημέρα θαλασσολυκε, ποσα μποφόρ θα ελεγες οτι εχει σημερα η θαλασσα; Φαινεται φουρτουνιασμένη ε;". Δεν εχω απάντηση.

Τα ψάρια δεν καταφερα ποτε να τα ξελογιάσω, δεν πιστεψαν ουτε αυτα πως ο κουβάς μου ψαρίλα μυρίζει και θα'ταν φρονιμο να κάνουν ενα σάλτο. Το καλαμι μου διαμαρτυρεται απο την ακαμψία. Θα ηθελα να μόνο. Στον βράχο. Να νιωσω τον σφιγμό της ζωής πως λικνίζει την μπετονιά, γίνεται ένα με τον δικό μου μεσα απο τις φλέβες. Εστω μια συγχρονη γοργόνα να βγάλω απο αυτες που πεφτουν σε καταθλιψη. Στον βράχο μα. Με τις γυναίκες ποτε δεν τα πηγαινα ιδιαιτερα καλα και με αυτες. Ειμαι ενας ψαρας φτωχος γερος θλίμενος μόνος μα τίμιος επιμενω να σας λέω. Με τις οικονομιες μου απεκτησα αυτα τα συνεργα. Ομως μου ειναι πλεον ολα αχρηστα, αν θελετε να ξερετε μπορω να σας το πω τώρα μηπως και με καταλαβετε. Δεν εχω τιποτα ευλογο στο να τα κρατάω. Και περισοτερο απ'ολα, αυτο το κοφτερό μαχέρι που αγορασα ταχα να καθαρίζω τα εντοσθια απ΄τα ψαρια. Θυμαμαι οτι λογάριαζα να πάρω και δευτερο, μηπως τοσο μεγαλη ηταν η επιτυχια μου και καποιο θηλυκο ζηγωσει απο τις μυρωδιές. Αχ ένα κορίτσι να είχα! Απο μακρυα οπως με πλησιασει να σκυψει με κατανόηση πανω απ'τον κουβα και να βοηθησει με χάρη στο καθαρισμα. Πάντα σκεφτόμουν ενα κορίτσι οταν με σκεφτόμουν ψαρά. Σε εναν πινακα ζωγραφισμένο με κομένα τα χέρια. Το καλάμι ειμαι ετοιμος τουτη την στιγμη και ας ξερω πως ειναι της απελπισίας, να το στειλω στον αγύριστο. Ευχομενος ποτε μου να μην το ξαναδω, αυτο και εκεινον τον παλιανθρωπο που μου το πουλησε. Ο απατεώνας φρόντισε καλα για εμενα πως να γίνω κακοτυχος! Ομως αυτο το μαχέρι; Ειναι στην ιδια κατασταση, απλα δεν στέκει οπως τοτε στην βιτρίνα. Φαντάζομαι οτι θα υπάρχει και η τιμή του κολημενη στην λεπίδα. Θα μπορουσα με αυτα τα λεφτά να εξαγοράσω την ελευθερία μου, αν θέλετε να ξέρετε και εγω να σας πω το δευτερο και πιο σημαντικο. Ομως παρ'ολα αυτα προτίμησα να το έχω συντροφιά με τα σχισμένα ρούχα μου. Τις τρύπιες μποτες μου που μπαζουν νερό. Ποτε δεν βρεθηκε λογος να το ξεκουμπώσω απο την δερματινη θηκη, εστω να σιγουρευτώ οτι ειναι ακομα το ιδιο κοφτερό οπως οφείλει. Χαραζωντας το δάχτυλο μηπως και ενας καρχαρίας με πλησιάσει απ'τα αιματα. Να το σηκώσω ψηλά οπως θα είναι ακομα πρωι, καμαρωτά να σας πω ποσο περηφανα με αντιγράφει. Πρωι πολυ πρωι και το πρωτο μου ψάρι, κοιτάξτε με όλοι θα αναφωνήσω! Το πρώτο μου ψάρι και είναι τόσο μεγάλο που χρειάζομαι την βοηθεια σας. Τότε σιγουρα θα με ζήλεβε και ο διπλανός ψαράς, τοσο πολυ που σχεδον θα με ηθελε για φίλο του. Ίσως να με προσκαλούσε να γνωρίσω την οικογένεια του, να φάμε ολοι μαζί. Περηφανος που θα ηταν για εμενα θα πρόσεχε να πει: "Γυναικα φέρε το καλυτερο κρασι. Αυτος ειναι ο ενδοξος ψαράς που σου έλεγα ,τα καταφέρνει το ίδιο καλά με εμένα και ίσως πολυ καλύτερα πρεπει να ομολογήσω" Ομώς τίποτα απο αυτα δεν συμβαίνει πραγματικά. Προφανώς ειναι Δευτέρα 3 Μαρτίου του 2008 και υπάρχει το ιντερνετ. Είναι πρωι και η αληθεια ειναι οτι απλα ειναι Κυριακή ξημερώματα Δευτέρας. Και γι'αυτο τοσο μισώ αυτο το μαχέρι στην θήκη που σαπίζει, περισοτερο απο τον κουβά ,την μπετονιά και το καλαμι. Καθρεφτίζει στην λεπίδα την αποτυχία μου.

Αυτη η αποτυχία οσο περνάν τα χρόνια με γεμίζει με θυμό. Αρχίζω να μισώ τα παντα, δεν με αναγνωρίζω, θέλω εσεις τώρα να ξέρετε. Ακόμα και την θάλασσα που σας είπα οτι αγαπώ, την μισώ έτσι απλά. Την ιδεα οτι εγινα ψαρας και δεν χάθηκα στα δάση να κυνηγάω πεταλούδες, λόγου χάρη. Ειδικα ειναι εκεινα τα απογευματα της αποτυχιας, που σκεφτομαι να παρω απο πισω τον αλλο τον ψαρα, παραλογίζομαι. Με την μεγαλη την κοιλια και τον φουσκωμενο κουβά να δω που εξαφανίζεται. Ελαφρυς εγω αφου δεν καταφερα να πιασω τιποτα δεν θα τον χάσω απο τα μάτια μου. Και ας με χτυπάει η πεινα στο κεφάλι. Χορτάτος αυτος δεν θα μπορεί να τρέξει μακρυα μου. Τον φαντάζομαι να βαδιζει αγάλια προς την κατοικία του που θα τον περιμενει στην φωτιά ενα πελώριο τηγανι. Δεν θα'ναι μακρια απο εδω το σπίτι του θαρρώ. Ισως μετά το αλσάκι ,πίσω απ'την ταβέρνα, εκει που μαζευονται ολοι οι διάσημοι ψαράδες. Συζητάνε μεχρι πρωιας για τα κατορθωματα τους, ιστορίες της θαλασσας που εγώ ποτε δεν είχα τιποτα να πω. Ναι, σιγουρα καπου εκει θα μένει και αυτος, ξέρω τον δρόμο. Μια παχουλή γυναίκα σαν την χάρη του θα ανοίξει την πόρτα τονίζοντας με δέος: "Πως πήγε η ψαριά άντρα μου; Φαντάζομαι θα εχει πολλα ψάρια ο κουβάς σου, ετσι περηφανα που τον κουνάς". Με την γνωση της επιτυχιας αυτος, δεν θα βιαζεται καθολου να φτασει και να τα αντικρύσει. Θα σταματήσει ισως για λιγο στο δάσος να κοψει ξερά κλονάρια για προσάναμα. Απολυτα σιγουρος θα σταματήσει τον χρόνο. Λιγο πίσω θα σταθω και ξανα θα ακολουθώ, πιστά μεχρι που θα αφήσει τα αρβιλα διπλα στο πατάκι. Και τοτε μεσ΄την σκοτούρα του θα τρυπώσω μέσα, σιγουρα θα εχει ξεχάσει μισανοιχτη την πόρτα. Θα τον πλησιάσω αθορυβα την ώρα που χάμω στην φλοκάτη θα μετράει με στόμφο τα ψάρια. Και διχως να με καταλάβει θα χώσω το μαχέρι στην λεμαργη κοιλιά του. Θα το στρίψω με τοση δύναμη την ώρα που θα με κοιτάει στα μάτια, ώστε να νιώσει τον δικο μου καημό όλα αυτα τα χρόνια που πέρασα στον βράχο. Και αφου του καθαρίσω τα εντοσθια για τα καλά θα τον πετάξω μεσ'το αλευρι ,που θα'χει μπολικο φαντάζομαι. Στο υπόγειο, τοσο έξοχος ψαράς που είναι και φυλάει εκει ολα τα λαφυρα του. Και επειτα θα τον τηγανίσω, ζωντανός ακόμα που θα υπάρχει, υπερβολικά φρέσκος και φωνακλάς. Δεν ηθελα πολλά αν αυτο ειναι το τελευταιο που θελω να ξερετε, μην με περάστε για τρελό ετσι που σας εξιστορώ τα παραπανω .Εξ'αλλου την γυναίκα θα την αφήσω ελευθερη ,δεν θα την ταλαιπωρίσω καθόλου, τι με εφταιξε η δόλια; Ισως την βάλω να ετοιμάσει τις σαλάτες, να την ρωτήσω που κρατάνε τα λεμόνια και μετα αμέσως θα την διώξω. Θα της πω και ποιον δρόμο να πάρει, τον σύντομο για να φυγει, αν δεν ξέρει πως βρέθηκε τυχαία εδω. Εν'αρχη με το 1/4 της ψαριάς θα ημουν ικανοποιημένος, δεν θα του έκανα τετοιο κακό. Ακομα κι αν δεν μπορουσε να μου δωσει αυτο που μου αξίζει θα συμβιβαζόμουν με οτι ειχε διαθέσιμο. Κάτι θα μου έδινε ,δεν συμφωνείτε και εσείς; Δεν θα φταναμε σε καμια περιπτωση στο φονικό, ναι σε καμια περίπτωση δεν θα γινόταν αυτό. Ομώς πλεον είναι πολυ αργά αν θέλετε και την αποψη μου γι' αυτο που γράφω. Ήδη να ξέρετε θέλω, οτι κοιτω πίσω απο το παραθύρι πως διασκεδάζει με τον γάτο του στο τζάκι. Η γυναικα του τον κοιτά με θαυμασμό ,μα και ο γάτος το ίδιο ,αγαπάει περισότερο αυτον και απ'τα ψαρια! Τι ανοητο γατί σκεφτομαι. Σηκώνετε αξαφνα αυτος ο άπληστος ψαράς, ρίχνει λίγα κουτσουρα να φουντώσει η φωτιά και μαζι με τον κουβα διασχίζουνε το σπίτι, σαν αχωριστοι φίλοι. Μετράει με ηδυπάθεια τα ψάρια, η φωτιά κάνει τα λέπια να καθρεφτίζουν στα μάτια του την πονηριά. Ανοιγω την πόρτα και με υποδέχονται τα παρακάλια. Ομως ειμαι αποφασισμένος και πιστος πλεον μονο στο μαχέρι φροντίζω να του πω: "Πλεονέκτη άνθρωπε, τώρα να ξες πως θα πληρώσεις!"

Saturday, February 23, 2008

00:30










Δωδεκάμισι. Ενα βραδυ χωρις να το πολυκαταλαβω καταφέρνω να κερδίσω κατι ξεχωριστα ομορφο. Εκεινη ακριβως την στιγμη, στις δωδεκάμισι. Διχως ιδιαιτερα να το προσπαθησω θαρρω πως ειμαι πανευτυχης για οτι μου εχει δοθει.Το επομενο που ερχεται,απο αντιδραση σκεφτομαι οτι θελω να απομονοθω, σχεδον εχω αποφασισει οτι θα ηταν καλο ακομα και να κλάψω αν αυτο χρειαστεί. Κλεινω τα τηλεφωνα με μοναδικη εγνοια να μην μου θυμισει κανεις το παραμικρο για οτι χαρακτηριζει το χθεσινο βραδυ. Δεν μένει τιποτα αλλο απο το να μεινουμε μονοι εγω το σκοτάδι και η σιγή. Κατευθυνομαι με βραδυνά βηματα προς το δωματιο μου αφου εχω αφησει στο διπλανό ενα γράμμα για να το δεί η κυρία του σπιτιου, αν επιστρέψει. Με σεβασμό γραφω: "Τωρα εγω να ξερετε πως θα αποσυρθω μεχρι και το ξημερωμα καλη μου κυρία. Παρακαλω πολυ να μην με ενοχλησει καμοια απο τις ομορφιές σας γιατι σιγουρα θα αποκοιμηθω μετα απο τοση κουραση. Το ιδιο θα σας συμβουλευα να κανεται και εσεις." Τσουζουν ακομα και τα μάτια μου. Αν μπορουσε να μπει καθως γυρνουσε θα το εβλεπε. Μα την πορτα την εχω κλειδώσει με σιγουριά, εχω αφησει ακομα και το κλειδι εκει να ησυχάζει στην κλειδαροτρυπα, ξερωντας οτι δεν θα το στριφογυρίσω μεχρι την χαραυγή. Αναζητώ στα πόδια μου τα σκεπάσματα και κατω απο το λιγοστο φως του καιριου ψαχνω τις λέξεις. Γραφω: "Υπηρξαν δυο βραδυα. Ενα βραδυ καποιος ατυχος ηθελε να μεινει μονος. Ενα βραδυ καποιος τυχερος ήθελε να κλάψει".

Μετα ασυναισθητα αρχίζω να κλαιω και δεν καταθετω τιποτα αλλο σε εκεινο το τετράδιο. Ειμαι ειλικρινης. Μονο τις τελειες σας κρυβω και αυτο επειδη ειναι υπερβολικές να τις κάνω επικόληση. Τόσες πολλές που δεν μπορω με βεβαιότητα να τις χαρακτηρισω αποσιωπητικα. Μετρονόμος. Σιωπη στο δωματιο που κλαιω σιωπηλα. Δωδεκάμισι. Το μονο που συλλογιζομαι ειναι να σκουπίσω τα ματια μου με ενα απαλο χαρτομαντηλο. Δεν σκεφτομαι αληθεια κατι συνταρακτικο εκτος απο την νυστα μου. Με περνει ο υπνος συνεπως. Ξημερωνει και υπάρχει η μαρτυρία για οτι εκανα το βραδυ που περασε. Διαβαζω: "Ενα βραδυ καποιος ήθελε να κλάψει". Νιωθω δικαιωμενος που δεν εγραψα περισσοτερα. Ισως και πληρης αφου μπορω γραπτά να αποδειξω οτι τιποτα το ατυχές δεν εχει συμβει εκτος απο την θλιψη μου. Τυχερος που καταφερα να την κοιμήσω. Τα ματια μου θα ειναι πρησμένα, τα φαντάζομαι μεγάλα μα με περιορισμένη οραση. Τα επεξεργάζομαι με τα δαχτυλα προσεκτικα, τα κατευθυνω στα γυαλιά μου. Αγαπάω για καποιον παραδοξο λογο ξανα την φωνή. Εχω στόμα. Χρειαζομαι καποιον να μου πει "Καλημέρα. Χθες το βράδυ σε ακουσα που εκλεγες". Ανοιγωντας την πορτα αναζητω μεθοδικα τον νιπτηρα. Διασχιζω αυρά τα δωματια. Καποιος θα υπάρχει σε αυτο το σπίτι. Θελω απ' τον πρωτο που θα συναντησω να πεσω στην αγκαλια του και να του φωνάξω: "Χθες το βραδυ εκλεγα. Με ακουσες; Μήπως ετυχε να με ακούσεις;;;". Οι πορτες στα δωματια ολες ορθανοιχτες, στο ενα απο αυτα οι κουρτινες ισοροπουν στα παραθυρα και ποτε διπλωνονται τρυφερά απ'τον αερα.

Ισορροπια. Κανεις δεν υπάρχει να ανταλαξω μια κουβέντα. Λυπημενα να του ανακοινωσω την αιτία που εκλαψα. Το σπιτι ειναι αδειο χωρις βηματα μα δεν αναρωτιεμαι τον λογο που δεν περπαταει κανεις. Θα περιμενω πάλι να βραδιασει και ισως τοτε καποιος να ρθει. Τραβάω πισω μου την πολυθρόνα και καθομαι στο παραθυρο ,τυλιγμένος ζεστά στην μοναξια μου. Κοιταω με ασφαλεια το διαζωμα. Προσμονή. Περναει μια αμαξα οπως και χθές ,ο ίδιος καβαλάρης χτυπάει με μανία τα αλογα. Σωπαίνουν και ας πονάνε, συνεχίζουν να την τραβάνε ατάραχα. Τον ίδιο πελατη διακρινω μεσ'το βαγονι της αμαξας, τον φανταζομαι γεμάτο ζωντάνια, μα και λιγο νυσταγμένο απο τους κραδασμους της βαριας ροδας στο πλακοστρωτο. Σε λιγο καποιος που ξερω θα φανει απ'΄την γωνια αυτου του δρομου. Καλοντυμενος σημερα που ειναι Σαββατο. Μαυρα γάντια, παλτο τοσο χαμηλο που ερωτευεται τις γαμπες του, φρεσκογυαλισμένο παπουτσι λουστριν. Σαββατιάτικο καπέλο. Γοητευτικός ακομα και με το αναλαφρο βαδισμα του. Θα κρατάει στο δεξι του χέρι εναν φάκελο, στο αλλο κατω απ΄την αμασχάλη θα ξανασαίνει διπλωμενη εφημεριδα. Ισως να δω και καποιο αφοσιωμένο ζευγάρι μα δεν θα κοιταξω τα ματια τους, συλλογιζομενος πως στα δικα μου μπηκε καπνος. Θα αναψω αρκετά τσιγάρα, ισως να καπνισω και ολο το πακέτο. Κανεις απο αυτους που θα δω, ξερω πως δεν θα ερθει εδώ με φρόνηση. Καταφερα σιγουρα να ειμαι μονος αλλα δεν μου καιγεται καρφι. Ειναι ακομα απογευμα.

Απλωνομαι περρισοτερο στην καρεκλα στοχαζόμενος την ερμηνεία της μοναξιας. Περιμένω ξανα να βραδιάσει και μου αρκει αυτην η σκεψη. Οταν αδειαζεις αστραπιαια, με τον ιδιο γρηγορο τροπο που γεμισες ειναι τρομερο. Ξεχυλίζεις/Ξαναγενιεσαι. Οταν βρεθηκα σε αυτον τον κοσμο δεν ηξερα με ποια σειρα θα μου δοθουν οι ομορφιες. Δεν τις προγραμματισα μα ουτε ποτε τις εβαλα σε ταξη. Ουδε ποτε τις αξιολογησα. Απλως ήρθαν για καποιο δικο τους λόγο που σιγουρα θαρρώ οτι δεν γνωριζαν και αυτες. Παραδοξο το οτι δεν κερδισα τιποτα εγω. Η μεγαλυτερη κομπίνα ενος χαρούμενου ανθρωπου που έχει το ιδίωμα της μνήμης είναι να τα ξεχναει ολα. Δεν ξέρω τιποτα λοιπον αυτην την στιγμη και μου φτάνει. Ισως μοναχα την ωρα αν κοιταξω το ρολοι. Εξη ακριβως θα δειχνουν οι δεικτες μα και πάλι δεν είμαι βέβαιος έτσι οπως εχω απλωθει. Μηπως δωδεκάμισι και το εξετάζω ανάποδα; Σηκωνομαι αξαφνα και με γοργές κινήσεις πλησιάζω το ρολόι. Ειναι πράγματι εξη ακριβώς. Ξαναγυρνάω στην καρέκλα μου σίγουρος. Ειναι χειμώνας στην πολη μου, αρα οπου να΄ναι θα βραδιάσει.

Thursday, February 21, 2008

73


Καπνός ξαφνικός που εκδηλώνει το προσάναμα. Οτι παρατήσει στο περασμα της η φωτιά. Κυκλοι γυρω απ'τον επίλογο για να ξαναγυρίσω. Σελίδες που καιγονται ,γραμματα που τρεπονται σε φυγή. Θυμισου οπως τοτε που παιζαμε με την φωτιά. Θυμισου που τιποτα δεν αλλαξε. Καπνός ήταν. Ξαποστασα λιγο ,ανακουφιστηκα εκει που συνηθιζεται η ζεστη καθημερινή. Αλλαξα συνηθειες για να ξερω πως είναι. Ομως γυρισα συντροφιά με τα γραμματα. Ψαχνω ενα σπιτι χωρις ιδιοκτητη αλλα δεν μου αρέσει η ιδέα πως δεν ανοικει πουθενά. Δουλος της αδρανειας εξου και η ξαφνικη παραλυση. Υπερκατανάλωση ιδεών. Οχι τα δαχτυλα που δεν κουνιουνται ,οχι αυτη η συνηθισμενη. Πατάω τα πλήκτρα ,κοιταξε τρέμω. Μα πως; Γυμνη παραλυση, με σιγουρια οτι χαμογελά η αληθεια αναμεσα στις λέξεις. Ολος ο κοσμος γράμματα ουρανοκατεβατα. Νεος πολυ για να μην με πεις βρέφος. Ξυνω τα μάτια μου, τα πληγώνω με ενα μολύβι. Αυτο με τα πολλά μπέ. Χρησιμοποιώ οπως και παλια τα αντικείμενα λάθος. Μιξοκλαιω αλλα ειμαι συναμα τυχερος που δεν ειμαι εσυ. Δωσε μου λοιπον ενα μολύβι και ενα φτυαρι μα μην φυγεις. Μεινε εδω να σου πεταξω τα χωματα. Θα σε σκεπάσω μα δεν θα καταλάβεις ποσο βαρυνες απ'τα γραμματα. Εκανα μια ανακαληψη. Λεξεις απ'τα αδυτα της γης ,θησαυρος πολυτιμος. Κουφος να ακουσω τον ερχομο τους ημουν. Στραβός να δω το μεγαλειο, δειλός να τις καλωσορισω υπηρξα. Μου το αναγνωρίζω. Ξεχασα πως είναι να μην έχεις χέρια στολισμένα με δαχτυλα που στηρίζουν δαχτυλα εξαρτημένα στις παλάμες. Να στρωσω ενα τραπεζι σημερα και να δειξω κατα που ειναι το κρεβατι, σαν ταπεινος οικοδεσποτης. Και ας μην έρθει κανεις. Αυτο ειναι το τιμημα οταν κρατας κατι παραπανω απ'οσο οφειλες. Φευγει απο μόνο του. Ο χρονος εξοριστος στις αναμνησεις, σου χτυπαει την πορτα. Ασφυκτιά στο κουδούνι. Καλως ορισες χρόνε, θα σ'ανοιγα έτσι κι αλλιώς. Περνα μα στασου για λιγο. Αυτο το προσωπο σου, μου θυμιζει εναν καθρεφτη. Αυτο το αντιο μου θυμιζει ενα προσωπο. Μην μιλήσεις ακομα. Φευγεις κιόλας; Στυγνο δωρητη της δηλιας ,αμυδρα σε θυμαμαι. Τι μου εφερες για αποψε; Ντυσου καλα, βαλε και διπλες καλτσες. Το καλοκαιρι σκουλικι δραπετευει στον κήπο μου. Τον χειμωνα σαν χειμωνας πεφτει να κοιμησει τα δεντρα. Τις φυλωσιές στα λευκά να ντυσει ,την παυση αγαπά .Κανεις να μην τα διακοψει απ'τον ρυθμο της σιγης. Κάτσε να πιούμε μπας και ζαλιστούμε. Τι ακούς ,έτσι οπως σκυβεις; Ασε με να ακουμπήσω και'γω στην καμπούρα σου. Αγερας σφυριζει μεσα απ'τα παγακια, άκου. Πτώση. Βουτια σε ποτηρι χαμηλο που κοχλάζει η ζάλη. Ντυσου καλα δύτη. Τετάρτη βράδυ. Σαν ολες τις 4 εποχες. Θεσσαλονίκη. Κονιακ ζεστο που δεν βγαινει απ'το τριανταφυλλο. Αλκοολ στιφρό που σε βυθιζει στον πατο. Πεφτεις στα απαλα σαν τα φυλλα ,παραλυση επειτα απ'την δραση ξανα Χάμω στον πύργο. Παυση. Εξαντληση. Ακινησιά. Βάρος.

Κατω εκει που ελειωσε το χιονι. Χειμώνας Τετάρτης στην Θεσσαλονίκη. Οχι βαρυτητα ,απλα ενα ανεπαισθητο βαρος. Ισως η σκεψη που βιάζει την αναγνώριση, δημιουργει την ενοχη αυτη: Μεγαλη ευθυνη που μοιαζω με το ζωο ανθρωπος και πρεπει να ορθοθώ σε μια Θεσσαλονικη. Παρακληση να μην ειμαι ισως μετά και εγω. Ομως κάτι διαφορετικό. Εδω βοσκει η αληθεια αλανιάρα. Μα που βρεθηκα; Στο λιβάδι που ειναι τοσοι οσοι χρειαζεται να αναρωτηθεις τι χρειαζεσαι πρωτα εσυ. Πως την λένε αυτην την πόλη που έχει πράσινο; Αξιοπρέπεια. Ενα δεντρο μια θηλεια και μια σκαλα παρακαλω, κατόπιν αφήστε με μονο. Πτωση που διαρκει μια στιγμη ,τι ακριβής! Ζωγραφιές. Ανοιξη σε λευκες σελιδες ο θανατος της καμπιας θα μεταφέρει ζωη χρωματιστή. Ματζέντα αν ανοιξει μηχανικα τα φτερα της ,αθορυβα οστόσο, μια αμυδρή πινελιά. Φυσάει πολυ για νυχτα Τεταρτης, δεν θ'άκουστει ακομα και αν μπλεχτει στα μαλλια μου. Δεν χανει ποτε τον δρομο της στον κανβά. Την προσκαλει η φυση να δαμασει τον αγερα. Ο αγέρας τι χρώμα έχει; Ανεξίτηλο ότι κι αν είναι ,παντοτινό. Ουρλιάζουν ολοι αυτοι που φυλακισε και ταξιδευει. Εδω διπλα στα δέντρα θα ζωγραφίσω μια πέτρα. Να, νεκρή η φύση που θυσιάζεται. Η φυση ειναι ακριβεστατη. Δεν συγχωρεί. Σου το'πα. Ενα εργαλειο πολυπολοκο πιο πολυ κι απ'το ρολοι στους πύργους. Ακροβατης σε τσίρκο παντα στον χρόνο του. Πληρωσαμε εισιτηριο ,ας μπουμε και σταμάτα να είσαι φλύαρος. Ντύσου καλά και πες μου τι βλεπεις. Οτι και εσύ που είσαι γυμνός. Γρανάζι μεσα απ΄τους τροχους της αμηχανιας. Μηχανικος πλουσιος που επιδιορθωνει καρδιες. Οχι ψυχιατρος με γνωματευση γιατρου. Αυτος ειναι πιο μονος και απο ξακουστο ποιητη. Ο νους δεν θεραπευεται γιατι δεν το θελει ακόμα. Μεταμορφωνεται στα σχηματα που κρατας στις σημειωσεις σου γιατρέ. Μισο λεπτό να έρθω. Ηρθες. Πες μου τώρα για τα παιδικα σου χρόνια. Στάσου να φτιαξω ενα τετραγωνο. Ειναι αυτο το σπίτι μου; Εντάξει ,μπορεις να εγερθείς. Βιάσου ομως ,τελειωνει ο χρόνος. Βγαινει απο τα ορια του τετραγώνου γιατι δεν υπαρχει κανεις να διορθωσει. Και λίγο πριν σε πάρει ο υπνος στον καναπέ αποφασίζει: Ειστε δυσκολη περίπτωση ασθενη, θα χρειαστώ πολυ χαρτί για να καταλάβω τι τρέχει. Αυτο οπως και η μελανη ,επιβαρυνουν εσας. Τετραγωνη λογική σε ορθογωνια χαρτονομίσματα. Επιμένει σε ερωτησεις ασκοπες. Ασε με αδιαφορε. Σημειώνει ο γιατρός: "Ασε με"..αδιάφορε.

Παρακληση. Ασε με όταν. Με γυρεψεις στομα σαν ξεκολίσω απ΄τα χειλη σου. Πρωι Πεμπτης δεν ειναι καλό να ακους πως θρυμματίζομαι. Δεν κανω θορυβους οπως το ξημέρωμα, υπηρξα αγέρας που ταράζει ολημερίς τα παραθυροφυλλα και θα τρομάξεις. Σκεπαστρο στην αγωνια που εχουν οι εραστές για τα χέρια, αν δουλευουν τακτικά χωρίς ταβάνι. Διωξε με οταν. Τα χνωτα μου παγωσουν το κονιάκ ,πληγωμενος ο φαρυγγας διαμαρτηρηθει. Καλιτεχνικό πατινάζ με τα δαχτυλα οπως παλια στα ποτήρια. Αφή η πιο σιγουρη αναγνωριση της υφης. Σε αγγιζω απο κοντά και ξέρω οτι είσαι παγωμένη. Νεκρή αλλα απλωνομαι περισσοτερος. Τα μαλλιά σου είναι το ιδιο όμορφα. Σταματησε με οταν. Σκληρο παγωμενο δακρυ μεσανυκτα ματωσει στην πορτα σου. Σταλακτίτης σουβενίρ απ'την σπηλια που με καθηλωσε ο πονος. Επιστροφή στην πατρίδα. Χειμωνας θα'ναι οταν ξαναγίνει. Παγωμενη η σκια μου παψει να ακολουθει. Αχνη μεταβολή του ειδωλου μου στο χιόνι θαφτεί. Μεγαλωσε με οταν. Ζηλεψω γιατι με περναει ο χρονος καποια χρονια. Μην με ψάξεις οταν. Ξανάρθει η μοναξιά.

Την μοναξια κανεις δεν την ρωτησε ποσο μονη νιωθει οταν την προσκαλεις. Αν είναι χειμώνας ή Τεταρτη διαθεσιμη. Παραλυση σ'ενα κουτι. Μηχανισμος παραξενος και θορυβωδης. Θα ερθει παρ'ολα αυτα. Καλως όριστε την. Θερμή παράκληση. Μην σας τρομάζει. Θερμη παρακληση δύο. Μην την τρομάξτε ,γιατι μετά ειμαι Εγώ.

Εδω. Εγώ. Πεταμενο πελμα πλαι στον δρομο που με συναντησες. Μην πατησεις το χερι μου ,αδειο οσο και αν το βαρεθεις. Βαραίνει η όψη μου την οψη σου αυρά σαν σκουλικι που τρυπωνει κατω απ'τα σανιδια. Δωμάτιο ζευγαρώματος και αναπνοές. Οι γυναικες ανοιγουν τα ποδια γιατι δεν τρέφονται σωστά. Εγω οταν καυλωνω κανω απεργεια δίψας. Σκορπαω επιδημια ξυρασιας. Καθολου λογικος ανθρωπος η γυναίκα και ο απεργός. Μοντερνος σιγουρα ο δευτερος ,λουφαδόρος αξιώνει με φοβο οτι τον προγραματισαν. Αποχή σχηματισμένη απο ίνες, ρουχα φρεσκοπλυμενα που ευωδιάζουν ανικανότητα στον καναπέ. Κρυμένος στην ενοχή του "δεν τρέχει τίποτα" επαναπαυεται. Δημοσιοι υπαλληλοι της τηλεόρασης. Μου ανοιξε η ορεξη. Πειναω αλλα δεν ξερω ποιον απο ολους θελω να φαω. Τον ΕΡΤ1 μαζί με καποιους που βλέπω καθημερινά. Αν δεν ξυπνουσα πρωί.. Αν ημουν για παντα νηστικος. Δεν θα θυμομουν τι ειναι πιο νοστιμο απο τοτε που είχα μονο ενα τραπεζι. Τα μαυρα ματια ή τα μαυρα δακρυσμενα ματια, ποταμια στις εκβολές της καρέκλας. Θα ηθελα να ειμαι μαγειρας σε εναν πύργο. Διψάει για την αναγνώριση εκεινος που σερβιρει πρώτος τα πιάτα. Ο μαγειρας του πύργου που ποτε δεν δοκιμάζει τι εφτιαξε, απο ευγένεια μα περισσοτερο απο σεβασμό. Ψαχνει τα αποφαγια μα δεν εχει σπιτι δικο του να προσκαλέσει τις μυρωδιές. Βρήκα μια τούρτα παγωτο μα δεν έχω καταψύκτη να την φυλακίσω. Καλυτερα ανεργος ,περισσοτερο ενεργός απο εναν ιπποπόταμο. Υπάρχει ομως και το σιχαμένο το τιποτα. Γι'αυτο παντα ψαχνει ο ανθρωπος εναν ανθρωπο αφέντη. Τι διαφορετικό υπάρχει στο τέλος αυτου του δρόμου που βλέπω απ'το παραθυρο, απο αυτο που βλέπω; Ενας ανθρωπος παχιδερμος που προφανώς μου ανοικει ,θα περπατήσει το πρωι διχως να με δεί. Είναι αυτος που του πληρώνω τους λογαριασμούς. Τι να ψάχνει στην γειτονιά μου; Η αναζήτηση για εναν αφέντη λεπτό. Τραπεζι κάνει τα γονατα του ,τρυπιες οι τσεπες του ,μπαλωμενο ξεπροβάλει ενα πιρουνι. Καλογυαλισμενο, μυρωμένο στην σκουριά. Το τροχιζει στην ασφαλτο. Γινεται ενα μαχερι τοσο κοφτερο οσο και η γνωση. Ζωή ή Θάνατος; συλλογιζεται. Ποιανού ομως; Επιστροφη στην εκδοχη οτι τωρα ξερει. Απλωνει την αδεια χουφτα του να γεμισει με το Εγω ενος ξενου. Ψαχνει θηραμα με λεπτούς τρόπους. Πως να σκοτώσεις κάποιον που σου λέει "Θα σε παρακαλούσα να το ξανασκεφτείς"; Ζητιάνος κρεμασμενος αναποδα απο ενα δεντρο καταντάει. Χρησιμος οσο στον φλοιο ενα φερμουαρ ,που το ανθιζει μεθοδικά. Σε εναν δρομο πιο πέρα ο πλουσιος. Ο ιδιοκτητης του πύργου μπορω να πω με σιγουρια οτι είναι. Πανταλόνι ,προστάτη της γυμνιας χαριζει στους περαστικούς. Μα κανείς δεν θέλει γυμνος να ειναι, πιο γυμνος απ'οτι δειχνει αυτος. Σερνεται σαν το σκουλικι. Τρυπωνει κατω απ΄τις χαραμάδες σε ενα μοβ δωματιο. Ενας δολοφονημενος απ'την αναμονή φοραει λευκο μπλουζάκι, μετα βίας ξεχωρίζει η στάμπα απ'τα αιματα. Αναγραφει "Στον ποντικό δεν αρέσει άλλο το τυρί το φτηνό". Συνεχιζει να σερνεται με ασφάλεια, μια πορτα διπλα σ'ενα παραθυρο περνάει ,αφήνει κι εκει την γλίτσα του. Κατι του νεκρου κρεμεται ,αερίζεται διπλα στις κουρτίνες. Μια τσαντα που εχει μεσα μαζι με τα αποφαγια, το στομαχι και την μυρωδιά ωμής σάρκας σε σακουλάκια . Τσιγαρισμένο κρεμμυδι στην πίσω τσέπη αεροστεγώς. Σ'ενα χαρτί η συνταγή της αποτυχίας. Ακομα μυρίζει το τραπέζωμα του τότε. Αν κοιταξεις εξω απ'το παραθυρο θα δεις καθημερινα πραγματα. Εισαι ενα σκουλικι, σου αρέσει το μόβ γιατι κανείς δεν ασχολήθηκε με το αν πράγματι σου αρέσει. Μπορεις να βρεθεις αντιμετωπος με το απογευμα. Θα δεις μια αλανα αν υπάρχει ακομα. Δεν ξέρω ποτε ήρθες. Καποια παιδια οπως παλιά θα παιζουν ποδοσφαιρο. Δεν ξέρω τι θα κλωτσάνε τώρα. Ενα αμαξι σταματαει ,ανοίγει τις πόρτες ,τις ξανακλεινει με την ίδια ισοροπία. Δεν κατεβαινει κανεις. Τιποτα ενδιαφέρον δεν συμβαίνει. Βραδιαζει ,καλο θα ειναι να φυγεις.


Μεσανυχτα. Ω και Ω ακριβώς της φυγής. Τικ τακ τικ τακ μουρμουρίζει το ρολόι τοίχος. Αποφάσισα να βγώ ξανά γιατι πονάω. Δεν το ήξερα ,χτυπησε το τηλεφωνο και καποιος μου είπε "Δεν ξέρω τι θα κάνεις ,απλα θα πρέπει να γνωρίζεις οτι πονάς". Στοιβάζω γρηγορα σε μια τσάντα την πείνα, την αποχη ,το ψαροντουφεκο, μια ανθρωποσκοτοστρα και μια καρτέλα ανορεξόλ. Περπατάω μόνος στους άδειους δρόμους λοιπόν. Χαράζω με το σκληρο πελμα μου την μητέρα γη. Στρογκυλη φημολογειται και απεραντη. Για την μητρότητα λές; Πόνος που γίνεται συνήθεια αυτη θαρρώ. Αντε να κανουμε ενα ακομα στα γρήγορα. Εντάξε αρκει να μην πονέσω. Ο πονος ποναει και ο ιδιος αν τον αφησεις να εκφραστεί. Οχι γιατι γινεται συνηθεια. Ανακουφιζεται ετσι, το ιδιο κανεις και εσυ. Οχι απο την βαφτιση του, ενω εξαρχής τον λενε γόνο της καταπτωσης. Οχι απο τον πνιγμο απαραιτητη προυποθεση για να αποκτησεις ονομα. Μα οχι με βεβαιότητα απ' την πεινα οταν καταλαβεις πως δεν χρησιμευει σε τιποτα το στόμα. Σε λενε Α μα δεν μπορείς να μιλήσεις. Καποια μερα θα σε φωναξουν Β και δεν θ'ακους. Και εκει θα αναρωτηθεις τι διάολο εισαι ,εκτος απο σιωπηλός και κουφός; Εισαι ο Ω θα σου πω και μετα ο καπνός. Ερωτευσιμος οσο και το φταρνισμα. Ευάρμοστος οσο και το πιπέρι στο κρέας. Βασανίζει την μυτη σου η ιδεα οτι τρεφεσαι με σάρκα γκολτιέρ. Ενας ανθρωπος πεταμένος που δεν εχει ράμφος μου εγραψε οτι μυριζεται τον κινδυνο, μα μονο απο μακρυα. Ηταν χειμωνας εδω και ηρθε πραγματι έτσι να με συναντησει. Απ'τα σαντάλια του αναστενάζε σκόνη, φορούσε σορτσάκι στενό ,αμανικο τι-σέρτ κολεγιακό. Κατω απ'ενα ψαθινο καπελο ξεχωριζε η οραση αποτυπη σε μικροσκωπικα στρογγυλα γυαλιά. Κρατουσε τα μάτια του σε μια αποχη και κανοντας μια κινηση να μου δειξει φτερουγισαν ψηλά. Να! ειπε ως τυφλός. Κοιτα προς τα εκει, σημειωσε βιαστικα σ'ενα χαρτί κατι αφηρημένο, για να φυγει ξανα. Δεν ειχε και στομα να μιλησει μα καλογυμνασμενα ποδια για να τρεξει προς την αντιθετη κατευθυνση. Προφτασα να δω τους μηρους του σχηματισμένους πως υψώναν το αλλωκοτο κορμί του. Σκεφτηκα την μοιρα μου αν με σκεφτεται και αυτη οχι ετσι μα σαν αυτον. Μηπως πραγματικα ειμαι νεκρος; αλλα εφυγε. Ετσι τον διαβασα ακινητος, ειχα μάτια καθως απομακρυνοταν. Ζηγωσα διστακτικά μπας και θέλησω να τον προφτάσω μα εξαφανιστηκε ,η παρορμηση. Μεχρι που καταλαβα οτι δεν θα τον ξαναδω, τοτε μονο σταματησα.

Παρακληση. Μην αναζητειτε την λογικη των λέξεων στα σουπερ μαρκετ. Απλως γιατι ειναι μια συλλογη γραμματων πεταμένη στα ράφια. Τα γραμματα ειναι και αυτα ελευθερα σαν τους κατασκευαστές. Δεν ειναι σωστο να τα στιβαζεται σε καροτσακια με σκοπο να τα πάτε σπιτι σας. Αγαπαω στον κόσμο περισοτερο απο το Α, το Ω. Σε ακουμπάω Ω, για δες. Σε κλοτσάω μα μονο για να σε κατευθυνω. Χαιδευω τις καμπυλες σου με φρόνηση μέχρι και να σε πλάσω οπως θέλω. Μεθαω απ΄τις περιστροφές γυρω σου ,ζαλιζομαι οταν αποκτας σχημα. Σε γυρναω αναποδα και σε χαζευω για ωρες. Σε γεμίζω αλκοόλ και σε κρεμάω μαζι με την στολή πειρατή. Απόκριες οπου να΄ναι η γιορτη σας. Μου αρεσουν τα γραμματα οταν ειναι σκορπια. Μετα ερχεται το μέλλον, μετα η ευθυνη... ο πονος αν περιμενω την ανταμωση. 24 φορές εξαντληθηκα στην σκεψη οτι μπορω να μετρησω τον χρονο διαφορετικα. Υπεθεσα οτι αφου η μέρα εχει 24 ωρες και το αλφαβητο εξισου 24 γραμματα μπορω να κατασκευασω ενα ρολόι/μηχανη του χρόνου. Τι ώρα ειναι σημερα θα με ρωτουσες; Ειναι Β' παρα Ε' ακριβώς θα σου ελεγα. Ωρα να γυρισουμε στο παρελθον γιατι προπερσι στις Ζ' θα ηταν καλο να ξυπνησεις. Ολοι οι ανθρωποι οι κανονικοι ξυπνανε στις Ζ για να πανε στις δουλειες τους. Γυρνανε πισω τωρα ,οπως στο ζηταω εγω. Στις Ε' και ΣΤ' τρωνε το πρωινο τους. Στις Φ' περιμένουν στην σταση ενα λεωφορειο. Και τι ώρα κοιμούνται; Σιγουρα τα γραμματα πληγωνονται αν δεν τα βαλεις για υπνο οταν θα κοιμηθεις και εσυ. Αν τα κρατας με αγωνία στο στομα σου ενω δεν εισαι συλλεκτης. Και αν ξεχνιεσαι ενω εισαι βιαστικος για να φυγεις. Φυγε ρε. Το γραμμα Δ ομως θα ειναι η αρχη ενος Δρομου. Αφετηρια του εχει την πολη Α και απο εκει ξεκιναει το Αδιεξοδο. Κραταω σημειωσεις απο χόμπι και ζωγραφιζω οτι κινειται εστω για λιγο. Εναν ανθρωπο θορυβώδη που κολάει στα σκατά, μια μύγα γίγαντα που κραταει ενα τηλεκοντρόλ και μια ανθρωποσκοτωστρα. Γραφω απο κάτω στον πινακα "Απόβραδο Τετάρτης" και κατεβαινω στο παζάρι. Ειδα εναν ψαρα σημερα σε μια θαλλασα που κυνηγουσε τα ψαρια με ενα πιάτο. Λιγο πιο διπλα μια γιαγια ,ισως η μητερα του, αφοσιωμένη στις βελονες/πιρουνια επλεκε ενα τραπεζομαντυλο θαλασσι. Καποτε στο λιβαδι που προαναφερα ενας τυπος ταισε το δεντρο με φλουδες αβοκάντο και δεν μου είπε τον λόγο. Δεν ειναι αυτο που μου την δίνει στην φάση ταιζω το δεντρο με οτι να'ναι. Ολοι βιαζόμαστε να μεγαλώσουν όλα. Αυτος εχει την οψη του Α αρα για να τα παμε καλα θα του φαιρομαι σαν Α. Παπαριές. Αυτα καθημερινα τα ζωγραφίζω ,εντάξει. Αυτη η πολη με κουρασε ομως με τους μαλακες που δεν ξερω τι γραμμα ειναι. Παντα καποιος αγνωστος με ακολουθει με σκοπο ,μα δεν θελει να με φτασει. Τον νιωθω στα σοκακια που κρυβομαι ,τρυπωνει και αυτος για να σφυρίξει απο πισω μου εναν ουδέτερο σκοπο. Τάχατες νομίζει πως δεν τον ακουω πως τραγουδάει. Τι ακριβώς αποσυνθεμένε παριστάνεις; Ειναι ωραίο με το στόμα σου να συνθετεις, καλιτεχνης θα είσαι. Δεν γινεται ομως να κυνηγήσεις κατι που ειναι ακινητα καμουφλαρισμένο. Ειναι ανικητο ετσι οπως στεκει. Ζωγράφος ανεργος με ημιαπασχοληση. 21gr της Τετάρτης χειμώνα. Σταματώ την σκέψη για τώρα ,αλλα να ξες δεν θα πλυνω ακόμα το πινέλο.

Saturday, February 09, 2008

Allγα_2

Ο χαρακτηρας Α'
της ταινιας Β'
με σκηνοθετη τον τυφλο Γ'
και συνθετη τον κουφο Δ'
μπορουν να ακουσουν
μπορουν να δουν
μπορουν να αισθανθουν
την Ε' χαρακτήρα της ταινίας.
και να γράψουν γι'άυτην
το καλυτερο θεατρικό έργο
διχως να είναι απαραίτητο
να ξέρουν/μαθουν τιποτα
ποτε
για την αφη
την ακοη
ή την όραση.

γι' αυτήν...