.

Friday, January 20, 2017

Beeee - έλllα- ίδια κάτω απο μια Βελανιδιά


Βελανίδια. Συμβαίνει όταν δεν υπάρχει ορισμός καμίας λέξης, προερχόμενη απο 11 ώρες αδιάκοπης σκέψης. Όταν δεν έχεις κάτι να πεις και ξαναγυρνάς εκεί να σε αγκαλιάσει ένα δέντρο. Έρχεται απο μόνο του, είσαι ήδη ξαπλωμένος στο γρασίδι έξω απο ένα μαντρί, μέσα που έχει πρόβατα και ακατάπαυστα βελάζουν. Παραδέχεσαι πως , όλα αυτά δεν ειναι ίδια με οτι υπήρχε πριν, θα ψάξεις τον βοσκό ως υπεύθυνο της παρεξήγησης και για να συμβεί αυτό, πρέπει μόνο να σηκωθείς να γίνεις τολμηρός και να τον συναντήσεις .

Σηκώνεσαι. Μακρυά, κρυμμένο ανάμεσα στις φυλλωσιές ξεπροβάλει το καλύβι του. Βαζίζεις αγάλια μέχρι και που φτάνεις σε ένα ξύλινο φράκτη. Ανοίγεις την αυτοσχέδια πόρτα φτιαγμένη απο σαπισμένα μαδέρια που η μόνη της ασφάλεια είναι μια διχάλα τυλιγμένη σε μια λυγισμένη πρόκα 50 χιλιοστών. Ανάμεσα στις τρύπες από το σαράκι είναι κολημένα σαλλιγγάρια που κάποια απο αυτά έχουν κάνει σπιτικό. Δεν υπάρχει ταμπέλα ή κανόνες διάβασης παρα μόνο τα μπεεε! μπλεγμένα σε ενα βαθύ καταγάλανο μπλέ του ουρανού. Τυλίγεις ξανά, το αυτοσχέδιο κλείδωμα της πύλης, απο σεβασμό και επιμένενεις, να φτάσεις στο καλύβι. Βαδίζεις σ’ένα σχεδόν άπατο, βρεγμένο μονοπάτι επι ώρες, γεμάτο απο ακανόνιστες πέτρες που σκέφτεσαι αν στοιχειώναν όπως παλιά έναν δρόμο, ξεχωρίζουν αμυδρά οι χαραγμές απο ρόδες που κάποτε ατάραχα κάτι γεμάτο ζωή θα έσερνε ένα κάρο μαζί με τον αφέντη του. Γεμίζουν τα ξυπόλητα πόδια σου με λάσπες όσο βυθίζεσαι, σαν να έρχεται η βροχή μέσα απο το χώμα, και προχωράς.

Πλησιάζεις. Μολονότι είσαι σε ξέφωτο , αγκαλιασμένο απο τις ήμερες βελανιδιές, η αίσθηση του καπνού ανακατεύεται σε ένα ελαφρί αεράκι που μπλέκεται με τις μυρωδιές ερχόμενες απο την καλύβα. Λησμονείς πράγματα απο το παρελθόν αλλα δεν σταματάς. Επιβραδύνεις λίγο μόνο απο την πείνα, ενώ ήδη πρίν φρόντισες να ξοδέψεις οτι σου είχε απομείνει σε μια απο τις ολιγόριθμες στάσεις σου. Αφαιρείς τα κολημένα κομμάτια λάσπης της σάρκας σου, υγρό κάποτε χώμα, ξεραμένο τώρα κατώ απ΄τα πόδια σου και συνεχίζεις τον κατήφορο, περισσότερο ελαφρύς.

Σουρουπώνει τώρα. Ίσως να είναι ήδη αργά και θα'πρεπε να πάρεις τον δρόμο της επιστροφής. Υπάρχει μια έντονη σκέψη που καταλήγει σε συμβιβασμό και γι'αυτο συνεχίζεις, σέρνεις απο πίσω σου ότι εχει απομείνει στις αργοπορημένες πατημασιές, μέχρι που καταλήγεις σε μια πόρτα που θυμίζει επιτέλους ένα σπίτι. Σίγουρα πίσω απο αυτήν θα περιμένει ένα στρωμένο κρεβάτι και μια εξήγηση για όλα, μα ολόγυρα της περιβάλεται απο διάφανους τοίχους φτιαγμένους περίτεχνα απο λεπτό γυαλί που δεν μπορούσες απο απόσταση να ξεχωρίσεις.

Πλεγμένοι απο αιωνόβιους κισούς που μέσα τους κρύβουν οι σκίουροι τα βελανίδια και ίσως όλες τις απαντήσεις ,  είναι φανερό οτι ακόμα και αν αποφασίσεις να επιστρέψεις τίποτα δεν θα είναι ίδιο. Ξεχωρίζεις πίσω σου μια θύελα να απλώνεται σε έρημο ατελείωτη που και αυτή φαίνεται τόσο μακριά, τα πόδια σου βυθίζονται και πάνω κάτω διασκεδάζουν οι σκίουροι!.  Όλα έχουν απλωθεί σε μια στρώση παχιάς άμμου γύρω σου και φυσικά, μα γιατί οχι τώρα που μιλάμε για τα όμορφα ζώα, μια καμήλα σε κοιτάει έξω απο αυτόν τον θόλο φορτωμένη με τρόφιμα και λιχουδιές, στα μάτια υπομονετικά.

Monday, January 16, 2017

Πετώντας τον Άλεξ απο το μπαλκόνι



Θάνατος:

Οταν , λίγο πριν κοιμηθώ και ξαπλώσω, αφου σβήσω τα πάντα , βλέπω εκείνη την στιγμή και για ώρες, οτι πετάω τον Άλεξ απο το μπαλκόνι και πέφτει στο κενό.

Βλέπω οτι πετάω του Άλεξ τα φαγητά, τα πιάτα, τα αποφάγια ή τον πετάω μαζί με τις κάλτσες. 
Είναι περίεγο πως συμβαίνει κάτι τέτοιο ενώ εγώ τον αγαπώ, θέλω πραγματικά εκείνη την ώρα μόνο να με πάρει ο ύπνος και να ξεχάσουμε ο ένας τον άλλον!. 
Περιστρέφομαι λίγο ακόμα στα σκεπάσματα πολύ άσχημα, αλλάζω στάση απ’το κρεβάτι στις 180 μοίρες , τώρα πάω απο εκει που δύει ο ήλιος μπας και ξεχάσω οτι βλέπω τον Αλεξ που θέλει να πέσει απο το μπαλκόνι του Πέμπτου, ενω αυτός κοιτάει το φώς απο το παράθυρο λες και τον καλεί, τον φωνάζει τουλάχιστον να σκαρφαλώσει.

Πλησιάζω χωρίς φωνές και σχεδόν μπορώ να τον μεταπίσω, ενω αυτος έρχεται προς το παράθυρο και εγώ θα πω οτι βρίσκομαι παρόν, βλέπω όλες τις εικόνες του Αλεξ ενω τον πετάω στο κενό, ο Άλεξ πριν γίνει αυτό, απλα σηκώνεται να με κοιτάει και όπως μου εκμυστηρευτεί  το τίποτα χωρίς καν να εκλιπαρεί ή να ζήτά συγχώρεση.
 - οχι, μην το κάνεις, γιατι θα χάσεις όλα αυτά που έρχονται, λέει, όμως ήδη φεύγει, βάζει το δεξί του πόδι του στο περβάζι.
Του απαντώ μέσα απο το όνειρο, ενω παράλληλα όλα είναι σε μια ανάκληση. (για όσο μπορώ ακόμα να το κάνω αυτό)
- Το ξέρω και σε κρατώ , για αυτόν τον λόγο ακριβώς θα σε αφήσω να ζήσεις, όμως ενω σχεδόν ήδη γλυστράει απο τα χέρια μου, αναρωτιέμαι στο αν χρειάζεται να γίνει αυτό.

Συμφωνεί αλλά όχι με χαρά, σαν να γνώριζε οτι η πράξη αυτου του επαναλαμβανόμενου έργου δεν είναι κάτι άλλο απο μια φάρσα, ξέρει οτι αν το κάνω προς όλο τελειώνουν όλα μα κάποιος άλλος θα υπάρξει εκει να τον κρατήσει και να τον σώσει ξανά, αυτός ο Αλεξ το ξέρει για λίγο ακόμα θαρρώ.

Σε καμοία περίπτωση (ακόμα) δεν μπορεί να γίνει αυτο το θεατρικό,  αλλα με ανησήχησει κάτι απόλυτα βάσιμο που τώρα όσο πάει με τρομάζει πιο πολύ ή πολύ.

Αν υπνοβατήσω εγώ ή αν πρώτος ο Αλεξ το κάνει, και αν υποθέσουμε οτι έχω δει τόσες φορές το ίδιο εργο , τότε δεν θα σηκωθώ μια απο αυτές τις  καθόλου υπέροχες μα μόνο περίεργες νύχτες να τον πετάξω απο το μπαλκόνι; 

Η επανάληψη του ίδιου θα φέρει το τέλος.

Θα είναι κάτι το τραγικό, ένα τραγικό τέλος μα ωστόσο κάτι το καθημερινό μέσα απο ένα όνειρο.

Tuesday, January 10, 2017

Τζουζουνίτζοτζοοο



Αγάπη.

Σε ακουμπώ, με βεβαιότητα σε αγγίζω. Αν όχι, πάλι σίγουρα ξέρω οτι είσαι εδώ. Σε αυτό βοηθάει οτι είμαι ο καθρέφτης. Βοηθάει πρωτίστως ο τοίχος που κρεμιέται ο καθρέφτης, τα μπετονόκαρφα στιβαρά καρφωμένα στον τοίχο, δηλαδή εγώ. Οι απλωμένες τρίχες μπλεγμένες σε ένα παλιό αντίγραφο, πεταμένες ήδη στο δωμάτιο. Ειμαι ένα κάδρο ξύλινο, κομμάτι του καθρέφτη που μπορεί και αναπαράγει τις κινήσεις μας μέσα απο το γυαλί. Μας κοιτάω όχι επίμονα. Είμαστε εμείς, φυσικά όπως τότε. Το ένα σου χέρι, το βλέπω να πλησιάζει το δικό μου ευλαβικά μα ποτέ δεν είδα κάτι το διαφορετικό ανάμεσα σε εμας τους δύο. Σκίβεις το κεφάλι σου χαμηλά απο εξάντληση και φοβάσαι οτι εγώ όμως τώρα πέφτω. Σηκώνομαι καθώς ήρθε η ώρα να πετάξω, αλλα είμαι ήδη σίγουρος οτι έχεις ανοίξει τα φτερά σου να με πιάσεις. Κατεβαίνω χαμηλά, με προσοχή. Σταματώ να μιλώ. Σταματάς και εσύ.


Στιγμές που ο ένας στρίβει κάτι, ο άλλος ελευθερώνει τις παλάμες του και τις τοποθετεί σε στάση αναμονονής. Υπάρχουν οι εξαρτήσεις, μα φυσικά ποτέ οι εξαιρέσεις. Γιατί αυτό πάντα να είναι κακό; Γιατί είμαστε αυτοι που υποφέρουμε απο την προσμονή περισσότερο απο την ανάγκη που τόσο κυλάει στις φλέβες μας. Θέλουμε να μπούμε με προσοχή και αθόρυβα. Αγαπάμε τις εκπλήξεις όσο τίποτα, αλλά πάντα υπάρχει ο φόβος. Θα γίνουμε κάτι καινούριο; Οτι κάνει ο πρώτος, ο δεύτερος θα πρέπει να βρεθεί σε κατάσταση επαναφοράς, να περιμένει και να ολοκληρώσει την πράξη για να ξαναγίνουν όλα ίδια. Αυτο για να γεμίσει τον κύκλο της σιωπής αιώνια, μέχρι να ξαναρχίσει η εξάρτηση και η επιμέρους μορφή έλξης του ένός για τον άλλον. Εκει απο μόνοι μας όμως φτιάχνουμε ψυχεδελικά παλάτια, γεμίζουμε το κενό με την ίδια αστεία επανάληψη, κοιταζόμαστε βαθιά στα μάτια γιατι δεν χρειαζόμαστε τίποτα πάρα μόνο το ίδιο χαμόγελο. Γελάμε. Ασταμάτητα. Αρκεί ξανά να αισθανθεί ο ένας τον άλλον μέσα απο τον άλλον και γελάμε ξανά. xo xo xo

Monday, April 04, 2016

Πέρα Βρέχει Μάνγκο + αντι Φάσεις



Το κορίτσι που είδα στην anjuna πεταμένο πλάι στο πανταλόνι μου να κοιμάτε,  το κορίτσι που είδα στην anjuna με ένα απο τα δύο σκισμένο Μαγιό, μου είπε YO, μου είπε YO και πήγε αμέσως για τα μπάνια, ο γέρος που είδα στην anjuna ο ματάκιας με τα μαυρα σπασμένα γυαλιά, ο τυφλός που είδα στην anjuna και είχε ως ιχνηλάτη μια αγελάδα ντυμένη σε πολυχρωμες παραλαγές. 

Τα μάτια του κοριτσιού που είδα στην anjuna, κόκκινα απο τα σκουπίδια της θάλλασας ή απο τις παλάμες ενός φίλου με δάχτυλα ποτισμένα στο LSD. Το κορίτσι που είδα στην anjuna και φυσικά δεν ήρθε με ταξί, ήρθε με ενα διαστημοπλοιο φωσφοριζέ, δεν θυμάμαι τον λόγο που τίποτα απο αυτά δεν έχουν σημασία ή η ανάλυση αυτη ειδικά για τις ουσίες, τώρα που μόνο περπατώ για να φτάσω πίσω με την βάρκα, βρέχει μάνγκο , όλα μα όλα είναι τόσο όμορφα.

Η δυνατή γυναίκα που σηκώνει ένα ή δύο βάρη, το μικρό κορίτσι που βγήκε απο τα σπλάχνα της μπροστά στα μάτια μου απο την αμμουδιά. Η μάνα που πρέπει να το κοιμίσει δίπλα απο τις στάχτες αφου μαγειρέψαμε όλο το αλεύρι, είναι κάτι απολύτως διαφορετικό απο την γεύση που έχει η ξεκάθαρη ερμεινία όταν καταπιείς κάτι φαινομενικά γλυκό, ‘οπως ένα μάνγκο που μόλις έπεσε απο την μανγκιά. Όλοι θα πρέπει να συμφωνήσουμε ή να πάμε μια βόλτα καταπέρα.

Αυτος ο μουσάτος και αυτή η τύπισα με τα μεγάλα βυζιά που είναι Ρώσσικα . Και ένας άλλος που είχε τα λεφτά με κάτι μαυρα γυαλιά όμως δεν άγγιξε την Vodka, ήταν σήμερα στο τραπέζι μου για να φάμε όλοι μαζί, απο μία pizza στου felini. Τρώμε σαν τα ζώα ενω ψάχνω μεσα στο σκοτάδι να τονίσω το Ω, αν καταφερω να γυρίσω σπίτι. (στο ζωα) , ενω σκέφτομαι πάλι την γυναίκα, την μοναδική.

Νύχτα στην πλάζ, εγώ βλέπω μόνο το νέο φεγγάρι στις πατημασιές μου, Σίβα Μούν στο ποτήρι μια βότκας ενω κανεις δεν ξέρει οτι μας ακολουθούν οι δύο μέσα απο τις σκιές, την περισσότερη φορά κρύβονται πίσω απο τις βάρκες , στο κομμάτι του νότου που δεν φέγγει, εκει είναι μια άλλη παραλία που μπορείς και εκεί να κρυφτείς ή να κάνεις ότι φαίνεσαι κρυμένος, να γίνεις ανώμαλος χαΙδευοντας μια σουρωμένη Ρωσίδα, αρκεί να έχει γούστο και να μην καταλαβαίνει ότι σβήσαν τα φώτα ή το φεγγάρι, σασπένς αρκεί να είσαι αλλού ενω όλlοι ακομα αν δεν είναι , θα είναι τρίπιοι, πίσω απο τις βάρκες ή βαθιά μέσα στο πάρτυ.

Διαβάζω το πρωινό, τρώγοντας για λίγο ακόμα om-ελέτα, τα νέα της Ινδίας, διαβάζω “heraldo” τοπική εφημερίδα της Goa , διαβάζω times of india, λιγο απ’ολα και ολες γραφουν raping this 7 years old child, gang bang raping 6 indians one girl και μετά ίσως και killed για πάντα, πάω για τα μπάνια.

Περπατώ όμως χωρις να ξέρω γιατι νύχτωσε, για να γυρίσω στο σπίτι ξυπόλυτος και μόνο βρέχει μάνγκο στο σκοτάδι, οι αγελάδες χέζουν/τρώνε και σκαλίζουν τα σκουπίδια παρέα με τους αρουραίους , ανακατευουν μπανανόφλουδες μπλεγμένες σε κουτιά απο πέντε i-phone, καπου εδώ κοντά θα φτάσω, μεσα στην νύχτα αναρωτιέσαι μαζί και εγώ γιατί ένα τόσο μεγάλο ζώο δεν έχει κουραστεί και αναζητεί ακόμα την τροφή του ή σκέφτεσαι (μαζί και εγώ) γιατί θα πρέπει να το φάς αυριο ή στο relax inn θα σε ρωτήσει ο Αγκουστίνο "middle or over cooked your beef?"

Συλλογίζομαι, τραβόντας τον σύρτη απο την πόρτα αν υπάρχει κάτι περισσότερο ηδονικό απο την κλειδαριά καπνίζωντας όλα τα bidi που θα βρω στο πάτωμα, σαφώς ενα κρεβάτι κάτω απο ένa mango tree και ενα ζευγάρι ακουστικά.

Συναντώ τον Στεφάν, ξυπνώ όπως και πάντα, μετά απο κάποια χρόνια ξανά , με θυμάται ενω δεν θα έπρεπε χωρίς αυτο να σημαίνει ότι είναι κάτι κακό.
Ο Στεφάν είναι ο μεσίληκας ίσως και 30 χρόνια στην Goa και εκτος απο το απολυτο junkie ειναι απο τους καλύτερους kite surfer και πέρα απο αυτό, cool τύπος, μου πάει. Δεν έχω ιδέα.

Μου περιγράφει όπως πάντα τα παλιά πίνωντας μια μπύρα ή ρουφώντας απο το ρουθούνι τα κομμάτια της μνήμης, αλλα ποτέ δεν λέει αυτο που υπάρχει γιατι ξέρει οτι δεν με πολυ νοιάζει το ταξίδι στον χρόνο προς τα πίσω, προφανώς θα πω ναι όμως προχωρώ, τώρα καταλαβαίνω τον λόγο που ποτέ κανείς σαν αυτόν δεν μιλάει για τίποτα επι της ουσίας ή σε μια άλλη περίπτωση το άκρως αντίθετο απο μια αγελάδα που μόνο τρώει τα ipod,  ίσως γιατι ποτέ δεν υπήρξε εναλλακτική και λόγω αυτου μπαρκάρεις εδώ, σε αυτήν την βρώμα, σε αυτόν τον βούρκο της Ινδίας για πάντα,  μέχρι όμως να έρθει ο επόμενος ...

Η Γιολά πάλι ήρθε και απο την στάση της φαίνεται πως είναι η σειρά της, όλοι έρχονται απο το πουθενά, δεν συμπαθεί τον Στεφάν όμως μου μιλάει εμένα είναι κάτι και αυτή, ξέρει πως θα μείνει εδώ, συνέχεια για τα μικρά παιδιά που παίζουν με την άμμο και τα προσέχει.

Ερχεται μόλις τώρα που φτάσαμε φυσικά απο το άγνωστο κρατώντας στην χούφτα μια τεράστια αγκαλιά, κοιτάμε όταν -δεν με κοιτάει- και αν είμαστε απλωμένοι στην πλάζ το πρωί γύρω στις 7, τα παιδιά να τρέχουν και να παίζουν με την άμμο μαλλον μετά απο κάποιο πάρτυ ή κοιτάμε τις γυναίκες που θυλάζουν τα παιδιά που θα κάνουν εκεί τα πρώτα τους βήματα, την καρφώνω στα μάτια και είναι σαν να μου λέει: "κύμματα πάλι σήμερα αρα ο άντρας μου θα κάνει surf, εχω και εγώ κάτι απο όλα αυτα ή τα βράδια να χάνομαι στο σκοτάδι (λέει), κατευθύνομαι προς τον νότο εκει που δεν φέγγει οπως ξέρεις (ξέρω) και οι ντόπιοι ξεμπλέκουν τα δύχτια , ξεχωρίζουν τα ψάρια που θα πουληθούν στην αγορά, και νιώθω ασφαλής, ξέρεις ε;" (Οχι)

Η Γκάτα φευγει σε λίγο μάλλον για να φύγει, ο Ρόμπερτ θα πάρει το τρένο και αυτο ίσως με γεμίζει με μια απατηλή δόση μοναξιάς, η Σαμάνθα έρχεται ξανά απο τα βουνά απ'ότι άκουσα με ένα magic bus και ποιος ξέρει τι άλλα σκατά μπορούν να συμβούν στο απερίγραπτο περιβάλλον της υπερ-σύληψης, μα φυσικά και πώς αλλιώς όταν φοβάσαι πως ότι και αν ακουμπάς ή ακόμα και κοιτάς! μπορεί απο μόνο του να γονιμοποιηθεί;

Η Λούση είναι τρελή στον ουρανό με τα διαμάντια και έρχεται κάθε ανατολή να με ξυπνήσει για να ανάψουμε φωτιά και να κάνουμε ένα τσάι. Μου σηκώνεται συνέχεια γιατί είμαι συνήθως γυμνός ή πιο απλά κοιμάμαι γυμνός, πάντως όταν μου χτυπάει την πόρτα πριν ανοίξω σκέφτομαι "Θέλω να γαμήσω τώρα;"

Όμως εκει, όταν απλά που δεν σκέφτεσαι μόνος σου όλα αυτά για ερωτικό φινάλε, έρχεται η άλλη! Ω! διστάζεις , ειναι η ΖΑφίρ, οπισθοχωρείς για να χωρέσει δίπλα σου, ανοίγεις μονοπάτια στην άμμο για να φτάσει σε εσένα, σαν εσένα και γιατί όχι;, πραγματικά δεν έκανες και κάτι το τόσο περίεργο, απλά συνέχισες για να γίνεις καμουφλάζ ένα με τα βράχια!!
Σε βρίσκει ενω νομίζεις οτι κρύφτηκες καλά, είναι φανερό οτι σε αναγνωρίζει απο πάντα και Εεεε δεν έχει σημασία τι λέει ή τι θα πω εγώ, είναι εδώ και πέφτουν οι τίτλοι!

Όμως ξέχασα ... γράφω για το δέντρο, που γυρνάω αργά μεσάνυχτα στο σπίτι, αυτο απο μόνο του είναι η σίγουρη αλήθεια. Έλεγα σε έναν φίλο ψυθυριστά λίγο πριν φύγει , κάπου εκει που χωρίζαμε τα βράδια στα μισά της διαδρομής "στρίβω εγώ τώρα, απο εδώ σε αυτο το μονοπάτι που λογικά θα μου την πέσει η αγέλη απο τα σκυλιά, θα τα πούμε αυριο αν όλα καλά".

Ευτυχώς που δεν υπάρχει κάτι πιο περίεργο απο τα όμορφα τραγούδια οταν επιστρέφεις , συνήθως λίγο πριν αντικρίσεις κάτι που μοιάζει με πόρτα νιώθεις ήδη ασφαλής ακούγοντας τον ήχο απο τις πατημασιές σου στο πρώτο σημάδι μπετόν, γιατι όχι και στα ακουστικά μέσα απο ένα άλλο τραγούδι που μιλάει επίσης για ένα σπίτι, τις νύχτες που κόβεται το ρευμα στην γειτονιά νεκροταφείο θα είσαι πάλι εδώ, μέσα στους τοίχους η μπαταρία φορτίζει και έξω το μάνγκο αποφορτίζει τους καρπούς του, μία πλέον και μοναδική σπασμοδική κραυγή απο φόβο μεσα στον απόηχο της νύχτας άπο κάποιο ζώο που σε λίγο θα πεθάνει, σε λίγο μην φοβάσαι, πάλι θα αποκοιμηθείς ρομαντικέ άνθρωπε.





Monday, November 09, 2015

Τζό

Ξεκινάω μαζί με τον Τζό και περπατάμε. Μου έχει ήδη πει τις ιστορίες του και τις επεξεργάζομαι όσο κάνουμε αυτο. Ο Τζό λίγο πριν μου είχε πει στο μαγαζί “Η Κάντυ είναι ένα μάτσο σκατά και θα τελειώσω σύντομα μαζί της, να το ξές!” , τον ρώτησα “Είσαι Αμερικάνος;” Αρχισε να ανακατευει τα μαλλιά του και να τρίβει τα αρχίδια του πάνω απο το πανταλόνι. Μπηκαν διάφοροι και βγήκαν, μια κοπέλα Ασιάτισα τον κοίταξε στα μάτια και δεν έκανε κάτι άλλο μετά. Άνοιξε την πόρτα, κοντοστάθηκε για λίγο, ένας ψηλός τύπος σχεδόν έκανε υπόκληση για να φανεί ευγενικός μπροστά της. Είχε ωστόσο ένα αμήχανο χαμόγελο και αδύνατα πόδια. Τον άφησε αυτη να περάσει πρώτο και μετά μπήκε στο μαγαζί.

Μαγαζί , μαζί με τον Τζό λίγο πριν βρεθούμε στην πόλη. Γεμάτο πόρτες που ανοίγουν 6 διαφορετικές πόρτες. Του λέω “Δεν μπορώ να καταλάβω τίποτα απο αυτά που μου λές” Ο Τζό συνεχίζει “ Είδες αυτο το μουνί που μόλις πέρασε με τα σκηστά μάτια;Απο Ταιλάνδη, τι λές;” Απαντάω στον Τζό “Δεν μπορώ να καταλάβω τίποτα”. Ο Τζο εξαφανίζεται για λίγο και επιστρέφει με όλες τις απαντήσεις, είναι πάλι εδω. Κλείνει την πόρτα και κάθεται έπειτα στο τραπέζι.

Σιωπή.

Για ένα μάτσο λεπτά, εμείς κοιτάμε τα λουλούδια στο προαυλιο , μερικά μηχανάκια ανεβοκατεβαίνουν τον δρόμο. Σκέφτομαι αν πραγματικά ο Τζο, είναι ο καθρέφτης απ’οτι θέλω και αν μπορώ να γίνω. Αν μου λείπει. Δοκιμάζω καινούρια πράγματα απο το τραπέζι. Χαμογελάω μετά, γιατί όχι;

Με τον Τζό περπατάμε επι τέλους σε ένα δρόμο. Κατεβαίνουμε απο το λεωφορείο για να βρεθούμε εκεί αν και απο μόνο του είναι εκτός διαδρομής.Του δείχνω τα σημάδια απο τις τρύπες και του εξηγώ τους λόγους για τα μπαλώματα σε κάθε κομάτι της συνοχής. Εδώ είναι , του λέω και βλέπω σκατά , καθώς δείχνω λίγο πιο μακρυά, δεν υπάρχει τίποτα, μετά απο αυτό το σημείο που σου δείχνω Τζο. Σταματάει, χωρίς να το θέλω και επεξεργάζεται οτι του είπα. Ο Τζό τώρα φευγει. Παύει να υπάρχει δίπλα μου ή απλά εξαφανίζεται. Περνάν τα χρόνια και έφυγε, ο Τζο την έκανε ολοκληρωτικά.

Friday, November 06, 2015

τι μου λειπει απο το google


οι σπόροι
απο ένα δέντρο που δεν θα φυτέψω ποτέ
γιατι εχω Google
αλλα δεν έχω χώμα ή δεν έχω τίποτα, ποτέ όπως τότε,
γιατι δεν ανεβαίνω τις σκάλες
μόνο τις κατεβαίνω, όπως παλιά

Κατεβαίνω τις σκάλες, όπως ενα παιδί. Ξοπίσω μου αποτυπώματα, αλλεπάλληλα τυπώματα φυγής και αβεβαιότητας. Όπως και να το δεις είναι και αυτό ένα ενδεχόμενο δράσης. Σε μια γωνία βρίσκονται οι γονείς. Αν και δεν είναι γιατι δεν μπορεί να είναι σίγουρο οτι αυτο συμβαίνει τώρα ή είχαν ένα ραντεβού. ΦλάσΜπάκ στο τι συμβαίνει αυτη την στιγμή. Οτι ενδέχεται, φερειπίν υπάρχει η υποψία οτι θέλω ξανά να φτάσω μέχρι κάτω, αφου πρώτα ήδη έχω ξεκινήσει! Όπως παλιά, ένα παιδί στα πρώτα βήματα. Μα φυσικά, πώς αλλιώς; Ακόμα δεν είμαι σίγουρος οτι θα γίνει και αυτό. Αφού είμαι πάνω και δεν είμαι άσχημα, γιατι να κατέβω! Με συγχωρείς για την σύγχηση, θα επανορθώσω. Φαινομενικά εγώ θα αρχίσω πάλι να κατεβαίνω, όμως για τί; Ας πούμε για να σκοντάψω και, ώχ!. Με κοιτάω ήδη απο ψηλά, κάτι πρέπει να έγινε λάθος. Οταν κατεβαίνεις σκαλοπάτια οι σκέψεις σου είναι γυμνές , είναι στεγνές. Το στόμα σου φταίει γι’αυτο, ποτέ δεν θυμάμαι κάτι διαφορετικό. Όπως και οι λέξεις που βγαίνουν απο αυτό, δεν βγάζουν κάποιο νόημα. Εκτός βέβαια αν στο κατώφλι υπάρχει μια λίμνη, θα τολμίσω να πω και απο τα δάκρυα. Στην λιμνη (αν υπάρχει) δεν θα κάνεις τίποτα. Αν υπάρχει νόημα σε αυτό. Μόνο θα πεις:  μια Λίμνη; Ωωωω τι αλλόκοτο που λίγο πριν υπήρχαν μόνο σκάλες! Θα πείς είμαι σε μια πόλη (γιατι υπάρχουν οι σκάλες) αρα μπορεί και να είμαι στην Λιμνούπολη!! Ή θα πείς, έπεσα, είμαι ένα παιδί και τώρα που κλαίω κάποιος θα με μαζέψει. Αν δεν έχει ραντεβού. Τώρα λίγο καλύτερα που κατάλαβα τι έχει συμβεί. Αν υπάρχει νόημα σε αυτό τότε θα υπάρχει ένα νόημα ή θα βρεθεί κάποιος να υποστηρίξει το αντίθετο. Μα φυσικά!Ένας άλλος θα πει οτι υπάρχουν περισσότερα νοήματα απο ένα. Εμείς θα του χαλάσουμε χατίρι!!? Προσπαθώ να θυμηθώ αν κάτι απο αυτα που έχουν συμβεί, τίθεται ως θέμα εξαπάτησης. Δηλαδή αν αφου κατέβω τις σκάλες και βρεθώ σε μια λίμνη θα πιστέψω τα προαναφερόμενα και, ότι αυτο , απο αυτά συνεπάγεται. Καμοια απολύτως υπόνοια για κάτι τέτοιο και ας μην θέλω να φανώ απόλυτος. Για παράδειγμα, στα δέντρα δεν σκέφτηκα σκαλοπάτια ή κάτι άλλο ή στην τελική δεν σκέφτηκα καν την λίμνη. Για να είμαι ειλικρινής κοίταξα μέσα μου και θυμήθηκα πως είναι να είσαι παιδί. Γίνονται όλα αυτα απο μόνα τους ή κάτι αλλο. Ή σκεφτόμουν πάλι μια pizza και ένα άλογο. Και μου την δίνει που δεν μπορώ να γράφω όπως παλιό το δέντρο : “Δένδρο” . Όταν παλιά έγραφα λάθος. Όπως λίγο παλιά, αγαπούσα τις λέξεις και τις λέξεις τις άλλαζα. και

Monday, October 26, 2015

2344 4.ψ/34φψψβω33 (ώβ)


Ανεβαίνω τις σκάλες. Δεν υπάρχει κανείς, τωρα που ξεκίνησα να ανεβαίνω τις σκάλες. Υπάρχουν τα πόδια μου, ενα αλλο κομάτι άλλου που ξεπήδησε απο το κορμί μου και θέλει να παίξει τώρα με τις σκάλες. Φτάνω στον 1ο σιωπηλά, δεν υπάρχει κανείς που θα με δει, υπάρχει μια πόρτα, υπάρχουν και άλλες σκάλες. Φτάνω στον 2ο για να διαπιστώσω οτι υπάρχουν και άλλες σκάλες. Δεν υπάρχει κατι άλλο σε αυτον τον όροφο, παραμόνο η σιωπή πίσω απο μια θωρακισμένη πόρτα.

Καθομαι εκεί, ενω σβήνει αυτοματα το φως, όπως αυτόματα άναψε, δεν ανοίγει ποτε η πόρτα, δεν αφουγκράζομαι τον παραμικρό ψιθυρο πισω απο αυτην, φυσικά αφου ήρθε το σκοτάδι. Τώρα στο σκοτάδι μπορώ να ακούσω τα πάντα, ομώς δεν υπάρχει κατι που να ακούγεται. Ανεβαίνω τις σκάλες και φτάνω στον 3ο. Κοιτάω το ασανσέρ που η φωτεινή ενδειξη φαναιρώνει οτι κάποιος ήρθε εδώ, κάποιος κατέληξε εδώ και ίσως να τον συναντήσω. Ενα κόκκινο λαμπακι, σαν αυτά τα κοκκινα λαμπάκια, ποιος ξέρει για πόσες ώρες αναμένο; Δεν υπάρχει κανείς ομως, ειμαι σίγουρος γι’αυτο, ,ουτε κάν κάτω απο το βρώμικο χαλάκι, τα πόδια μου διαμαρτύρονται να φυγω στην σκέψη οτι θα τα σκουπήσω εκει και αυτο μπορεί να με οδηγήσει μέσα!

Ανεβαίνω τις σκάλες, μετρώ τους ορόφους στην παλάμη μου και λόγω αυτου προσπερνάω τον όροφο που έχει μια πόρτα και μια κάμερα. Ειμαι στον 5ο ήδη, έφτασα θα πω ή τα πόδια μου φροντίσαν για αυτο θα πω. Σκοτάδι και εδώ, μόνο μια γνώριμη πόρτα μπροστά μου και στην τσέπη τα κλειδιά. Δεν υπάρχει κανείς πίσω απο αυτήν, καθως δικαιωματικά ειμαι ο ιδιοκτήτης και στέκομαι απ’εξω. Χτυπάω το κουδούνι και δεν ανοίγει κανείς. Χτυπώ το κεφάλι μου στον τοίχο και ανοίγει το κεφάλι μου. Πλάκα κάνω, μπαίνω μέσα και παραγγελνω μια pizza.

Monday, October 12, 2015

Εκει / Εδώ


οταν ξυπνάς απο εκεί ανοιγεις τα μάτια. Οταν ανοίγεις τα μάτια εδώ κοιτάς τα χέρια, τις παλάμες σου που είναι ήδη ανοιχτές, μα και φυσικά άδειες. Οταν τα δύο σου χέρια είναι ανοιχτα σχηματίζοντας το ίδιο μοτίβο, κάθε πρωί, τότε σε αυτήν την περίπτωση δεν υπάρχει κάτι το ανησυχυτικό. Περαιτέρω εξηγήσεις, μακροσκελές αναλύσεις για το μάταιο θα φέρουν ως κατάληξη να ανακαλήψεις και ως ακολουθία να ξύσεις τις πληγές απ'το σώμα σου, που παλευει μόνο να αναστείλει την διαδικασία της αφύπνισης , σε παρακαλάει να το αφήσεις για λίγο ακόμα να απολαυσει τις μαγικές ιδιότητες που του δώσαν τα όνειρα. Για παράδειγμα λίγο πρίν εκεί πετούσες ή τώρα που ξυπνάς θα πετάξεις εδώ οτι δεν χρειάζεσαι.

Monday, September 07, 2015

K2015



Γύρω σου κοίτα, δίπλα σου ειναι ο κτύπος ρολογιού, και πώς αλλιώς, μα ενα μωρό που ήδη αρχίσε να κλαίει, ειναι κοντά ως τι, σαν να ειναι δικό σου. Η καρδιά του ή τα κομμάτια φέρνουν τις στιγμές που γυάλισες απο τα υλικά της γυάλας που το φρόντισε η μάνα ήδη σε κάθε περίπτωση υπάρχουν, έστω και μέσα απο έναν σπασμένο καθρέφτη στο μπάνιο ενος ξένου σπιτιού που έχει μόνο ένα βρώμικο σεντόνι να ξαπλώσεις ή τέλος όπως θα ήτο λογικό σε μια ακριβοπληρωμένη κλινική για αποσυμφόρηση επιτέλους να περισυλλεχθεί. Ομως είναι τώρα , τούτη την στιγμή που τα σπασμένα όλα μου σχεδόν βρίσκονται εδώ, απλωμέμένα στο ίδιο σεντόνι της ντροπής. Χέζω, τα χέζω, χαζευω και χαιδευω τα πολλά μαζί πουλιά που ακροβατούν στο μπαλκόνι αυτου του λογισμού μου και επικροτώ ορθά τον λογαριασμό γιατί βλέπω μόνο έναν, καθαρίζοντας τις κυλίδες αίματος απο τον έναν και μοναδικό πελαργό. Εκει λοιπόν αρχίζει η αρχή απο τα παραμύθια ή σε καμοία περίπτωση δεν υπάρχει κάποιος να υποστηρίξει το τέλος ή να αμφισβητήσει την αφοσίωση μου στον σουρεαλισμό. Περιμένω πρόχυρα όπως ανάβεις ένα τσιγάρο έξω απο το μετρό, χωρίς απαραίτητα να είμαι σε αναμονή, αλήθεια μέσα ή εξω απο ενα νοσοκομείο, κάτι καινούριο, όπως παλιά να εφαρμοστεί , το σπλάχνο της φρίκης μου, την αγάπη μου στα χέρια που μπορούν να αγκαλιάσουν το σύμπαν, ολόκλυρα ζουμερά βυζιά, μουνιά αδιάφορα και πούτσες πού φτάνωντας … για να ολοκληρώσω, υπάρχει μόνο το ένα τίποτα, ένα τόσο όμορφο τίποτα που επαναλαμβάνω με γεμίζει, μόνο με αγάπη, το σπλάχνο που βγαίνει μέρα με την μέρα μέσα απο τις σκέψεις μου, ξανα θα αναγεννηθεί, ξανα μέσα μου, μία και πλέον για πάντα.

Friday, May 29, 2015

στο δαSOS



προχωρεις. κινεις. οπισθοχωρεις. δισταζεις για μια στιγμη. ειναι ο ισιος σου. εισαι. εισαι και δεν εισαι. σε ενα δασος. φυσικα οι σκιες. φυσικα το μπλεξιμο με τις φυλλωσιες. τα κλαδια του δεντρου, τα παρακλαδια της λογικης. γιατι εισαι και αν δεν ξερεις ουτε αυτο , τότε τί; . πραγματικα , αν αυτος θελεις. εισαι στο δασος και εισαι εν κινηση. τιποτα απο αυτα και σε καμοια περιπτωση, κατι διαφορετικο δεν μπορει να σε ανυσηχησει. ισως εννοιες και σκέψεις που περνάν απ'το στομάχι σου. ο έρωτας. ο ερωτας. και μόλις πέρασε ένας λαγός.

σταματας. ξεφυσας για τον απλο λογο. τα ποδια, τα χερια σου και γενικοτερα τα ακρα τα δικα σου κοιτανε. την ακρη της αρχής σου μεσα απο καθετη γωνια. 90 μοιρες ψηλά. ολα τοσο διαφορετικά και ευτυχως όχι χειρότερα!. τα δαση που δημιουργουνται μεσα στα δαση. δεν ειναι το ενα. μα δεν ειναι και το εντεκα. θαρρω πως ειναι παλουκια που ορειοθετουν τις καταστασεις. πολλαπλά ψηφία του 1, διαφορετικές εκδοχές του 1 καρφωμένα στην φωνή της συνειδησης. τρωω ενα πιατο ψάρι, το μεσημέρι. Στις τεσερεις παρα τεταρτο και έρχεται ο jim. Να πει:


Βράδυ. τίποτα απο αυτα δεν υπάρχει. Ο Jim μου λέει το εξής: Πετάς. Πετάω και εγώ, ενω σε είδα, εστριψα ενα τσιγάρο.

Wednesday, April 15, 2015

41 μισό


Γειτονιά 5 ορόφους ψηλά. Χτενίζομαι στον καθρέφτη του μπάνιου, περιφέρομαι στο μπαλκόνι μόνο γιατι βάφω τους τοίχους , τροχίζω την μούχλα και έχω την σκούπα μαζί με το φαράσι να μαζέψω τα υπολοίματα σοβά, προφανώς καθαρίζω και ομορφαίνω τον χωρο μου ή αν θέλω να τα σταματήσω όλα αυτα προσμένω ξανα απο ψηλά την βροχή. Έρχεται το καλοκαίρι όμως. Σκέφτομαι αν υπάρχει η γειτονιά που θα εγκαταλείψω, στο απέναντι κτήριο μια γυναίκα δεν θα βάφει ούτε βάφεται αλλα όλο τρίβει και μετά κάθεται σε ενα τραπέζι πλάι στο φως του καιριού. Έχει ήδη βραδιάσει διπλά γιατι εχώ κλείσει τις κουρτίνες. Μερικές φορές μαγειρευει, δεν κρύβει απο εμένα τις μυρωδιές της, ωστόσο ποτέ δεν με κάλεσε για φαγητό. Υπάρχουν μπαλκόνια ψηλά σαν τα δικά μου που κρεμιούνται οι βρωμιές στο ίδιο ύψος της πόλης και οι ψιθυροι φυλακίζονται στις γλάστρες. Μεταφέρονται τα κουτσομπολιά μέσα απο τα περιστέρια που έρχονται να ανταλλάξουν τα ψίχουλα με πληροφορίες στα μπαλκόνια μας.  Διπλασιαζονται οι φόβοι μας στον δρόμο οταν βρεθούμε κρυφά και φυλακίζονται σε σακούλες σκουπιδιών για να καταλήξουν συντροφικά στον ίδιο κάδο, της ίδιας γειτονιάς.

Friday, March 27, 2015

Σινέ Τρέλα


Συνάντηθηκα απόψε μετα απο χρόνια με την οικογένεια των διάσημων Μπλέ. Ζωηρά ζώα δεν λέω, λόγια στο τραπέζι (στην αρχή) αρκετή αμηχανία και πολύς μα πολυς γκρίζος καπνός!. Ο σκούρος μπλε και η γαλάζια μητέρα καπνίζανε τσιγάρα απο μια κασετίνα τύπου Gitanes. Δεν μαγείρεψα τίποτα γιατι βρεθήκαμε σε ένα άδειο, εγκατελειμένο δωμάτιο ενος παλιού σινεμά. Τα παιδιά τους αμίλητα και λίγο απόκοσμα μασουλάγανε τσίχλες. Ο μεγαλύτερος αδερφός κρεμόταν σαν σακί κάτω απο το σκοτάδι τoυ πατέρα. Οι γονείς μεθοδικά κλείσανε τις κουρτίνες και απο τα τέσσερα παράθυρα γιατι ο μικρός γιός είπαν πως το απαίτησε απο την πρώτη κιόλας μέρα που γενήθηκε. Τους ξεκαθάρισα οτι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με την γέννηση αλλα αν μπορούμε να συντομευουμε την διαδικάσία του θανάτου.

Οι υπόλοιποι γιοι συντροφικά, σαν μηχανισμός ρολογιού απο την ώρα που ήρθαν, με το που ακούσαν τα παρακάτω τράπηκαν σε φυγή, γύρω στις δωδεκάμιση. Ακολούθησε μια πνιγηρή σιωπή και μόνο οι ψιχάλες της βροχής σε αυτη την νύχτα, δύο φορές ξερόβηξε ο πατέρας και μετά αφουγκράστηκα τακ τακ τακούνια στο βάθος του δωματίου. Ακομα πιο μακρυά υπήρξε σίγουρα το κούμπωμα τσάντας και ο ήχος απο τον μηχανισμό μιας ομπρέλας. Περισσότερο μακρυά ένας ποιητής να μεταφράζει τις σκέψεις του και σίγουρα κάποια να κλαίει μην μπορώντας να αντιλυφθεί τι συμβάινει. Ω!  (ο ποιητής είναι σε φάση)
Νόμιζα πως έμεινα ξανά μόνος. Ο πατέρας κίνηθηκε σιωπηλά για να κάτσει τώρα μαζί μου στο τετράγωνο τραπέζι, ανέτοιμος για οποιαδήποτε επαφή, ωστόσο βαρύς και ορμητικός.

 Του είπα τις λιγοστές απο τις πρώτες λέξεις μαχέρια να σπάσουν τον πάγο, σκεπτόμενος νόμιζα έξυπνα όπως και είμαι, αλλα ήδη στα μισά κατέφυγα στην εκδοχή της επανάληψης.

«Πάμε πάλη απο την αρχή» συλλογίστηκα ...

Ίσως το γεγονός οτι είχα πολυ καιρό να αντικρήσω έναν απο τους Μπλε ως πατέρα και αλληθινά τόσο βαθιά σκούρο μου δημιουργησε έναν κόμπο.
Σταμάτησα και ξεκινησα απο το μηδέν να ορθωσω μια προταση και να αποσαφηνίσω ορθά τον λόγο που βρεθηκαμε εδώ.

«εεε» «….»

«θέλω να ξέρεις .. νομίζω πως ..» και παύση ξανά.

Έτσι, πιστευοντας οτι ποτέ δεν με άκουσε, ικανοποιήθηκα με την προσωρινή αποτυχία μου.
Σηκώθηκα με μια κίνηση και άνοιξα τις κουρτίνες απο το πρώτο παράθυρο δίχως αυτην την φορά να βγάλω τον παραμικρό ψίθηρο.
Περπάτησα σαν την γάτα.
Ο Μπλέ φάνηκε να ενοχλείτε περισσότερο απο το φώς που μπήκε στο δωματιο παρα απο την αδυναμία μου στο να εκφραστώ.
Και σίγουρα εδώ που τα λέμε αυτο το περπάτημα της γάτας δεν ήταν και ότι καλύτερο.
Σωριάστηκε περισσότερο σίγουρος στην καρέκλα του φυσώντας αδιάφορα τον καπνό και έκανε που και που κάποια «γκουχου χομμ χουμμμ»

 Ο εγκατελειμένος χώρος που βρεθήκαμε, υπήρξε παλιά κινηματογράφος και έπαιζε κάθε δώδεκα μέρες απο μια νέα ταινία. Τις δύο Τετάρτες και μια βραδυά έκτακτη μεταμεσονύκτια προβολή στο τέλος του μήνα. Όταν αυτο γινόταν Σάββατα ήταν ωραία γιατι κρατούσε τους θαμώνες μέχρι το πρωί. Στην αίθουσα είχε έναν φεγγίτη συνήθως κλειστό (οπου σήμερα εγω άνοιξα) κατα την διάρκεια της προβολής, τέσσερα θολωτα τζάμια (κλειστά επίσης) και μια καταπακτη που σε πήγαινε στις εσωτερικές σκάλες.
Απο κάτω ακριβώς δύο ορόφους ξεκινούσε το πρωτο βρώμικο σκαλοπάτι ή αντίστοιχα το πρώτο χτένι της μεταλικής σκάλας που οδηγούσε στο Φουαγιέ.

Εγώ βρίσκομαι εδώ ουρανοκατέβατος μέσω ενος γαλάζιου τούνελ που δραπέτευσε απο την χαραμάδα του εξώστη ή λόγω μιας ανεξήγητης αχρωματοψίας που η μοίρα με έφερε σε αυτό το άχρωμο κτήριο, χωρίς πλέον καθόλου ζωή. Τις καλές εποχές που το θέατρο ήταν γεμάτο απο κόσμο οδηγούσα με έναν φακό τους θεατές στις θέσεις τους. Tις υπόλοιπες ώρες μέχρι και να τελειώσει η προβολή, τις περνούσα στο bar του θεάτρου φλερτάρωντας ή δίνοντας συμβουλές κινηματογράφου.

Τώρα όλοι φύγαν κι εγώ παραμένω εδώ να τα χειρίζομαι όλα μόνος. Λιγότερο άγχος ή όχι, δεν μπορώ να ξέρω. Σηκώθηκα αυτη την φορά χωρίς την βοήθεια του φακου, καθοδηγούμενος απο το σκοτάδι και με το λιγοστό φώς του φεγγίτη παρέσυρα τον εαυτο μου αφιλοκερδώς να άνοιξει τις κουρτίνες, στο δευτερο παράθυρο.

 Γυρνώντας στην καρέκλα ο μπλε έκανε μια κίνηση που δεν μπόρεσα να ερμηνευσω αλλα φάνηκε σαν να θέλει τώρα κάτι να μου πεί.

«Με συγχωρείς Μπλέ, τι μπορώ να κάνω για εσένα;»

Χτύπησε με μια γροθιά το στήθος του, κοίταξε ψηλά τον ανοιχτό φεγγίτη, ξανα έβηξε αυτη την φορά λιγότερο ενοχλημένος και έπειτα αποκρίθηκε.

«Θα σου ζητήσω ένα τσιγάρο όχι για κάποιο λόγο που θα πρέπει να το παρεξηγήσεις, αλλα μόνο γιατι δεν έχω , έτσι; »

«Το καταλαβαίνεις αυτο, οκ;» , πρόσθεσε.

«Η ανάγκη σου να ερμηνευεις τα γεγονότα ακόμα και στα πιο απλά πράγματα είναι αυτη που μας οδήγησε εδώ» απάντησα.

«Μα ...» Του έπιασα το χέρι για να τον σταματήσω και τότε μόνο με κοίταξε για πρώτη φορά στα μάτια, ίσως και λίγο φοβισμένα.

«Μην φοβάσαι ... »

«Δεν πρόκειτε να σε βλάψω, αλλα σίγουρα δεν είμαι και βέβαιος αν αξίζει να σε βοηθήσω.», και με μια κίνηση του πέρασα το τσιγάρο στο στόμα.

Κατοπιν σηκώθηκα και άνοιξα τις κουρτίνες απο το τρίτο παράθυρο.
 Αυτη η κίνηση μου τον ανησύχησε περισσότερο, είδα να επεξεργάζεται το τσιγάρο που μόλις του πρόσφερα λες και κρατάει μια βόμβα που θα εκραγεί στα χέρια του!

Έβγαλε κάτι απο το παλτό και παρατήσησα  πως ήταν τα μαύρα γυαλιά του.
Το φώς απο το φεγγάρι ξεχυλισε τώρα περισσότερο στο δωμάτιο και οι σκιές απο τις κουρτίνες ζωντανεψαν μια ταινια του Μπουνουέλ στον μουσαμά, όπως παλιά. Σχεδόν μπορούσα να διακρίνω τον Ανδαλουσιανό σκύλο να τρέχει στους διαδρόμους ή στο βάθος μια Καμηλοπάρδαλη σκυμμένη να τρέφεται απο τους καρπούς της προδοσίας . Ο Μπλε με αυτο το φώς φαινόταν να χάνει τον αρχικά βαθυ του χρωματισμό και να ξεθωριάζει σαν κάτι γαλάζια Ελληνικά πανιά (ξεχασμένες σημαίες) που διαβρωθήκαν απο τον χρόνο και την εγκατάλειψη.
Tα μάτια του ήταν καρφωμένα στο κενό λες και πραγματικά ηταν μια απο αυτες τις στιγμές που προβάλεται μπροστά σου το πιο αρρωστημένο θρίλερ.
Όμως δεν ήταν μόνο αυτο.

Προσπαθούσε να διορθώσει την στάση του, για παράδειγμα φρόντιζε τα μαλλια του και κάπνιζε κατ'επανάληψη το τελειωμένο τσιγάρο, έβγαζε και ξαναφόρουσε το παλτό ενώ παράλληλα είχε κουμπώσει δύο φορές το τελευταίο κουμπί στο πουκάμισο.
 Σηκώθηκα απο το τραπέζι και απομακρίνθηκα προς την τελευταία κλειστή κουρτίνα κοιτάζωντας πίσω μου τον διαλυμένο Μπλέ.

«Μπλεεε … εδώ που τα λέμε ...»

«Αυτη την στιγμή που βρισκόμαστε εδώ, νομίζω ... πως ήρθε το τέλος σου!» φώναξα και όλα ξαφνικά σωπάσαν.

«Δεν έχεις πλέον αυτην την σκούρα απόχρωση του μπλε, έχουμε αλλάξει και οι δύο το καταλαβαίνω, ΑΛΛΑ ΕΣΥ!… »

«Στάσου να το συζητήσουμε! ... τι πάς να κάνεις!!»

«Το μόνο που θα κάνω τώρα είναι να να σου δώσω ενα καλό μάθημα!» και στάθηκα αποφασισμένος μπροστά στην κουρτίνα απο το τελευταίο παράθυρο.

Η πανσέληνος γέμισε με άπλετο φως το δωμάτιο, όσο άχρωμο και να είναι το φως του φεγγαριού σε ενα κλειστό χώρο, ορκίζομαι οτι έβλεπα όλα τα χρώματα να σχηματίζονται μοναδικά.
Ήδη υπήρχε ενα κοριτσάκι στην δεύτερη σειρά, είχε ροζ φωτινά μαλλιά , ο διπλανός φανταστικός της φίλος έτρωγε ανενόχλητος το μαλλί της γριάς , κομμάτια ζάχαρης και ίνες είχαν κολήσει στα μαλλία της και αυτη παραμιλούσε όλο γκρίνια. Ίσως όμως να έφταιγε και αυτη  η ακατάπαυστη φλυαρία της, στο τέλος ο μικρός δεν άντεξε και με μια κίνηση δυσαρέσκειας φώναξε:

«Σταμάτα επιτέλους, δεν βλέπεις οτι παρακολουθώ με αγωνία την ταινία!!» και η μικρή σε αυτα τα λόγια μονομιάς ξέσπασε σε λυγμούς.

 Όχι! σε παρακαλώ! μην το κάνεις αυτό…» φώναξε ο Μπλε προς το μέρος μου και όλοι οι θεατές μαζί αναφώνησαν:

«Ωωωωω!» , οι θεατές στο άδειο θέατρο, που τώρα μερικοί απο αυτούς κάναν βουτιές απο έναν βατήρα στον εξώστη.

Άξαφνα ο μικρός φίλος ίσως μετανιωμένος ή ακόμα και συνειδητοποιωντας οτι δεν ξέρει κολύμπι χαίδεψε στοργικά το κορίτσι δίπλα του και της πρόσφερε ένα τριαντάφυλλο.
Αυτη σκουπίζωντας τα δάκρυα φάνηκε εστω προσωρινά να τον συγχωρεί.
Σταμάτησε επιτέλους να κλαίει και όλα επανήλθαν στην φυσιολογική τους ροή, εκτός απο μερικούς που πηδούσαν πλέον στο κενό.

Τίναξα τα νερά απο τα παπούτσια μου και ήμουν έτοιμος να φωτίσω ολοκληρωτικά το δωμάτιο, ώσπου ξανα άκουσα τον Μπλε να εκλιπαρεί.

«Δεν μπορώ περισσότερο φώς… απλα ασε με να φύγω και να γυρίσω στην οικογένεια μου και δεν πρόκειτε ποτε ξανά να σε ενοχλήσω!»

«Μην ανοίξεις και το τέταρτο παράθυρο!»

Ξαφνικά όμως εκει που δεν το περίμενε κανείς… Ο ανδαλουσιανός σκύλος πετάγεται μέσα απο την οθόνη και με ένα απότομο σάλτο ορθώνεται μπροστά του!
Κοιτάζει κατάματα τον Μπλέ, στο στόμα του σφίγγει ένα πιστόλι, σαν να ήθελε παιχνίδι κουνάει την ουρά του και προσμένει .

 «Τι είναι αυτό;;; Τι να κάνω, βοήθησε με σε παρακαλώ ή άφησε με επιτέλους να φύγω απο αυτη την τρέλα!!»

 Βρισκόμουν ακριβώς στο ένα μέτρο απο το πιστό τετράποδο, χαιδεψα στοργικά το απαλό του τρίχωμα και αποκρίθηκα γαλήνιος προς τον Μπλέ.

 «Στο χέρι σου είναι όλα, άκου σε με καλά, το όπλο μόνο να ξέρεις πως ειναι γεμάτο»
 «Αυτο δυσκολευει την θέση σου ή τα κάνει όλα πιο ευκολα»

Λέγοντας τα παρακάτω ξανακάθησα μαζί του στο τραπέζι και συμπλήρωσα:

 «Με καθαρίζεις εδώ και τώρα» ...

«Αυτοκτονείς» ...

«ή ….»

Και πριν προλάβω καν να ολοκληρώσω την εναλλακτική στην πρόταση μου βλέπω τον Μπλε που είναι σχεδον έτοιμος να αρπάξει το πιστόλι…


«ή Τι!! πες μου την εναλλακτική τώρα!» σφίγκωντας στις παλάμες του το όπλο.

«Του το πετάς πίσω για να παίξτε!»

 Τι χαριτωμένα τετράποδα που είναι οι σκύλοι και πόσο αγαπάνε το παιχνίδι, δεν συμφωνείτε;!

Friday, December 26, 2014

2Γκο24ωΜεφγβνΝεςψΨ

Δεν ειναι οτι κοιταω, ανοιγω τις πορτες και το δωματιο. Ειναι η αφορφμη που ειμαι ξανα εδω σκεφτόμενος τους λογους υπαρξης. Αν δεν ειχα φυγει ποτε, ολα σιγουρα θα ηταν καλυτερα μα τωρα που ξανα σε συναντησα δεν μπορω με βεβαιότητα να το πω αυτο. Αν καθομουν για πάντα κλειδωμένος σε αυτο το δωμάτιο φερειπείν θα γεμιζα με μικρές φουσκάλες καθημερινότητας το εγω μου. Ειμαι μαζι σου σε μια εξοχή ή σε μια έξοχη εκδοχη της πραγματικότητας , ποτίζουμε τα άνθη της αμφιβολίας μας και σκεφτομαι οτι δεν πρεπει να σκεφτω τιποτα, προσπαθω να θυμαμαι μονο πως ειναι να γινεται να αγαπας και αυτο μόνο. Εξ'άρχης ειναι απο μονο του το μεγαλυτερο λαθος γιατι απο αυτο ξεκινήσαν όλα τα λάθη επι λαθών. Γνωρίζω ναι, πως είναι ή θα γίνει και έχω τις λύσεις πρακτικά αλλα απο την αλλη ανοιγω την πορτα , χάνω τα κλειδιά , ξεχνάω τον δρόμο της επιστροφής και είμαι έτοιμος να σε ξαναβρω.

Sunday, November 02, 2014

ποστ τίτλ 221ψ

σκεφτομαι την μέρα μου. .μονο σκεφτομαι εσενα. σε αναζητω στο δωματιο. ανοιγω το μυαλο μου και εισαι εσυ. εκει αγγιζω τα ρουχα που μου φορεσες. Εκει σκεφτομαι τις μερες μου. Τιποοτα το ανησυχυτικο. Ολα αρχίζουν σωστά.

Sunday, October 05, 2014

αλτρουζzz

ναι, ναι που μου λες ναι και μου λες ναι, φυσικα για το φανταστικό κορίτσι μου ,εσένα, μιλάω. Ομως εγω, οπως και εσυ μαλλον αναρωτιέμαι, περιμένω. Την τρελή , που είναι λίγο απο εμένα, την σεξουλιάρα που ειναι λίγο απο εμένα, την φίλη της φιλίας σου, ποια θα ήταν ορθό να επιλέξω; Σκέφτεσαι, θα πω, για να μην ξανα γίνεις ξένος. Λές -ας δώσω αλλη μια ευκαιρία σε κάτι που μοιάζει με γυναίκα- και ευτυχώς που τίποτα δεν είναι αιωνιο. Για να μην γίνεις περισσότερο καταστροφικός ή γιατι απλά πλέον κουράζεσε αναγνωρίζοντας το οτι είσαι κουρασμένος , για φάσεις. Τι φταίνε οι άλλοι που τους διαλέγουμε πρόχυρα και πρεπει εκ των υστέρων να πληρώσουν τα λάθη μας; Ωστόσο , επειδή μας διακατέχει και μια ανεξήγητη θα έλεγα καλοσυνη, συγχωρουμε τα πάντα όταν μας γαμάνε αυτοί πρώτοι το μυαλό.

Wednesday, January 08, 2014

τρ-Eχω 14

Thursday, November 14, 2013

2.500 Έψιλον για να φύγεις ξανά ...


Η γυναίκα γράφεται με Άλφα Γιώτα.
Η Γιώτα γράφεται με Ωμέγα.
Ο δρόμος έχει 2 Όμικρον.
ο Άλφα πίνει κρασί.

Wednesday, December 26, 2012

6.30

Γυρνάς εξι μηση, το πρωί και όλα πραγματικά δεν μπορώ να πώ ψέματα οτι δεν είναι τραγικά.
'Ισως αληθινά κάτι να επαναλαμβάνεται.
Στην αρχή πανέμορφα, αλλα και στο τέλος πανέμορφα αλλα κάτι δεν πάει καλά;
Πρέπει να υπάρχει κάτι.
Γραφω και διαβάζω αυτες τις γραμμές, προσπαθώ να διορθώσω, σε κάθε περίπτωση σχεδον αναθεωρώ οτι έγραψα πριν, αλλα τι υπάρχει ανωδυνο να συμπληρώσω για να φανώ ΟΚ και να μην με πονέσει;
Οτι γράφω είμαι.
Γραφω σήμερα, είμαι ένας τρελός που όσο θέλω να μην βιώνω τρελές καταστάσεις, συμβαίνει, για κάποιον λόγο που μου αποδυκνύει οτι δεν είμαι τρελός και εξαναγκαστικά το ελέγχω μεσα απο την τρέλα μου.
Δεν βγάζει κάνενα απολύτως νόημα, και αυτό.
Με βεβαιότητα ακόμα και αν δεν είμαι τρελός, δεν γνωρίζω την αλήθεια.
Καλυτερο θα ήταν απο το να κάνω αυτο, να κάνω οτι κάνω καθημερινά, να ποτίζω τον βασιλικο μου που παλευει να βγάλει τον χειμώνα και τον διόσμο, να παιξω στο βιολι την κανελόριζα και να το βαρεθω ή γιατι πρέπει κατι τελευταιο να κλείσω την φράση μου, να πω οτι δεν 'εκανα τίποτα απολύτως σήμερα που είναι Χριστούγεννα.
Σήμερα δεν έκανα τίποτα απολύτως, πέρα απο ένα πιάτο τραχανά.
Π'εραν τούτου, υπάρχουν οι άνθρωποι που με κρατάν και εκεί θέλω να σταθώ, ίσως γι'αυτο και ανάφερα τα Χριστούγεννα.
Οι ανθρωποι (*που με κρατάν) για μένα είναι σαν την χορίστρα στα μακριά τώρα/ξανά-ξανθιά μαλλιά μου που δεν τα φροντίζω.
Χωρευω ,με κουρευω μέσα απο τον χορό , γαμάω για έναν λογο το κεφάλι μου να καταλάβω τι συμβαίνει με όλους αυτους γύρω μου, ενω ο εγκεφαλός μου ειναι ξεκάθαρα τιποτα άλλό απο μια χύτρα ταχυτητας ή παραδοσιακά ένα αλέτρι, και πρώτη φορά δεν υπερβάλω, ξέρω τι λέω και το εννοώ.

Εννοώ οτι είμαι ένας αγρότης, Ό,τι σπείρεις, θα θερίσεις.
Αυτη είναι η ομορφιά και μέσα σε όλη αυτη τη φράση κρύβεται η αντίφαση στην ζωη μου.
Μπορώ να συνεχίσω να τα γαμάω όλα, για εμένα.
Τα κανα σκατά, αλλα σίγουρα θα έχει κι άλλο.

Saturday, December 22, 2012

Post tiltle

Sunday, December 16, 2012

μπλου




μπλά.. μπλέ,  μπλα μπλά
νομίζω πως δεν μπορώ να κάνω λάθος

Monday, November 26, 2012

Που είμαι;






Η αληθεια, αν θέλετε να σας πω για αυτήν, θα ηταν το μεγαλύτερο λάθος να μιλήσω για τον ξεκούτη γειτονα, γιατι ίσως και να πώ ψέματα απο ανακρίβειες.
Μου χτυπάει την πόρτα, νομίζω οτι αφου δεν τον ανοίγω παραμένει εκεί και κοιτάει απο το ματάκι!
Η ανάγκη να δημιουργώ φανταστικά πρόσωπα που έχουν μούσια, έχουν μουνιά μεσ'τα μαλλιά και τις μπλεγμένες τρίχες, ξεφυτρώνουν αφού πατήσω το -5- στο ασανσέρ είναι ίσως πλέον εκτός ελέγχου.
Δεν είμαι εκεί.
Πάντα βγαίνω απο το ασανσέρ με προσοχή, μήπως και τον συναντήσω αλλα ποτέ δεν είμαι εκει.
Το ασανσέρ οστόσο πάντα ανεβαίνει οπως και κατεβαίνει, βρομερό όλες τις μέρες απο μπιχλα σκουπιδιών, ομως συλογίζομαι οτι ο κόσμος τυγανίζει, αναθερμαινει, καλωπίζει και μετα νιώθει την ανάγκη για κάτι καινούριο, με την ίδια συνταγη μαγειρεμένο.
Τι υπέροχος άνθρωπος!
Το ασανσέρ είναι μικρό, προσέχω να μην στριμοχτώ με κανέναν παράνομο ή ανώμαλο παρα μόνο με τον καθρέφτη.
Ομως αυτες οι τελευταιες απο τις μέρες μου με κάνουν σκέψεις:
Ξεκίνησε αυτος, κατω απο την φαντασία μου, στην αρχή αυτος το έκανε πρώτος και σε καμοία περίπτωση δεν έγινε λάθος.
Υποψιασμένα και εκεινος, εκει που μου ζητούσε τσιγάρα στον δρόμο που θα κατέληγε στο σπίτι ή μέχρι και το τέλος απο το ίδιο προάβλιο, ενα κομάτι επικοινωνίας ή για να πω όλη την αλήθεια οπως και θα πρεπε, μου ζήτησε λίγα για να μου τα πάρει όλα στο τέλος!
Μου πήρε ώρα να το πω.
Έγω το ξεκαθάρησα απο παλιά, μένω στο ρέτιρε του 5 ενώ θα ήθελα να μένω στο 11.
Τα βράδυα αλλα και γιατι όχι και τις μέρες;
Σκεφτόμουν, μα πως είναι ποτε δυνατον να βρίσκεται εκει, ισως γιατι περισσοτερο θυμαμαι τις νύχτες πως με πλησίαζε, μαλλον θα είχε και για αυτο ένα ελαφρυντικο στον τρόπο που το κανε, που το κανε τόσο καλα.
Τις νύχτες εγω κρυβόμουν αλλα όχι απαραίτητα.
Για την ακρίβεια γελούσα και το έκανα με τόση διάρκεια και ένταση που θαρρώ οτι μπορούσε να με ακουσει απο το κάτω διαμέρισμα, το 10, που ειναι οι τοιχοι αντικείμενα, ειναι οι κτυποι ύλη, ειναι τα τακ σταματημός, τα τικ βυθίζονται μεσα απο τα τοιχώματα και καταλήγουν στα αυτιά αυτουνου και ίσως στην αρωστημένη φαντασία του, που εγώ δεν έχω, που εγώ δεν έχω.

Φινάλε θα είναι να μπορώ εγώ να έχω στόμα, να μπορώ να έχω την ελευθερία λόγου να πω τα πραγματικά ψέματα στον εαυτο μου.

Που είμαι;
Για παράδειγμα: Μόλις γύρισα στον 10ο όροφο.

Monday, September 24, 2012

Ζοζεφίν





Φαντάσου, εναν άλλον σαν εσένα ή λίγο πιο περίεργα εσυ να είσαι, πριν ετοιμάζεται για να έρθει απο τον καθρέφτη, αλλα ποτέ ή λίγο πιο πρίν απο το πρωινό τόστ , έναν ή ένας που μόνο κάθεται για να ξεκουραστεί με μια επάνω σε εφημερίδα. Φαντάσου εσένα, εμένα και γιατι οχι προφανώς, αφου μιλάμε για την συνωμοσία που θα ήμασταν εκεί, να μην ισχύει τίποτα απο όλα αυτα.

Wednesday, September 19, 2012

κυδώνια 2012


ο Α ή ο leeroy είναι δύο διαφορετικοί χαρακτήρες. Φυσικά έχουν τόσα πολλά κοινά αλλα και μόνο το γεγονός οτι στο μυαλό μου δεν θα έρθουν ποτέ σε επαφή, τους κάνει αταιριαστους. Η ζοζεφίν είναι μια διαφορετική κοπέλα. Τι μπορώ να πώ για αυτήν τώρα στην φάση που είμαι; Namaste ίσως μόνο και θα σε δώ το πρωί στον ποταμό. Ο συγκεκριμένος αυτος που έχει κολήσει στο μυαλλό ειναι ο ένας ο τυπος ο πεζός. Το όνομα του; Γιώργος, ίσως και Πέτρος μα ακόμη και Άννα αν πιω πολύ. Αλλα σε καμοια περίπτωση Κατερίνα ή Δήμητρα ή Χριστίνα ή ακόμα και αν μπορούσα να πώ Μαρία, θα ήταν τούτο με ελαφρυντικά. Δεν ξέρω γιατι το κάνω αυτο. Προφανώς ολα μαζί τα ονόματα αντιστοιχούν σε σκατα μεσ'το μυαλό μου. Κοιτώ εναν ήλιο , με λούζει ο ήλιος ο μοναδικός Θεός ή το κρύο ή η πείνα ή η λειψυδρία. Τα μαλλιά μου γίναν τόσο ξανθά όσο καμοια βαφή δεν μπορεί να τα κάνει. Μετά σκέφτομαι ή για να πω την αλήθεια, δεν σκέφτομαι το μέλλον. Χωρίς να μπορώ και το ξέρω, να επέμβω σε ότι έγινε στραβά θα ήθελα, να θέλω να το διορθώσω. Νοικιάζωντας ενα καινούργιο σπίτι μακρυα, φιλοξενουμενος στο σπίτι μιας φίλης, στον δρόμο να σκεφτώ οτι έχω νοικιάσει το εγώ μου σε κάποιον. Η ζοζεφίν έχει έναν αδερφό. Ενδιαφέρον τύπος. Σκέφτομαι ότι γνωρίζω ανθρώπους, με αγαπάνε, με ξεχνάνε και με μισώ και με μισώ και μισώ. Φυσικά, για τον Α έπεται συνέχεια, σε κάποιο άτιτλο αν ξαναγράψω.

Saturday, January 21, 2012

masakra


Σε καμοια περιπτωση ο ανθρωπος δεν μπορει να μην έρθει αντιμέτωπος με ένα σημείο καμπής.
Μια εποχή που ακολουθώντας πιστά το ίδιο μοτίβο σκέψης θα φανερωθεί το γνωστό φινάλε.
Ισως να τα καταφέρει δεν λέω, άλλα αυτος ο εγκέφαλος, τι είναι; 
Μόνο σκατά, τηλεόραση, καλοπέραση και αγκαλιές;
Αν όχι ο απόλυτος εξομοιωτης απ' οτι τρέλα μου έρθει στο μυαλό, τότε τι;
Και ναι, υπάρχουν αξίες, υπάρχουν ιδανικά αλλα εγώ τι ρόλο παίζω μέσα σε όλα αυτα;
Τι υπάρχει πέρα απο εμένα που δεν μπορώ να ελέγξω και αν θέλω να τα αποκτήσω όλα;
Η τελευταία φράση έχει ένα λάθος.
Δεν υπογραμίζει το εγώ.
Αλλα στον νου μου κάθεται καλά.
κρασιά

Sunday, November 13, 2011

Διαδικασία Παραγγελίας

Τωρα ή εχθες, παντως σιγουρα λιγοτερα απο τον τελευταιο καιρο που πέρασε πάνω μου, ο πονος ειναι περισότερο εμφανής.
Τα οστά μου δεν τα νιώθω άλεξ και αυτο ίσως να προέρχεται απο μια ανεξήγητη αρρώστια.
Συνομιλώ με τους ανθρώπους, χωρις να τους φανερώνω τίποτα για αυτες τις ανυσηχίες μου και μετα επιστρέφω σπίτι για να φάω ενα μανταρίνι.
Σπάνια ακούω μελαγχολικές μουσικές ή βλέπω μελαγχολικες ταινίες, τώρα με πειράζουν ή με απασχολούν πολύ.
Ήξερα οτι υπήρξα ήρωας, αλλα η επινόηση της μοναξιάς είναι τικ ειναι κλικ ειναι τικ ειναι κλικ ειναι τικ ειναι κλικ ειναι 
Γυρνάω, γερνάω, καπνίζω και γράφω:
Εχω καιρό να γράψω (γράφω)
Δεν σιχαίνομαι τίποτα.
Δεν αγαπώ τίποτα.
Δεν έχω λόγο να αμφιβάλω για τίποτα.
Είμαι ειμαι Είμαι είμαι με ει με με με

Wednesday, September 21, 2011

12M



Εισαι εδω, ουρανοκατέβατος, σαν τις ψιχάλες, αναμεσα σε 11 πιθηκους, βρέθηκες να μοιραζεσαι ενα δένδρο και την βροχή.
Πριν αρχισεις να γράφεις, συλλογίστηκες:
"θα γράψω οτι ειμαι ενας απο τους 11 πιθηκους, οπου για τώρα, βρισκόμαστε κατω απο ενα δέντρο. 
Πιθηκίζουμε, λιγο πιο πέρα εχει κατι άλλους πιθήκους, που πιθηκιζουν σαν κι εμάς και ωστόσο οσο πιο μακρυα και αν πήγα, είδα μονάχα πιθήκους"
Επειτα καρτερείς, κάτω απο τις φυλλωσιές ή αν βρέχει ξανά τον ήλιο, δεν γράφεις άλλο, παρα αντιγράφεις οποιαδηποτε δράση πλάι στην αγγέλη, προσκεφαλι με τις σημειώσεις, και ξυπνας συχνα απο τον φόβο πως καποιος θα σε προδώσει. 
Ο πατέρας ή το αρχικό δένδρο που στέγασε ανεπίκαιρα τον πατέρα είναι ο μεγαλύτερος ψευτης, τα φύλλα που τρέφεσε είναι τα ονειρα που σου διηγήθηκε, οι καρποί μερικά απο τα αδέρφια που σου φόρτωσε, κλαδιά που θα πέσουν απ'το βάρος, ξεραμένα στην λάσπη, στο φθινοπωρινό πρωτοβρόχι.
Εσυ παρ'ολα αυτα, συνεχίζεις καθε φορά που γίνονται τουτα, να ψάχνεις που πουλάν τις ομπρέλες.



Tuesday, September 06, 2011

23156778978688 7




// Αρχή

Εν αρχή καθόμουν. Σχεδόν, ο μισός κοιμησμένος, περίμενα. Θυμάμαι οτι λίγο πριν συνομιλούσα με έναν. Με τα μισά μου μάτια, εβλεπα εναν δρόμο, με τα αλλα μισά το σκοτάδι να τρυπώνει πάνω σε ένα μονοπάτι, ίσως ακόμα και μέσα απο ένα δωμάτιο. Σκεφτόμουν οτι κάποιος ήταν εδώ. Οτι μου ειχε απομεινει απο την μιση οραση, συλλογιζόμουν ακόμα και τον δρόμο που με οδήγησε σε αυτό το σημείο. Αλλά! αντι για αυτο, για να με ανησυχήσω ίσως, σηκώθηκα. Ησυχος όμως, για να καλως ορισω καποιον, σαν να ηρθε η στιγμη, ανασηκωθηκα. Ξανά. Ηρθε ένας σαν πριν. Μετα απο το διαστημα μιας ώρας ή μιας αιωνιοτητας, κατεφθασε. Δεν ειχα άλλον, ή λόγο να καθομαι, έτσι και διαβηκαμε κατοπιν μαζι τον δρόμο. Καθως περπατούσαμε, και μονο αυτο καναμε, αφου μου ειπε για την οικογενεια, για τα χρέη του, για όλες τις ανησυχίες, και άναψε ένα απο τα τσιγάρα του, ήρθε η στιγμη που επρεπε να αποκαλυφθώ.
Του είπα λοιπόν:
Ας κάτσουμε για λίγο εδώ, και θα σου τα πώ όλα κι εγώ, απο την αρχή και ως το τέλος.

// Τέλος

Monday, May 23, 2011

33

Οταν ξυπνας στα γεράματα σε ενα σπίτι με ενα ηλεκτρικο βιολί διπλα σου που αναβοσβήνει η ένδειξη της μπαταρίας, γυμνός ή ακόμα και ημίγυμνος και τρίβεις τα μάτια σου, κλοτσάς το πρόσωπο σου να φτάσει μεχρι τον νιπτύρα και νιώθεις οτι ακους καθως απομακρύνεσαι και απομακρύνεις παραλυλα τον διάδρομο, την φωνη απο αυτουνου του puressence να αντυχει, ξερεις πως εισαι μικρος ή αν δεν το ξέρεις αυτο, ξέρεις πως δεν άλλαξε τιποτα, περα απο ενα διαφορετικο δωμάτιο, που ειναι ξεκάθαρα ακατάστατο ή θα παρει καιρο ξανα να το δειξεις σε καποιον ή αν θέλεις να ξέρεις για να το συμαζέψεις / αυτος που μολις εφυγε, θα κανει καιρο να επιστρεψει, τοτε θα γνωριζεις, τοτε θα αντιλυφθεις, τοτε εκει που πλένεσαι, γιατι ειναι εφτά και εικοσιεφτα το πρωι, τοτε θα ξέρεις οτι τιποτε ποτε δεν γίνεται να αλλάξει. Αυτα τα μούτρα τα όμορφα, με τις γραμμές και τα σημάδια και με τις μπλεγμένες τριχες απ'τα μαλια στις βλεφαρίδες, αυτα τα μάτια τα μαυρα και τα ξενυκτησμένα στον καθρέφτη, θα σαγυνευουν μέχρι το τέλος τα μικρά εικοσάχρονα κορίτσα.

Saturday, May 14, 2011

Νεπάλ (Απόκριες 2011)

video





Σκυλόψαρο χορτοφάγο της ξυράς (επικίνδυνο-σοκ)
video

στο τέλος δεν φαίνεται ξεκάθαρα οτι μου επιτέθηκε

Friday, March 25, 2011

Goa 2011

typos me nikiasmeno scooter me prospernaei avator pros anjuna kai akouo:
"in 200 meters turn left and then rignt again and then..."
stamato anagkastika mazi tou giati o dromos den exei diadromh, idia stoixeia pou epali8evei to mixanima h oxi (giati xa8ike/einai xamenos/mporo na ton kano na xa8ei) kai me rotaei... me koitaei kai rotaei san na min kserei tin diafora an8ropou/potamou/8alasas/cyborg poutana grya kai ta resta.
- left or right now ?
koitao to scooter toy, idio me to diko mou, pou den simenei tipota parapano apo 100 roupies, apo to koufari tou telefteoy mou saltou se afton ton okeano kai antikrizo/ kolimeno/sto kantran ena GPS

kai meta anarotieme
What the Fuck!?

Tuesday, November 09, 2010

Γιατι ποιο λογο ειναι καλο να κανεις Stage-diving


επειδη στην Umea έχει -5 βαθμούς.

Monday, November 01, 2010

19 ανθρωποι για την Κ΄το 1997






οταν εφυγα, εκλαψε
αλλα οχι αυτη
το χιλια ενιακοσα ογδοντα
λαθος ή λαθοι επι λαθών απο περιεργα όντα
το χιλια ενιακοσα ενενηντα εφτά κενά
και το ένα επι του εκατό δια του εγώ
τοτε εκλαψε, τοτε το Ω!
με τα ρούχα μου ή Ω!
και ωραια ξανα ο Ω!
που εκλαψε, σαφως
και καποιοι λεγαν οτι δεν θα φοραει ΤΑ ρουχα
για την ομορφια της σήμερα, οχι
για τα ωραια της τα χρόνια να παρουσιαστει
καποιιοι λεγαν, δεν φοραει καλα ρουχα για την ομορφια της
για τα χρόνια της, σαν εμας
και αυτοι λεγαν, αυτη :ειναι, θα ειναι ομορφη ή οχι αυτη
και αυτη ως οφειλε ηρθε στα μυαλια μας
αυτη ήρθε και στα μαλλιά μας, αληθεια!
ειτε γιατι ασχολειθηκαμε πολυ μαζι της
ειτε γιατι εμεις ειμασταν πολυάσχολοι απο πρίν με τρίχες

γιατι τωρα ΄ομως, χασαμε τα χναρια της;



Saturday, October 23, 2010

γιατι ειναι καλο να καθεσε κατω απο ενα δεντρο

και που να ξέρω εγω

Thursday, October 14, 2010

Η Ιλιάδα κοιμάτε και εγω πίνω κρασιά




Ισως εμεις σε αυτο το χωριό, που βρίσκεται κρυμένο βαθιά μέσα στο δάσος, εμεις απο αυτο το κοπαδι, αν ολοι εμεις αγαπουσαμε τον ιδιο ανθρωπο, και ολοι τρωγαμε απο το ιδιο του πιατο και ο ιδιος ανθρωπος μας ταιζε ισαξια και μας αγαπουσε το ιδιο, μα και αυτος αναγνωρίζοντας τον ρολο του ποτε δεν ξεχωριζε καποιον απο την συντροφια μας, τοτε δεν θα ηταν ολα διαφορετικά;






Σαν τον χωρικό, Θεό στην θέα μας, που αυτο κανει και αυτο τον κατευθύνει το σούρουπο προς την ταβερνα του χωριου, και δεν λεει καληνυχτα στα παιδια του, δεν λεει θα επιστρεψω αμεσως, ουτε και στην γυναικα γιατι ξερει πως θα συναντησει απλα τους φιλους αναμεσα στα αναποδογυρισμενα τραπεζια, με τα μουσια που τροχίζουν τα σαπια τους δοντια, με τους απλειτους γειτώνους που δεν μιλάνε ποτέ για τις κόρες τους, που τριβουν στα αρχιδια τους χρύσα χαλίκια απο τον ποταμό, ανακατέβουν στα ρουθούνια τους μπαρούτι και ρεβοντε φωτιές, θα πιουνε του σκασμου και θα τραγουδησουν μεχρι να ξημερωσει πιάνωντας κάναν κώλο ή παίζοντας την μοίρα τους στα ζάρια, ενω ο πιανίστας ... και αυτος ακόμα πίνει!



Πρωι σχεδόν εξώ απο το πανδοχείο. Επιστρέφουν ή αυτο αποφασίστηκε!
Σερνωντας τους στην ουρα τους σαν σάβρες, σαν τα γουρούνια μουγκρίζοντας αναστεναγμούς, ενας ενας διαφορετικα στο ποτάμι με τα σκαλιά απο τους αλιγάτορες, να γλιστράνε απο τα σάλια και την λύγδα της χαραυγής, σε αυτο το χωριό της μέθης, που οι ανθρωποί τρεκλίζουν και με τις τεραστιες μποτες ανακατευουν τις λασπες κι ο πιο μακρυνος στην ουρά να μακρένει στον άλλο τον σκοπο του τραγουδιού και ο πιο κοντός να χαζέβει απλα την αυγή ή ο πιο αρτσούμπαλος της παρέας , ακομα και αυτος να βρισκει τον δρομο για το τεραστιο κρεβατι , μόνος και διχως να πει ευχαριστω, ουτε στην γυναικα να ψυθηρίσει μαλλον σ' αγαπω, και ηρθα, ουτε στην ταβερνα να απολογηθει για το χρέος του, ουτε απ'το κοπάδι που τάισε, να ζητησει ευγνωμοσυνη. Ουτε καν να χαιδεψει ευλαβικα το σκοτάδι στο κελάρι ανάβωντας ένα κερί.
Καληνυχτα μάλλον. Ολοι απλα τώρα θα κοιμουντε, θα κοιμηθήκαν ή οπου να'ναι… θα αποκοιμηθούν.
Στο χωριό αυτο οι Ιλιάδες ονειρευονται κι εγώ πίνω κρασιά.

Tuesday, September 28, 2010

Party


//
καλά περάσαμε, του χρόνου ξανά.

Thursday, September 16, 2010

Ξανθος φρεσκοκομμένος καπνός




Ενας ανθρωπος μιλάει. Ενας μιλάει κάπου μακρύα και θα'θελα να τον ακουσω. Ομως αντι γι'αυτου περισσότερο μου έρχεται μια αναγούλα. Πλησιάζω να δώ. Σχεδόν ανέβηκε πάνω απ'τους αλλους γιατι λιγο πριν ολοι τους ηταν σε μια φάση. Αλλα τι λεω διχως περιγραφές, ακομα και τωρα αυτο να μην ειχε συμβει, παλι κατι αντιστοιχο θα γινοταν. Εσεις δεν θα καταλαβαινατε τιποτα γιατι δεν σας εδωσα την ακριβης εικόνα. Ολοι τους ομως, όμοιοι, θα ηταν σε μια φαση. Ξεκάθαρα οπως το ειδα και μην αρχισω απο τωρα να σας λέω τι εχει συμβει, θα ειχε συμβει. Περασε απο πανω τους και εκεινο θα αναπαραστησω με τα λογια, σαν μια μαιμου (αυτος) με σκοπο να φτασει στο απολυτο της οπτικής μας, οπως και εγινε στην μικρη μας παρέα. Ποιός να είναι; Ένας αυτόχειρας; Ενας σοφός; Ένας λαθρεπιβάτης; Φασίστας; Αναρχικός; Ένας αγαπητος σε όλους που σε λίγο θα εισπράξει το πιο ζεστό χειροκρότημα;


Ενας ανθρωπος μιλάει. Ομως γιατι εδω που τα λεμε να αναλωθω σε αυτον ή γιατι περισσοτερο να αναλάβω αυτον τον ρόλο που θα με βαλει σε διαδικασίες να αναγράψω επιγραμματικά το τι έκανε; Και για να σας πω την αληθεια, αυτα ηταν μονο η αρχη, σιγουρα θα εχει και συνεχεια, ναι και μετα απο αυτο αυτα και πολλα αλλα μετα. Ουφ κουράστηκα. Προφανώς ήδη γύρισα στο συγυρισμένο μου σπίτι. Ευτυχως που δεν έχω ξυλοσομπα. Βαριέμαι να μαζευω ξύλα απο το μπαλκόνι. Και αν με δει κανεις;

Καπου εδώ αποφασίζω να ανεβάσω ένα βιντεο και να κλειδώσω το ασυρματο μου ιντερνετ. Εν'ολιγης για οτι και αν σας εκανα να πιστεψετε, αυτο δεν θα γινει. Δεν ξέρω μάλλον πως προεκυψε, αφερέθηκα. Ακουω φωνές. Απομακρύνομαι απο το γραπτο μου και παω να κλειδώσω ωστόστο και την έξω πόρτα. Βράδιασε. Θα κλειδώσω την εξώπορτα και θα αποκοιμηθώ. Ή δεν θα απαντήσω στο τηλέφωνημα του γνωστου απ'τα παλιά. Καπου τον συνάντησα αλλα δεν ξέρω τι εντυπωση δημιουργισα. Αγχωτικό να μου θυμήζει και πως περνουσα τότε καλά. Χορευαμε κινηματογραφικά οπως εδώ θυμάμαι. Πολυ πιθανόν να ανταμώσω τον εμπιστο φίλο μου για να συζητήσουμε ορισμένες ώρες το πρωι. Αυριο σίγουρα αυτο. Καλυτερα. Για σημερα να φάω πολυ ζαμπόν. Να μην δώσω τα λεφτά που χρωστάω στον εργάτη. Να απομονωθώ στο σπίτι και να αγοράσω το πρωί ένα βίντεο. Να με ξαναδώ στις ασπρομαυρες μου κασέτες. Για μένα και για το εργασιακό μου εγώ. Μόνο δικό μου: απο το εργοστάσιο. Τουλαχιστόν θα περάσει ο χειμώνας ετσι. Παρέα μ'ενα χαρτινο κουτί. Αρκει να ντύνομαι ζεστά και καθαρά. Θα βγω απο την κρίση. Οποιος άντρας χορευει μπαλέτο, ειναι πούστης.

Οποιος τοτε ακουγε cure

ήταν Κιουράς

Thursday, September 09, 2010

Φόβος



Γυρισα ξανα σε μια πολη και εχω αλλουστα μαλλια, πιο βρωμικα απο καθε αλλη φορα, ο συγκατοικος μετα απο 3 μήνες ανοιγωντας την πόρτα, μου ειπε: ειναι σαν τα χωματα, αλλα δεν καταλαβα τι ακριβως, τον ρωτησα πρωτα αν πρεπει να αλλαξω, αλλα οχι σήμερα, ξεμπλεκα απο τις τζιβες πραγματα που νομιζα οτι ειναι συμπιεσμενη αμμο, εβγαλα 2,3 κλαδια απο κεδρους, κοχυλια, θα ηθελα μεσα απο αυτα να βγάλω την Ιλιάδα, να μου πει: τζα!, μου λείπει, αλλα μετα συνειδητοποιησα πως ειναι η αλμύρα και τα ξερατα μου, αυτη η μάζα κολημενη στις ρίζες, την μύρισα: ρακί και τυρόπιτα, γυρνοντας απο το νησι, τωρα στον καθρεφτη μπροστά ξέρω, το καραβι κουνουσε τρομερα,παρα πολυ, θαλασοταραχη, 1η φορα μαλλον ξερασα 2 φορες σε μια βαρκα και 1η φορα θαρρω πως φοβηθηκα την θαλλασα, αλλα δεν εχει σημασια αυτο, τωρα που δεν κουνιεμαι, πλεον ξερω την εκδοχη που τραβηξα, ξεκαθαρα, τωρα θα ειναι αργα για καληνυχτα ή για το "που ήσουν;", κανεις δεν ξερει και λιγοι θα καταλαβουν πως βρεθηκα πάλι εδω, μαλλον καποιοι πάλι θα πουνε "σε σκεφτόμουν", θα τους δω στην πορεια και τους αγαπώ, και εσένα, ομως εγω πρεπει να μην είμαι ποτε εδώ, κανεις δεν λέει οτι ειμαι σε εναν στρογγυλό πλανήτη κοινοχρηστο, με πολυ κοσμο, πανικος και βαβουρα, φανταζομαι οτι αυτο τελειωνει, εσεις τι; τελειωνει για ολους μας μαλλον θα πω, ξεχωριστά, χωρις διαλογο, καλα κανω και μονολογώ, δεν θελω να πεθανω ετσι, κουφος, γιατι εσας δεν σας ξέρω, σας παραγνωρισα, χωρις να κουνηθω, χωρις να βγαζω τα χωματα απο τα αυτια μου, οι τρυπες μου δεν ειναι τιποτα περισσοτερο απο μια λακουβα που οταν βρεξει θα γεμισουν νερο, αν ειμαι ξαπλωμένος σε εναν δρομο και διπλα μου πεσμενη και η ομπρελα, ας πουμε οτι περνάει και μια γάτα, ή το πιο όμορφο κορίτσι, αυτο θα γινει ετσι και αλλιως, αν αφησω την τελευταια μου πνοη, και δεν ξερω τι θα απογινω, ισως καποιος να φωναξει τους δικους μου, ποιους; θα μαζευτουν μα όχι όλοι, γιατι κανεις δεν ξέρει ολους αυτους που συναντησα, κάποιοι θα πουν:"αυτος ηταν ο Άλεξ", ενας ισως ψυθυρίσει "αυτοι ημασταν και εμεις" και τωρα ας φυγουμε, τελειωσε ο καφές, το κατακάθι θα μας κάτσει στον λαιμό, ας φύγουμε, για χρονια θα ανοιγουν οι πορτες, θα μιλανε για εμας, ειναι και τα νησια, ειναι και η Ευρωπη, οι Ινδιες, αυτος υπηρξε εδω, στρογκυλοκάθησε σε αυτον τον πλανήτη, δεν εχει και περισσότερα όμως να μας πει, ειναι και τα μουνια, τον πηρα. Τον πηρα, θα συζητάνε αφου βάφονται. Ακριβώς. Ομως πραγματικα δεν θα ειμαι στον εξωστη, δεν θα ειμαι θεατης, δεν θα ειμαι εννοω εδω ρε, αυτο ηθελα να πω, ισως τα 3 απο τα παιδια μου που πεθαναν πριν καν τα αγκαλιασει η μανα, αυτη δεν φταιει σε τιποτα, κανεις δεν φταιει για τα χαλια μας, ισως τα προτυπα να ήταν απλά λάθος, ας γεννηθούμε γέροι, ισως οι καθρεφτες και τα ματια των εφηβικών φιλων, ισως η ολιγορία τους που μας εκανε να τρεξουμε, τα μοντερνα παπούτσια, μακρυα, να τρεξουμε μακρυα απο την μιζέρια, δεν φταιει το συστημα, σε καμοια περιπτωση η οικογενεια, ποιος ενδιαφερετε για τον πατερα ή την μάνα, οταν αρχιζει να τον φαγουριζει απο νωρίς το εγω του; μονο τον θεο ψαχνει στην αρχη, να του κανει ερωτησεις, να του πει: γαμιεσαι; να του πει:ποτε ερχεσαι να αναμετρηθούμε;, και μετα, επειτα απο την απολυτη σιωπη, μαλλον να του πει .. καληνυχτα. Απο φόβο.

Sunday, August 08, 2010

Επιστρέφω σε λίγο...





Οταν ημουν στο Risikesh, αμεσως μετα την ανακαληψη, ελεγα σε κοριτσια καθε υπηκοοτητας: Do you want to come to my cave? Καποιες διστακτικα προχωρουσαν μαζι μου περα απο τον δρομο κοιτωντας πίσω αν υπάρχει σημειο επιστροφης, τις εσερνα με τα δεσμα της πιστης και ας μην γνωριζα καλα καλά τα πόδια μου ή τον λογο που συμβαινει τωρα αυτο. Εκει που το σκοταδι απλωνόταν ανενόχλητο χαναμε το μοναδικό μονοπατι και ευτυχως οι μαιμουδες αναπαυοταν πανω σε ονειρα πλεγμένα απο μπανανόφλουδες, ακολουθουσαν ερωτησεις και επινοήσεις του φόβου, μα περπατουσαμε ο ενας πισω απ'τον άλλον ολότελα ξενοι, φωτίζοντας με εναν φακο πιθανα σημεία της πραγματικότητας. Τα αλλα αρπακτικα βαθυα στο δασος δεν γοητευονταν απο τα νυχτοπερπατηματα μας (ευτυχώς!) και ας τους ορισαν καποιοι την καθοδο στον πολιτισμό ως συνάρτηση της αβαστακτης πεινας, μολις βδομάδες πριν κατασπαράξαν εναν περιπατητη αναφέραν οι ίδιοι, ομως σε μας ο νους δημιουργούσε μόνο φανταστικά σενάρια, ωστόσο ακόμα και ο ήχος απο τα βηματα που φωλιάζαν στην ψιλή άμμο και άλλοτε σπάγαν τα κλαδιά, μας τρομαζε, μας ένωνε, μας έφερνε πιο κοντα. Όσο χανόταν και η τελευταια υποψία για κάποιο αποκρυφο φως στο μακρινό Risikesh, επειτα απο το διαστημα αυτο θαρρω της μιας ωρας φταναμε λυτρωμένοι στην σπηλια μου.
Μπροστα, στο ένα μέτρο ξεχύνονταν ο Γάγγης και η ανταμοιβη για οσα υποσχεθηκα, ισως η πρωτη γευση ανεξαρτησιας απο μια βραδυνη βουτια να ήταν ενστικτωδώς το ευχαριστώ της συντροφιάς μου και η αμεσότητα για να αναγνωριστει και αυτη ως κομμάτι της φυσης, ακολουθία τις γυμνιας στον ιερό ποταμό, χωματα πανω σε ένα βρόμικο Ινδικό σεντόνι χαμω στα χωματα ή τις λάσπες. Πιστοι εραστες της περιπετειας και ολες οι αγνές πραξεις που απαιτούνται για μια συνευρεση άκακη δεν δειλιάζαμε να μεινουμε ακομα και σιωπηλοί για ώρες, κοιτάζοντας το ποτάμι και άλλωτε τα σύννεφα, μια βόλτα με το ιπτάμενο χαλί της απραξίας, διχως το αγχος πως αυριο θα χάσουμε το τρένο ή κατι απ'την ζωή μας παρουσιάζετε στο διαδικτυο θλιβερό.
Συνηθως αυτες φευγαν το πρωι* με το πρωτο φως μου λέγαν καλημέρα ή suba ratri αν τις εβλεπα να ετοιμαζονται και ήδη σουρούπωνε, ρωτουσαν απο που να γυρίσουν, αν είναι σήμερα μια καλή μέρα για να επισκεφτούν τον Βραζιλιάνο Mπάμπα, φευγαν παντως, μερικες γαμημενες, αλλες αγαμητες λογο της εποχης που στο Ισραηλ κατι ανεξηγητα θρησκευτικο γινόταν, και δεν ηθελα καθολου μα καθόλου να το καταλάβω. Καποιες μονο τις φιλουσα τρυφερα και ας είχα την ευκαιρία για κάτι παραπάνω, οχι γιατι ηταν πιο ομορφες απ'τις αλλες μα ίσως μονο ο τροπος που λαμπυριζαν τα ματια τους στο σκοταδι να μου φανερωνε κατι οικειο, κατι που γευτηκα ξανα σε μια άλλη χώρα, μα οχι σαν αυτην. Οχι σαν αυτην.
Παντα κατι γινοταν για να λησμονήσω κομμάτια απ'το χθές και οταν μέσα απο αμέτρητες ωρες περισυλλογης ξανα μονος στην σπηλιά συλογιζόμουν μοναχά την πεινα ως κατι το λυτρωτικό - αν δεν ειχε προφτάσει το ηλιοβασίλεμα για να με ταξιδεψει ενα φυλλο που διασχιζει απλα το ποταμι ή ενας κορμος που στροβιλίζεται στις ρουφηχτρες γύρω απ΄τα βράχια - ξεκινουσα ξανα την δικια μου καθοδο προς την πολη, σαν εξοικειωμένο αγρίμι χαραζα την άσφαλτο απ'τον δρόμο μηπως με προσκαλέσει καποιο jeep, αλλα συνηθως περπατούσα αμέτοχος για να σκεφτώ τις συνέπειες και ένα πακέτο μπίντι και τα σπίρτα που κάναν μία ρούπια, ίσως δυο-τρεις τομάτες, τι να συμβαίνει πίσω στην Ελλάδα, ένα μάγκο και στο τέλος της λίστας του μυαλου μου στεκόταν μια μαιμού που με κοιτούσε απ'το κλαδί ενος δέντρου και το επομενο κορίτσι που πιθανον αβιαστα περιμένει, είναι έτοιμη να πιστεψει στην μαγεία, στα παραμύθια που θα μοιραζόταν το επόμενο κιόλας βράδυ μαζι μου.




*εκτος απο την Λουέλα

Saturday, May 29, 2010

μετά έφυγα.

στην ζουγκλα εκει που είδα έναν, σε μια σπηλια φ*λουσε ενα κορίτσι, για να μην το φάνε τα άλλα αρσενικά.
και οπως έβλεπα με πόσο ζήλο την φ*λούσε απο τους άλλους, καταλαβα οτι στο τέλος θα την φάει πρώτος αυτος.

μετά έφυγα.

Thursday, May 13, 2010

λειπει η φωτογραφια (και το τέλος)

έχω κάτι να μου λείπει τα βράδυα
και έτσι νιώθω πως δεν μου λείπει τίποτα
πάντως αυτο νόμιζα πάντα, και ας είναι το παράδοξο.
όχι οπως ο σκύλος που περιμένει στις σκάλες τον αφέντη
που τιποτα δεν του ελειψε απολυτως
ομως παρ'ολα αυτα εφυγε κι ίσως παντοτινά
μα φροντίσε και για το ζωντανό
να μην του λείψει εξίσου το παραμικρό
αφηνωντας περισότερη τροφή
στο τέλος, στο τελευταίο σκαλί

πίσω απ' την πόρτα που ένας σκύλος αντικρύζει το κλειδί
λιμοκτονεί, μα όχι απ'την πείνα.
απο την θλίψη.

μου λείπει απόψε η Λοέλα
όπως ένα πουλί που του λείπουν τα φτερά
ή πιο απλά μου λείπει το χάδι και το αφού
όπως θα έλεγα στο σκοτάδι, μου λείπει ο ηλεκτρισμός
αφου πίσω απο το φως των μεγα τηλεοράσεων
μου λείπει η απόλαυση ή το τηλεκοντρόλ
μου λείπει το κουμπί να ακουμπήσω στο δάχτυλο
αφού λείπει το τέλος απο το κατακάθι του τίποτα
λειπουν οι ρόδες κάτω απο τον καναπέ που βολευτηκα
ή λειπει η απόφαση για το αν θα αποικήσω εδώ
ή δεν βλέπω την ώρα ξανα, να ξαναφύγω

στις δωδεκάμιση ή και λίγο πιο αργά
μου λειπουν οι δείκτες απο το ρολόι
ή λειπουν οι αριθμοί απο την μνήμη
ή λειπουν τα μάτια μου σε εκείνον τον καθρέφτη
ή λειπει ο τοίχος για να απλώσω μια υπενθύμιση
ή λειπουν τα καρφιά και πρέπει πάλι να κοιτάξω κάτω
για να δω αν ήρθε εκείνη η στιγμή
που ανοίγει για το τέλος, επιτέλους η πόρτα

(λείπει η συνέχεια)

Sunday, May 02, 2010

Αγγούρι



Οταν μέσα στην νύχτα καποιος μας χτυπησει την πόρτα μα δεν υπάρχει κανεις πισω απο αυτην παρα μόνο ένα γράμμα που αναγγέλει το τέλος, τότε ευλογο θα είναι να τρυπώσουμε, κατα προτίμηση σ'ενα τροπικό δάσος, να ανάψουμε φωτιά πλάι στο πιο άπατο ποτάμι του, που ολημερίς στις πέτρες ξανασαίνουν νηστικοί οι αλιγάτορες, να απλώσουμε μια κρεμάλα πάνω στο πιο γερό κλαδί ενός δέντρου και με όση δύναμη μας έχει απομείνει να σκάψουμε έναν λάκκο τόσο βαθύ όσο και τα κατορθώματα μας.
Μα και αν δεν προφτάσουμε να κάνουμε τα μισά απο αυτά, γιατι δεν υπάρχει αρχικά το δάσος, αντ' αυτου ένα άγονο μονοπάτι καταλήγει ξανά σε μια δευτερη πόρτα, κανένα ίχνος ζωής, παραμόνο ενα ανεπαισθητο αεράκι που τρεμοσβήνει την φλόγα, είτε γιατι τα νύχια μας ματώσαν σκαλίζωντας το ακαμπτο χώμα, μα τέλος, έστω κι αν πιστέψαμε για μια στιγμή οτι μπορούμε να εξαπατήσουμε τον αγγελιοφόρο, δεν θα είναι δα και κάτι τόσο το τρομερό!
Και τι ωραία που με την φρίκη μας καθως περήφανα ξημερώνει, η φωτιά ξεφυχά, πάνω στην θηλιά ακροβατεί ένα πουλί και μέσα στον λάκκο μια ελαφίνα είναι έτοιμη να καλωσορίσει τα μικρά της. Τότε μπορούμε να ζητήσουμε μετάνοια, εκείνη την στιγμή δάκρυα ειλικρίνειας θα σκεπάσουν το χώμα.
Η μητέρα γη θα πει ευχαριστώ. Ευχαριστώ που με δρόσισες.

Thursday, February 11, 2010

Μπέρδεμα


Ο 'Α οπως και καθε πρωινο ξεκινησε εναν περιπατο ρουτινας. Κατα την διαρκεια της διαδρομής δεν συνομίλησε με κανέναν παρα μόνο στο τελευταίο σκαλοπάτι της οικείας του, με τον ταχυδρόμο. Αυτος του έδωσε ένα δεμα οπου μεσα ειχε ενα γράμμα και ο Ά αφου το διαβασε εδειξε να καταλαβαίνει. Κουνοντας ρυθμικα το κεφαλι του ευχαρίστησε τον ταχυδρόμο και άρχισε να περπατάει. Εξω εβρεχε καταρρακτωδως και οι περισσοτεροι κάτοικοι ειχαν κλειστει στα σπιτια τους, μολονοτι ηταν Κυριακη. Ετσι πολυ γρήγορα κατάλαβε πως δεν θα παψει η βροχή, οπου και αποφάσισε να τα εγκαταληψει. Αγόρασε μια ομπρέλα και στάθηκε σε εναν λουστραδόρο να καθαρίσει πρώτα τα αρβιλα απ΄τις λάσπες. Τιναξε ωστόσο τις λαστυχένιες σόλες σε μια πέτρα για να ελαφρύνει το έργο του λουστραδόρου και σταθηκε να πάρει μερικές ανάσες δίπλα απο ενα μουσκεμένο παγκάκι. Επειτα αφου όλα τελειώσαν, με μια κίνηση ανασηκωθηκε και ξεκίνησε τον δρομο της επιστροφης , ανοιγωντας παραλληλα την ομπρελα του . Αποφασισε να αλλαξει ομως την διαδρομη για λόγους πρακτικούς (οπως του εξηγουσε και το γραμμα), έτσι και έπραξε. Ενω βαδιζε βιαστικά ενας επαναλαμβανόμενος κτύπος του ξενισε το ενδιαφέρον και κοντοστάθηκε. Πλησιάζοτας αντικρυσε εναν δευτερο 'Α στην άκρη του μονοπατιού, να κτυπάει με την ίδια μανία τα δικά του αρβιλα στην ίδια πέτρα. Λίγο πιο δίπλα βρισκόταν και ο λουστραδόρος μα με την μορφή τώρα του ταχυδρόμου, τοποθετούσε με αυστηρες κινήσεις τα σύνεργα στον πάγκο του. Οσο λαθος και αν του ακουστηκε αυτο, δεν θεωρησε πως προερχεται απο την ετεροχρονισμένη ηχό ή απο κάποιο καθημερινο ντετζαβου. Θα υποθέσουμε πως και ο δευτερος Ά αφου ανοιξε μια πόρτα άρχισε να προβληματίζεται με το πόσο ευκολα τα παρατάει ο Ά ο αρχικός και έτσι προσπάθησε να τον αντιγράψει. Ή ακόμα και πως αρχίζοντας να γράφει μια διαθήκη, του χυθηκε αδεξια το μελάνι, όπως απλωνεται πνιγηρά το αποβραδο στα συννεφα και σουρουπώνει.

Βραδυ τώρα όμως. Απολυτη σιωπή και καπου εδώ θα πρεπει να σας αφήσω. Εντουτοις θαρρω πως αυτος δεν θα ΄ναι ο σωστος τροπος να πω καληνύχτα, δραπετευωντας παρατεταμενα οπως κι ο λοξυγκας, μεσα στις τελευταίες μου πνοές. Ας εκτιμησουμε ξανα την κατάσταση, εστω και με ανακρίβειες. Θα αναπαραστησω για αυτο ξανα την εικόνα και με τουτη την αρχη θα ξετυλιχτουν οι ίνες του συλλογισμού μου. Πραγματι, υπάρχει ενας δευτερος 'Α, πιστο αντιγραφο της ολιγωρίας, ενας ταχυδρόμος υποκινητής της δράσης, οπως και υπαρχει μια ανεξηγητη επίδραση της σιωπης που παραμένει απλωμένη σε ολη την εκταση της πολης. Οπως υπάρχει η εγκατάλειψη κάθε στόχου, η αδρανεια να με αγκαλιάσεις, γυμνάζωντας καθημερινά τις παλάμες σου με μοναδικό σκοπό να κλείσεις τα μάτια. Ακολουθω πιστά και εγώ το σκοτάδι μου μεσα απ'τον αρχικό Ά που αναλογίζεται και την υπαρξη του δευτερου Ά ισάξια στον χώρο του. Σαν σκυλος τυφλός, θεατής των media παθαίνω κρίση και θάβω κόκκαλα παντού, να ξεθάψω κόκκαλα απο παντού, για τις δύσκολες ώρες. Κάνω μια παυση για να αναθεωρήσω ποιος είμαι, πόσα λεπτά μου απομείναν, ίσως και για να καταλάβω τι κρυβεται με βεβαιότητα στα βάθη των λάκων μου. Τώρα γινεται ξεκάθαρο, αφου ειμαι ο αποστολέας του δέματος ή και το αδειο περιοχόμενο της παράλειψης, ή και το χέρι που οπλίζει το φτιάρι με τους τελευταίους κόκκους/σκεπάσματα λάσπης, καθε φορά που σιωπώ θα κάνουν το ίδιο και αυτοί.
Για τώρα ας πούμε χαμηλόφωνα πως συμβαινει ενα καθημέρινο μπέρδεμα. Ή αν θέλετε, πως θα συνεχίσει να βρέχει και μπορούμε υπευθυνα να ξανακοιμηθούμε. Ας κλείσουμε ξανά τα ματια λοιπόν. Ίσως τελικά απλά να προκειτε περι τεχνασματος κουταμάρας στο να αποτυπώνεσαι, γράφωντας τόσα ψέματα για εσένα.

Sunday, January 24, 2010

Η διαδρομή της ζωής

Wednesday, January 20, 2010

Τρακ-τέρς

Wednesday, January 06, 2010

δεν υπαρχει σημειο μηδεν

μεχρι στιγμής, οχι. Δεν υπάρχει.

Monday, December 28, 2009

2310210-δύο



Σημερα σε ενα παρκο γυρω στις 12:00 σκαλιζα με μια τσάπα το μαλακο χωμα. Ξενυχτισμενος φανερα, νομιζα πως θα το γλυτωσω λογο της οψης μου, μα ο κυπουρος αμεσως με το που ηρθα με πλησιασε πρωτα ιδρωμενος και μετα βρωμικος, και οσο μου το εξηγουσε περνουσαν τα δευτερολεπτα, οπως εγω τελικά θαρρώ πως συμφωνησα. Του ειπα ναι, γιατι να μην σε βοηθησω; Σκαλιζωντας το χωμα ευλαβικα και στον λιγοστο χρονο που ειχαμε για να μου υποδείξει τον σωστο τροπο, σκαλιζοντας το χωμα με τις συμβουλες του φωναχτά απο την αλλη μεριά του παρκου και με τις σκέψεις μου περισότερο παραπέρα, κοντοσταθηκα, κοιταξα ολογυρα μου αυτην την πόλη και ηταν απο αυτες τις στιγμες που σταματας, παγωνεις τον χρόνο, για να αντικρήσεις κατι λυτρωτικα που υπάρχει εδώ. Η ματια σου γινεται ευρυγωνια, διψασμένη, λυσασμένη, μηχανη απο την μηχανικά διαμορφωμένη συνειδηση, γινεται ενας φακος που ζουμάρει στα πιο αποκρυφα μέρη της μνήμης και ισως τα ματια σου να ειναι ακομα και δυο ολοστρόγκυλα παιδικά τόπια που πήραν τον κατηφορο, μα ακινητοποιηθηκαν λογο ατυχίας στο τελευταίο χλωρό κλαρί που βρέθηκε απο μια σαπισμένη κουφάλα.
Εκει θα καταληξω σκεφτηκα και αυτο δεν με γεμισε οργη, διολου με λυπη, μα αντιθετως με ελουσε με χαρα που μπορουσα κανοντας τουτη την σκεψη να σκαβω πιο βαθια και με περισσοτερο πεισμα, να σκαβω την μητερα γη. Νεκρος, οσο και αν θα το ηθελα δεν θα μπορουσα να διαμαρτηρηθω για το τίποτα, ουτε καν για την κακοτυχία μου. Και για φαντασου, ξανα για κακιά μου τύχη, ως και στο τέλος, ενας νυχτοφυλακας του νεκροτομειου λιγο ανωμαλος, να ασελγουσε στο παγωμένο μου κορμι ή να του έλεγε ο σωας στα φρένα συναδελφός, μην το κάνεις, είναι απλΑ ενας νεκρός; Σε καθε περιπτωση ο πρωτος θα απαντούσε ,το παραδεχομαι και το ξερω, μα και οι δυο τους μαζι θα φευγαν αγκαλιασμένοι για μπύρες, και τι θα μπορουσαν άλλο να μαθουν απο εμένα;

Thursday, December 17, 2009

pre-za



Ημασταν μια παρεα απο φωνακλαδες και μονο φωναζαμε. Ο ενας εκανε Oυυυυυυ, ο δευτερος Aααααα και ο τριτος φιλος, ο πιο φωνακλας εκανε Eεεε Ρεεεε Εεε. Εκανέ Εεεε, και μετα στραβωνε ξαφνου, και έλεγε "Ναι Ρεεεεε …Εεεεε". Μετα σηκωνε τις κάλτσες απ'τα άρβιλα, ορθονόταν απότομα σαν στρατιώτης και σιωπηλα παραμιλούσε για να σταθεί ξανα εκει, πιο μόνος απο πρίν. Ηταν ο αρχηγος μας και αν οχι αυτο, θαρρω πως τον σεβομασταν.
Καθομασταν σε μια πλατεια ολημερις και τιποτα δεν μας ενοιαζε απο τους περαστικους. Μονο ουρλιαζαμε σαν τα φρικια ή αν όχι σαν αυτα, απλά ουρλιάζαμε απο την φρίκη και τις ιστορίες που μας καρφονώταν. Το συντριβανι, τα περιστερια και οποιος περαστικος τολμουσε να διαβεί την πλατεια μας ηξερε. Μας αναγνωριζε και μονο ελεγε: "Ειναι… αυτοι… αυτοί είναι…"
Ένας δευτερος περαστικός έλεγε : "Ξέρεις ποιοι είναι αυτοι.. θα έπρεπε να ξέρεις.." και ένας τρίτος που εφευγε, πάντα ξεκαθάριζε " Δεν ξέρω τίποτα για αυτούς.. θα έπρεπε να το ξέρεις" , καθως απομακρινόταν βιαστικά με μια σακούλα ψώνια.
Εμεις οι τρεις, φιλοι, οσο ενωχλητικοι και να υπηρξαμε, συναμα ημασαταν και ενωτικοι. Δεν μας ένοιαζε το τι γινοταν σε αυτην την πλατεια περα απο το οτι ημασταν για τώρα εκει. Δεν φροντίζαμε την πλατεία, το ξέρω, μοναχά τους εαυτούς μας. Εμεις, μια παρεα αγνωστων, ειχαμε φτιαξει την φωλια μας για να γίνουμε και να γινόμαστε εφ'όρου ζωής.
Κατα καιρους καποιοι ήθελαν να μπουνε στην παρεα και εξίσου καποιοι άλλοι να μας διωξουν, μα τους περνουσαμε απο βαθυτατη εποπτεια. Γίνοταν συγχρονισμένα και οταν το καταλαβαίναμε γουρλωνε τα ματια μας συντροφικα! Σφίγγαμε τις γρωθιές μας και δεν είχαμε κάτι εκεί να σπάσει, ενω περιμέναμε. Τι θελετε απο εμας ρε μουνια και τετοιες ερωτησεις, τους καναμε, απο τα νευρα. Κατασκευάζαμε ταινίες, πολεμικές με νίντζα και γεράκια. Πόλεμος/ θα χάσουμε την πλατεία, μα γιατί!; . Σαν μια στρατευση επι του ανασφαλους και λαθος οφέλη, σαν μα την αποχώρηση που μολις ηρθε, αλλα γιατί να μας αναγκάσετε να κλαίμε;!. Ξανά για την επομενη σκοτεινη γωνεία, πριν καν δωθουν οι εξηγησεις ή και τα ντεσιμπελ. Τόσο πολύ φωνάζαμε, εμεις που ήμασταν και τόσο λίγοι!;
Πρωτος αποχωρουσε απο εμας ο τριτος, ο πιο φωνακλας.. σιγά σιγά.. Ο αρχηγός. Εμεις, οι υπολοιποι δυο, μεναμε και παλευαμε με τις φωνες μας. Ουρλιαζαμε και σκεφτομασταν για πρωτη φορά πραγματικά και τον τρίτο ως σκοπό. Και ας μας εγκατελειψε. Μα και ας μας εφτισε στα ίσα. Αυτο μας κρατουσε ενωμενους. Αν μπορούσαμε θα τους γαμούσαμε ή μπορεί ακομα και να τους σκοτώναμε. Όλους. Αρκει να μεναμε εμεις, για λίγο ακόμη στην πλατεία.

Sunday, December 13, 2009

internet




Για την Κατερίνα, που πλεον μετα απο όλα αυτα τα χρόνια,
ειμαι σίγουρος πως δεν με ανακάλυψε, δεν με διαβάζει.

Friday, December 11, 2009

ε;

εμεις μόλις και ηρθαμε απο εσας. Μας είδατε;

Saturday, November 07, 2009

11 ή δεκάδες απο 10



Έντεκα οπως μετρηθηκαμε το μεσημερι στα δαχτυλα μα ενας σκόρπιος,
που μαλλον εγω, κατεβαινουμε τρεχοντας την πλαγιά και εκει άξαφνα, αναρωτιεμαι!
Τι κανω μαζι τους, και γιατι αυτη την στιγμη τρεχω μαζι τους σε φάση πανικού;
Φερ' ειπειν, συλλογιζομαι πως κάλιστα θα μπορουσα να τρεχω μονος,
ναι πραγματικα αυτα τα πραγματα με απασχολουν σημερα,
ισως απο την ακινησια,
ή απο το να στεκομαι με μια απατηλη διεγερση των μηρών μου,
απο την ακινησια μαλλον,
παρατηρωντας μονο, πως τρεχουν οι υπόλοιποι απο την συντροφια.

Στεκομαι ακινητος και παρατηρω Δέκα ατομα πως τρεχουν,
να κατεβαίνουν μια πλαγια.
Επι του ασφαλους εχω προφυλαχθεί ήδη απο τον ηλιο μα και απο τον φοβο,
κατω απο ενα δενδρο ξερό που ωστόσο τα κλαδια του με αγκαλιαζουν σαν μάνα.
Μετα μαλλον με περνει ο υπνος
ή ενας απο τους δεκα που κατεβαίνουν την πλαγια
ζηταει εξηγήσεις!
Η εγκατάληψη λεω εγω, ως ενοχος ή απλα το παραδεχομαι.
Και αυτος, ο πρωτος αναμεσα στους 10, λέει, γιατί;

Tuesday, October 27, 2009

Αργά


Καθομαι σε εναν καναπέ και δεν είναι μεσημέρι.
Δεν σημαίνει τίποτα μέχρι και να σας πω τι θα απογίνω. Θα είμαι τακτικός ή και αν υπήρξα απο πριν πιστος υπηρέτης του χρέους μου, θα το ξανακάνω. Φοβάμαι, όμως εχω νυχια να κατευθυνω στα δοντια μου. Και μετα ακολουθει καθε κομματι της σαρκας. Η λογική μου, μου λέει πως πραγματικά ανασαίνω και δεν είμαι σε μια κατάσταση mute. Και γι'αυτο διπλωνομαι, μηπως και το σταματήσω.
Αποδεικνύοντας οτι ειμαι ευκαμπτος οπως ο ανθρωπος και όχι ένα λουλούδι, μέσα σ'ενα μισοαδειανο βάζο, πάνω σε ενα φαινομενικά μισογεμάτο τραπέζι, που ολα αυτα συλλογικά είναι η αναπαράσταση μέσα απο εναν καθρέφτη, καθως τα κοιτάει μέσα απ'τα μάτια του, Ο Ανθρωπος.
Σκεφτομαι έστω μια ηλεκτρονική παυση. Ομως αληθεια! τιποτα που να εχει εμενα ηρωα στην σκεψη μου δεν συλλογιζομαι. Δεν ενδιαφέρομαι για εμένα ή για το μισοφαγωμένο μου εγώ απο τa εγώ μου. Σκέφτομαι για εμένα οπως σταματάει ένας ξένος σε ενα απο αυτα τα αμέτρητα κανάλια του Αμστερνταμ, ενω ψάχνει τον δρόμο της επιστροφής. Ή τον δρόμο που βγάζει απ'τον δρόμο και οδηγεί στο κανάλι. Και γι'άυτο μαραζώνω στο κέντρο του δωματιου και μοναχά ανασαινω. Μήπως φουσκώσω απο τα κατορθωματα μου έτσι. Αργά, σιγανά, αργά ξανά ανεβάζω την ένταση απο το στέρεο και ακούω κατι παλιό που θα με συγκινήσει. Αργά..ηρεμα, με απαλό fade in βομβαρδίζομαι απο αναμνήσεις. Οπως ενα σαλιγκάρι μετά την βροχή. Ένας πρωην τοξικομανής που ξαναπέφτει στον λύθαργο. Η ενα φύδι που λιαζεται στα βράχια.
Βροχή ξανά σε μια ξένη πόλη.
Μια ομπρέλα που ανοίγει σε high speed motion μα οστοσο την προβάλουμε σε slow motion καρέ. Ενας συγγραφέας που υπογράφει την νέα του νουβέλα σε ξαναμένες θαυμάστριες. Ένα κομμάτι σκατού που δεν θα σιγουρευτείς οτι ξεκόλισε απ'΄τις τρίχες σου, μέχρι ν'αφουγκραστείς οτι βυθίστηκε στην λεκάνη.

Καποιος απο δίπλα μου, μου βαράει τον τοιχο. ενω δεν είναι διπλα μου.
Φαντάζομαι πως το κάνει με τις γροθιές και έχουν ματώσει τα χέρια του.
Φαντάζομαι πως τώρα που μετακόμισα σε αυτο το καινούριο, άδειο δωμάτιο, ακόμα και οι σκέψεις μου τον ενοχλούν.
Μου χτυπάει τον τοίχο λες και πρέπει να αριθμήσω τους χτύπους και τότε θα δραπετευσω απο το νέο μου κελί, στην νέα μου φυλακή.
Ή με μια σκούπα που έχει κοντά στο κρεβάτι του οπως και αυτην που εχω και εγώ σε αυτο το βρωμικο δωμάτιο.
Μοναδικό αντικείμενο κοσμεί την γωνία και σήμερα κρέμασα το μουσκεμένο μου παλτό.

Καποιος απο δίπλα μου, επιμενει, να μου βαράει τον τοιχο ενω δεν είναι διπλα μου. Να τον ενοχλει η μουσική που είναι δυνατή; Ρεαλιστικά, για λίγο προσπαθώ να μην σκέφτομαι παραλογα. Ή να'ναι η σιωπή μου, που θελει εκεινος να σπάσει; Ανεβάζω περισσότερο την ενταση και τωρα μου χτυπάει την πόρτα! Δεν πάω να ανοίξω, μόνο ανασαίνω πνιγηρά κι οσο πιο κοντα μπορω στο ηχειο και τσιμουδιά, μηπως και με ξεχάσει. Τσιμουδιά και μόνο ακούγετε ξανά ο Γιόρκ που υπόσχεται "I will". Τουλαχιστον αυτο θα με σωσει και ετσι γινεται, δεν χρειαστηκε να μεινω εκει για παντα. Εφυγε ίσως, αυτο το ίσως ειναι αρκετο. Τωρα σταματησε να χτυπα, τουλαχιστον η πόρτα δεν βροντάει ή έτσι νομίζω. Σίγουρα ομως τίποτα απο αυτα "που υποσχέθηκα" πριν στον εαυτο μου δεν εχουν συμβεί.

Εφυγε απο την πόρτα. Ή θα μπορούσα να την έχω ηδη ανοίξει και τώρα να είναι κιόλας μεσημέρι. Αν έχει περπατήσει μέχρι αυτο το κρεβάτι θα το ηξερα, ομως ειμαι ακομα διπλωμενος και κοιτω το πάτωμα με ευρυγωνια λήψη .Ισως αυτος απο δίπλα που χτυπάει ηθελε μονο μια ζεστη αγκαλιά και ενα κρεμύδι. Η με περίμενε στην εξωπορτα να μου πει, πως τώρα είναι αργά. Αργά για λόγια.

αν ήταν μεσημέρι και φρονιμα
θα στρογκυλοκαθομουν σε εναν καναπε
και θα συλογιζόμουν το παρελθόν
μα τώρα ειναι περασμένα μεσάνυχτα
και έχω κάθε λόγο,
να μην κάνω φρόνιμες σκέψεις για το μέλλον.