.

Saturday, November 07, 2009

11 ή δεκάδες απο 10



Έντεκα οπως μετρηθηκαμε το μεσημερι στα δαχτυλα μα ενας σκόρπιος,
που μαλλον εγω, κατεβαινουμε τρεχοντας την πλαγιά και εκει άξαφνα, αναρωτιεμαι!
Τι κανω μαζι τους, και γιατι αυτη την στιγμη τρεχω μαζι τους σε φάση πανικού;
Φερ' ειπειν, συλλογιζομαι πως κάλιστα θα μπορουσα να τρεχω μονος,
ναι πραγματικα αυτα τα πραγματα με απασχολουν σημερα,
ισως απο την ακινησια,
ή απο το να στεκομαι με μια απατηλη διεγερση των μηρών μου,
απο την ακινησια μαλλον,
παρατηρωντας μονο, πως τρεχουν οι υπόλοιποι απο την συντροφια.

Στεκομαι ακινητος και παρατηρω Δέκα ατομα πως τρεχουν,
να κατεβαίνουν μια πλαγια.
Επι του ασφαλους εχω προφυλαχθεί ήδη απο τον ηλιο μα και απο τον φοβο,
κατω απο ενα δενδρο ξερό που ωστόσο τα κλαδια του με αγκαλιαζουν σαν μάνα.
Μετα μαλλον με περνει ο υπνος
ή ενας απο τους δεκα που κατεβαίνουν την πλαγια
ζηταει εξηγήσεις!
Η εγκατάληψη λεω εγω, ως ενοχος ή απλα το παραδεχομαι.
Και αυτος, ο πρωτος αναμεσα στους 10, λέει, γιατί;

Tuesday, October 27, 2009

Αργά


Καθομαι σε εναν καναπέ και δεν είναι μεσημέρι.
Δεν σημαίνει τίποτα μέχρι και να σας πω τι θα απογίνω. Θα είμαι τακτικός ή και αν υπήρξα απο πριν πιστος υπηρέτης του χρέους μου, θα το ξανακάνω. Φοβάμαι, όμως εχω νυχια να κατευθυνω στα δοντια μου. Και μετα ακολουθει καθε κομματι της σαρκας. Η λογική μου, μου λέει πως πραγματικά ανασαίνω και δεν είμαι σε μια κατάσταση mute. Και γι'αυτο διπλωνομαι, μηπως και το σταματήσω.
Αποδεικνύοντας οτι ειμαι ευκαμπτος οπως ο ανθρωπος και όχι ένα λουλούδι, μέσα σ'ενα μισοαδειανο βάζο, πάνω σε ενα φαινομενικά μισογεμάτο τραπέζι, που ολα αυτα συλλογικά είναι η αναπαράσταση μέσα απο εναν καθρέφτη, καθως τα κοιτάει μέσα απ'τα μάτια του, Ο Ανθρωπος.
Σκεφτομαι έστω μια ηλεκτρονική παυση. Ομως αληθεια! τιποτα που να εχει εμενα ηρωα στην σκεψη μου δεν συλλογιζομαι. Δεν ενδιαφέρομαι για εμένα ή για το μισοφαγωμένο μου εγώ απο τa εγώ μου. Σκέφτομαι για εμένα οπως σταματάει ένας ξένος σε ενα απο αυτα τα αμέτρητα κανάλια του Αμστερνταμ, ενω ψάχνει τον δρόμο της επιστροφής. Ή τον δρόμο που βγάζει απ'τον δρόμο και οδηγεί στο κανάλι. Και γι'άυτο μαραζώνω στο κέντρο του δωματιου και μοναχά ανασαινω. Μήπως φουσκώσω απο τα κατορθωματα μου έτσι. Αργά, σιγανά, αργά ξανά ανεβάζω την ένταση απο το στέρεο και ακούω κατι παλιό που θα με συγκινήσει. Αργά..ηρεμα, με απαλό fade in βομβαρδίζομαι απο αναμνήσεις. Οπως ενα σαλιγκάρι μετά την βροχή. Ένας πρωην τοξικομανής που ξαναπέφτει στον λύθαργο. Η ενα φύδι που λιαζεται στα βράχια.
Βροχή ξανά σε μια ξένη πόλη.
Μια ομπρέλα που ανοίγει σε high speed motion μα οστοσο την προβάλουμε σε slow motion καρέ. Ενας συγγραφέας που υπογράφει την νέα του νουβέλα σε ξαναμένες θαυμάστριες. Ένα κομμάτι σκατού που δεν θα σιγουρευτείς οτι ξεκόλισε απ'΄τις τρίχες σου, μέχρι ν'αφουγκραστείς οτι βυθίστηκε στην λεκάνη.

Καποιος απο δίπλα μου, μου βαράει τον τοιχο. ενω δεν είναι διπλα μου.
Φαντάζομαι πως το κάνει με τις γροθιές και έχουν ματώσει τα χέρια του.
Φαντάζομαι πως τώρα που μετακόμισα σε αυτο το καινούριο, άδειο δωμάτιο, ακόμα και οι σκέψεις μου τον ενοχλούν.
Μου χτυπάει τον τοίχο λες και πρέπει να αριθμήσω τους χτύπους και τότε θα δραπετευσω απο το νέο μου κελί, στην νέα μου φυλακή.
Ή με μια σκούπα που έχει κοντά στο κρεβάτι του οπως και αυτην που εχω και εγώ σε αυτο το βρωμικο δωμάτιο.
Μοναδικό αντικείμενο κοσμεί την γωνία και σήμερα κρέμασα το μουσκεμένο μου παλτό.

Καποιος απο δίπλα μου, επιμενει, να μου βαράει τον τοιχο ενω δεν είναι διπλα μου. Να τον ενοχλει η μουσική που είναι δυνατή; Ρεαλιστικά, για λίγο προσπαθώ να μην σκέφτομαι παραλογα. Ή να'ναι η σιωπή μου, που θελει εκεινος να σπάσει; Ανεβάζω περισσότερο την ενταση και τωρα μου χτυπάει την πόρτα! Δεν πάω να ανοίξω, μόνο ανασαίνω πνιγηρά κι οσο πιο κοντα μπορω στο ηχειο και τσιμουδιά, μηπως και με ξεχάσει. Τσιμουδιά και μόνο ακούγετε ξανά ο Γιόρκ που υπόσχεται "I will". Τουλαχιστον αυτο θα με σωσει και ετσι γινεται, δεν χρειαστηκε να μεινω εκει για παντα. Εφυγε ίσως, αυτο το ίσως ειναι αρκετο. Τωρα σταματησε να χτυπα, τουλαχιστον η πόρτα δεν βροντάει ή έτσι νομίζω. Σίγουρα ομως τίποτα απο αυτα "που υποσχέθηκα" πριν στον εαυτο μου δεν εχουν συμβεί.

Εφυγε απο την πόρτα. Ή θα μπορούσα να την έχω ηδη ανοίξει και τώρα να είναι κιόλας μεσημέρι. Αν έχει περπατήσει μέχρι αυτο το κρεβάτι θα το ηξερα, ομως ειμαι ακομα διπλωμενος και κοιτω το πάτωμα με ευρυγωνια λήψη .Ισως αυτος απο δίπλα που χτυπάει ηθελε μονο μια ζεστη αγκαλιά και ενα κρεμύδι. Η με περίμενε στην εξωπορτα να μου πει, πως τώρα είναι αργά. Αργά για λόγια.

αν ήταν μεσημέρι και φρονιμα
θα στρογκυλοκαθομουν σε εναν καναπε
και θα συλογιζόμουν το παρελθόν
μα τώρα ειναι περασμένα μεσάνυχτα
και έχω κάθε λόγο,
να μην κάνω φρόνιμες σκέψεις για το μέλλον.

Monday, October 12, 2009

HeyT


Δυο ανθρωποι και ενας μπάτσος καθονται σε ενα παγκακι.
Δυο ανθρωποι καθονται σε ενα παγκακι.
Ενας μπάτσος καθεται σε ενα παγκάκι.

Sunday, October 11, 2009

x-αρχη-Α


Βαλαμε τους 2 αναμεσα σε 4, ή σε 14 και τους ειπαμε: Εδω θα μεινετε απο εδω και περα και θα μεινετε για οσο εσεις θελησετε. Τους ειπαμε: (τον "αρχηγο"τους) Αυτος ειναι ενας προβολεας και οτι αυτος προβαλει μπορεις να το αποκτησεις. Τους είπαμε, ποτε δεν θα κριθείς, έχεις εσυ τα μάτια πρώτος για να κρίνεις.
Τους ειπαμε, αυτος ειναι ενας προβολεας και οτι αυτος προβαλει, μπορεις εσυ να τον σκεπασεις, ακομα και να τον σβησεις. Τους ειπαμε, αυτος ειναι ενας δρομος, πες το και στους υπολοίπους. Οποτε θελησεις ή απλα οταν εσυ θελεις, θα τον περπατησεις. Τους είπαμε: Αυτό, είναι ενας ανθρωπος και αυτος ειναι ο κοσμος. Αθωος. Ταπεινος. Ευκολος να τον αλλαξεις.
Και τωρα εμεις το μονο που έμεινε να κάνουμε, ειναι να κοιτάμε. Ή να ξεφυγουμε απο το παιδικό παραμύθι. Ή να γεράσουμε με το ιδιο παραμύθι. Ή να κοιτάξουμε μακριά. Πολυ μακριά.

στις τηλεοράσεις
ή μέσα απ'τους δρόμους

αποφασίστε...

Saturday, September 26, 2009

Ξέχασα




Πραγματι ξέχασα. Τι ήθελα να γράψω. Ειναι ολοφάνερο. Ειχα κατι κατα νου αλλα ξέχασα. Αλλα τωρα που ξεχασα ειναι σαν να θέλω να γράψω λιγο ακομη, για να μην φανώ δειλός. Ομως τι μπορεί να καλήψει το κενό της μνήμης μου και ωστόσο να είναι ενδιαφέρον προς εσάς; Κάποια που θα γάμησα, κάποια που θα με γάμησε. Τελευταία όλο τέτοια έχω μέσα μου. Μπαίνω. Βγαίνω. Ανασάνω. Ξεφυσάω.

2)->

Tuesday, September 08, 2009

Στο πιάνο

Είμαστε δύο και κοιτάμε ο ένας τον άλλον.

Δεν είχαμε τίποτα καλυτερο να κανουμε και αυτό ως ακολουθο οδηγησε αυτόματα στην συνεργία. Πριν καταλήξουμε έτσι, παιζαμε με την άμμο και ένας απο τους δύο έτρωγε τους καρπούς απο το δέντρο της γνώσης. Κανεις δεν γεννησε την ιδέα, ουδεις φροντισε για τους κανονισμους και τις προεργασίες για ότι αρχιζε. Ανοίξαμε σαφώς την ίδια πόρτα, καταλήξαμε στο ίδιο δωμάτιο που ορθώνεται απ’τα ίδια κλαδιά της ανήθικης πόλης και παρουσιαστήκαμε ομόψυχα . Εγω είπα πρώτος:

«Βλέπω, τουτη την στιγμή, πως είσαι σιωπηλή και αυτό θα οφείλετε στα γεγονότα, ε;» και σαν αντίλαλος ακούστηκε φωνή να ανασκευάσει:

«Σιωπώ για να δείς πως τίποτα δεν παραμένει αιώνιο».

Επειτα τραβήξαμε δυο καρέκλες και σταθηκαμε για ένα ολοκληρο βράδυ καρφωμένοι στο αερικό της όψης μας, μέχρι που το ξημέρωμα καυτηρίασε για πάντα κάθε δισταγμό.

Γίναμε αχώριστοι ή σαν από σφάλμα ο ένας χάθηκε νικημένος στις σκάλες. Ξημερώσαμε μαζί ή οι ηλιαχτίδες την αυγή τεντωθηκαν οσο ποτέ να μας ζεστάνουν χώρια. Ειμασταν δυο αναμφισβήτητα και απο μονο του ήταν αγνό να το θελήσουμε. Φαντάζομαι πως κανενας από εμας δεν χρειάστηκε έναν δευτερο μα να που την συντροφιά δεν την αρνηθηκαμε, αντίθετα την τιμησαμε και νιωσαμε τυχεροι για ότι μας έτυχε! Ωστόσο δεν θυμαμαι με ακριβεια ποιος κοιταξε αρχικά κι αν ο δευτερος με την σειρα του ενωχληθηκε ή του φανηκε ηδονικό. Να έχει σημασία; Θα θεωρησουμε εδω οτι ηταν απλα ένα στίγμα που μας συνδεσε, μια στιγμη ουδέτερη αναμεσα στις τοσες αδράνειας, σε αυτές τις καθημέρινης πάλης που ανοιγοκλεινουμε τα ματια και ξαγρυπνούμε αδιόρατα.

Τα προσωπα μας δεν μοιαζουν μεταξυ τους στο ελάχιστο, όχι προς την ομορφιά ή το σχήμα μα σίγουρα όχι και ως προς την έκφραση. Αν ενας τριτος μας κοιταξει απώτερα θα το διαπιστωσει δίχως κόπο. Μερικοί θα πουν:

«ο πρωτος έχει καστανά μάτια, ενώ ο δευτερος όχι… τα βλέφαρα του ενός είναι βασανισμένα ,αρα ο δευτερος κοιμάται πιο πολύ… ξεκουράζεται κατω απο το φώς του καιριού διαβάζωντας Μπήτνικ» ,μα ενας σοφος με βεβαιότητα θα τους σταματήσει λέγοντας:

«Αυτα τα δυο προσωπα δεν εχουν καμοια ομοιοτητα σαφως, και ομως το ένα θωρει τ’ αλλο με τοση φρονηση!». Και θα προσθέσει, αυτή την φορά προσεκτικά:

«Βλεπω δυο προσωπα ακατανόητα, όπως βλέπω θολά δυο μορφές σε εφιάλτη, μα όταν ξυπνήσω θα τα ξεχάσω και αυτό τουλάχιστον με ησυχάζει ».

Και έπειτα θα προσέξει διεξοδικά και το τελευταιο στοιχείο πάνω μας, με δέος θα εξετάζει μα δεν θα τρέξει να κρυφτεί. Θα μας πάρει από πίσω, με ενα σάλτο θα γραπωθεί απ'τις βλεφαρίδες, για να τρυπώσει στις κόρες μέχρι και να τον πνίξουν τα ποτάμια που θα εκβάλουν απ'τα δάκρυα της απόλαυσης. Δεν θα προβάλουμε αντίσταση. Τοσο βεβαιοι για την δυναμη μας, διόλου δεν θα χρειαστεί να αφυπνίσουμε ακόμα και το πιάνο για να τον λογικευσει. Μονο θα σταθουμε μια στιγμη να τον κοιτάξουμε συλλογικά ωσπου παραδεχθει:

«Είναι φανερο πως εσας σας συνδέει ενας ανεξήγητος δεσμός, που πρωτη μου φορα συναντάω στο χρονικό μου. Κόμπος πολύπλοκος που ποτε μου δεν θα καταφέρνα να λύσω ακόμα κι αν ζούσα αιώνια.»

Και μόνο τότε θα μας παρατηρήσει με γνώση καθως φευγουμε. Τοτε θα αντιληφθεί ποσο μονοιασμένοι, περήφανα απομακρυνόμαστε, για να προφυλαχτούμε.
Σαν δυο εραστές θολωμένους που ψάχνουν την οδηγία στο πιάνο.

Saturday, June 13, 2009

Καλο χειμώνα

Καλό καλοκαίρι


σκατόπολη δεν σε αντέχω ούτε λεπτό.
don't wait for me.

Saturday, May 09, 2009

enteka

h tourkala na poume sto ubahn me thn roz mpourka me gkavlone ala ego kratiomun. mousoulmaniko gamisi oneiro. eixe pente lepta na er8ei to treno kai koitusame kai tetoia kaname. meta anebikame sto bagoni, ego souromenos, anoiksame tin idia porta kai mono koitomiastan ksana kai meta gia ligo. katevika stin hermanplatz protos. meta h isos prin se ena domatio kapoioi pernan lsd ala ntaksei na sas po oxi narkomaneis xontroi, kati tetoioi pou den tous pianei tipota kai ta dokimazyn. nearoi. ego otan imoun neos gamusa poly xoris na oneirevome kai epina amstel kai meta heineken. nomizo oti h zoh einai poly asteia gia na grafo aidies, as poume tora kati den einai sovaro. isos giati epestrepsa kai sto diplano domatio yparxei mia federika poy tin filusa to vrady kai gustare ala afto mu fenete san xronia prin. tin proth fora poy tin sinantisa se afto to spiti imastan stin kouzina kai ksafnika mas epiase amixania giati fygan oloi kai moiname emeis. akougotan to roloi, o ktypos kai eipa0000 afto to roloi (sta egklezika) xanei ena milisecond ston ktypo ara xanei 60 milisecond sto defterolepto, ara xanei ena defterolepto sto defterolepto.... kai kai kai ...den ksero giati arxisa na tis leo gia ton xrono kai tin ekana na poume na me pistepsei. isos giati mporo na ziso kalitera, genimenos ksana apàto tipota na sapiso sto tipota... na ksanagino ena tipota. eimai ego aftos pou eimai. eklepsa ena podilato, ena kounoupidi kai simera apo to lidl pou plirosa tin vodka, eklepa ena aposmitiko.

Sunday, April 05, 2009

ο sigυr*os υπηρέτης



Ο υπηρέτης μου, μου λέει αρκετά! του λέω πως είναι δυνατόν;
Ετοιμάζει τα πράγματα του, και μονο, μονολογεί πως θέλει να φύγει!
Αρκετά! ανέχτηκα... ειναι τα λόγια του, μονο αυτα.
Αρκετα... απο τα δικα σου! ειναι τα δικα του, τα τελευταια λογια που ακουω.
Να θέλει αυξηση; Να τον ταλαιπωρησα σιγά σιγά και να μην το κατάλαβα;
Φευγει και με ολες τις βαλιτσες και χωρις κατι που δεν θα ειναι δικο του.
Φευγει χωρις να κλεψει τιποτα δικο μου, με τα λιγα του, αποχωρει οπως ήρθε.
Να... ήδη κατέβηκε τις σκάλες και μου δείνει το κλειδί.
Φευγει ο υπηρέτης μου αμέσως τώρα, και δεν με κοιτάζει στα μάτια.
Και την πορτα την βροντάει δεν την αφηνει μισανοιχτη για να τον κυνηγησω.
Νευριασμένος, οργισμένος θα πω ... μα γιατι, και απο τί;
Ειναι φανερο πως δεν θα θελησει να γυρισει ποτε ξανα πισω.
Ειναι ξεκαθαρο πως δεν θα βγάλει σε τίποτα αν τρεξω εγω απο πισω του.
Να του πω τι, μετα απο αυτο, τι άλλο θα τον κανει να αλλαξει γνωμη;
Δεν καθησε ουτε στιγμή, να διαπραγματευτει.

Σε κάθε περίπτωση, ειναι η περίπτωση του ανθρώπου που σε παρατάει.
Για σένα είναι απόβραδο, γι΄ αυτον είναι καλη-μέρα.

Friday, March 06, 2009

Η πόλη των χαμένων.




Ειμαστε δυο υπαλληλοι στον τόπο μας,
και εχουμε την δυναμη για αποφασεις.
Η πόλη μας είναι ακρως αυστηρη στους νόμους
και εμεις οι δυο εφαρμοζουμε την τάξη.
Ο ενας ειναι υπευθυνος για το καλό,
και ο δευτερος να επικρίνει το κακό.
Αξιολογουμε ποιος έχει την χάρη,
γιατι αυτη η πόλη που ζούμε ειναι στολίδι,
και πρεπει να διατηρηθει για παντα ως σύμβολο ξεχωριστό.
Υπάρχει και ένας τρίτος που συχνά μένει ουδέτερος.
Αλλα και αν είχε την δύναμη, ποτε δεν είχε την θέληση.
Αυτος είναι ο σκοπός, και ο σκοπος μας ειναι ιερος.

Ενας καλος ανθρωπος της τέχνης, μια μέρα
μας πλησιάζει στον χώρο μας.
Περιμένει απο εμάς να τον κρίνουμε,
διστακτικά περνάει το κατώφλι,
ερχομενος μας φέρνει γλυκά και λιχουδιές,
μυρίζει αρώματα και ευωδιές,
και στάζουν τα λόγια του απο σιροπια και ευγένειες.
Υποστηρίζει πως ειναι κακος καλλιτέχνης,
μα και αυτο το λέει μεσα απ΄την καρδιά του.
Τον μελετάμε, ειναι δουλειά του πρωτου και ειμαστε ευδεμων,
που μας απαλλασει απ΄τον κοπο,
κραταει τις ισσοροπιες, σοφός που είναι.
Τον εμπιστευόμαστε για αυτο, τον εγγρίνει ο δευτερος,
πρωτος για εμάς.

Ενας ανθρωπος που ειναι πραγματικα καλος, λεει
πως ειναι καλλιτέχνης κακος.
Αυτη ειναι μια περιπτωση που πραγματικά αξιζει την προσοχη μας.
και εκφραζεται ασχημα, ετσι υποστηρίζει,
μα μεσα απο την καλοσυνη του!
το βασικότερο, το βασικότερο φροντισε
να μας πει ο υπαλληλος.
Τον συμπονούμε που ειναι καλος, μας τον προτεινε ο πρωτος.
Κλείνουμε τα μάτια...
Και τον κανουμε μέλος της κοινωνίας μας.
για πάντα θα τον αγαπάμε, θα γινει και ενας καλος καλλιτέχνης
συζητάμε στα σαλόνια καπνίζωντας τα ακριβά μας πούρα
πως αφου του δώσουμε τον χρόνο θα λάμψει.
οπως λαμπρός θα ήταν και ως τραγουδιστής μουγκος,
να πρεσβευσει την μικρή μας μπάντα στο καπηλειό
ή ακροατής κουφός,
να εκτιμήσει ποια φωνή αναμεσα στο πληθος είναι αληθινα ζεστή
μα και ιχνυλάτης τυφλός,
να μας δειξει τον δρομο, θα τον ακολουθούσαμε παντού,
καθως η κριση του πρωτου υπαλληλου ειναι αναμφισβητητη!

Την επομένη, παρουσιάζεται ενας άλλος στην πόλη μας.
Έρχεται απο μακρια, ειναι ενας ξενος, κανεις δεν ξερει τιποτα γι'αυτον.
Σταματάει το αλογο του μπροσ' το δημαρχείο,
και ξεκρεμάει αργά, αργά τις βαλίτσες.
Εκει οι δύο υπάλληλοι ετοιμάζονται να τον υποδεχτούν
και θαρρεις πως ειναι κιολας θυμωμένοι.
Ειναι ξεχωριστος, το νιωθεις απ' τον τροπο που στεκει απεναντι τους.
Λιγομίλητος και καθολου φοβισμένος, τους αντικρύζει στα μάτια.
Ενα προσωπο που ειναι καλλιτέχνης καλος,
αυτο που πάντα ψάχναμε, επιτέλους φανερώθηκε
μα ειναι σιγουρα κακος ανθρωπος!
Ορθωνεται μπροστα τους και μονολογει, μονο μιλαει γι'αυτον.
Παρουσιάζετε μέσα απο τα γραπτά του, τα συνεργα και τα πινέλα.
Απλωνει τους πολυχρωμους καμβάδες με ασέβεια στο γραφείο.
υποστηρίζει πως ετσι εκφραζεται ικανά και,
τιποτα αλλο δεν φανερωνει απ' την ψυχη του.
Και ίσως έτσι να είναι, θα μπορουσε να εχει ενα δικιο ο ξενος.
Μα τον φοβόμαστε, δεν τον θελουμε αναμεσα μας,
και πιο ευκολο θα γινει αν τον διωξουμε,
υποστηριζωντας πως ειναι κακος σε αυτο που κάνει.
ακομα και σιωπώντας έναντι στο έργο του,
κοιτωντας το με περιφρονηση.
Ο δευτερος υπάλληλος μας προτρέπει αυτο να πραξουμε.
Πιο ευκολα θα τον κανουμε να πονεσει ετσι, μας εξηγει.
πιο γρηγορα θα φυγει απο τα πόδια μας, θα ξεκουμπηστεί μια για πάντα.
"αν τον ταπεινώσουμε με αυτο που πραγματικα αγαπαει"
Λέει ο δευτερος υπαλληλος της πόλης
και συμφωνεί ομόφωνα ο πρώτος
Μα ο τρίτος, ο ουδέτερος, να που πεταγεται, και αναφωνεί!
"Αφου ειναι ενας ανθρωπος τοσο κακός,
πως ειναι δυνατον να αγαπάει, έστω και το εργο του;"
Κανεις δεν απαντά, μονο προχωραν οι διαδικασιες
και η σιγή για όσο κρατήσουν.
Στην θεση του βαζουμε τον καλο ανθρωπο να μας εκπροσωπήσει.
Του δίνουμε τα πινέλα του άλλου, την αγαπημένη του γραφίδα
και απλα περιμένουμε πότε θα εργαστεί.
Φροντιζει για αυτο ο πρωτος και επικροτεί ξεκάθαρα ο δευτερος,
σηκώνει τα χέρια ψιλά ο τρίτος,
και την επόμενη κιολας μέρα,
τον χρίζουμε έξοχο καλλιτέχνη.

Αδιαφορώντας για το αν εκφράζεται σωστά ή όχι.
Και ποτε μην ξέρωντας αν ο καλός ανθρωπος
θα καταφέρει να μεγαλουργήσει.
ή ο κακος που καταχωνιάσαμε,
ήταν πράγματι εξαίρετος ως καλλιτέχνης.

1280x1024

Υπαρχει ενα σπίτι που με γυρίζει στον δρόμο. Σε μια πολη που οσα και αν ρωτησα, δεν καταφερα να πάω. Διαφορετικες γλωσσες, διαλεκτους, ανθρωποι με στολίδια και καποτε η μοναξια. Συναντησα "ένα" και μετά φτάσαν πολλά.
Εξαπατηση προσωπων που δεν γινεται να χασουν την ομορφια τους. Σουρεάλα, 2200 χιλιόμετρα χωρις μέτρο και σταθμό. Αντάμωσα και ξεχασα να αριθμήσω τα τόσα. Στα πεζοδρομια, ντυμενα με 2009 ρουχα ή με 1960 οργασμους αφου αφαιρεθηκαν. Δίνονται στο τώρα, δωθηκαν τώρα μόλις θα ειναι μια αποδειξη. Δώθηκαν γιατι το είδα με τα μάτια μου, θα ειναι κατι που γενναει την αμφιβολία. Αληθεια, μόλις κάτι απο αυτα θα είναι γεγονός, γιατι σας το λέω. Τωρα και ξανα εσενα που βλεπω παντα θα ξέρω. Ομοίως η επαναληψη.
Καλοθρεμενα στηθη που δεν θα χασουν την λάμψη τους. Τα ανανεώνουμε, ποτε δεν υπάρχει τέλος. Μας συντηρούν. Νικάνε τα γαλάζια μάτια μας! Τωρα ναι, αλλα για ποσο θα υπάρχουν τα χρώματα, τα σχήματα; Θα ορθωθει ενα βυζι ή ενα μουνί ή ενας πούτσος που συμβολίζει την δύναμη μέσα απο μια τετράγωνη και έγχρωμη τηλεόραση. Εγω σου μιλώ.
Ειμαι ενας χοντρός Ασιάτης που του αρέσει η κάναβη. Κοντα απο αυτο το σπίτι, λίγο πριν με βγάλει σε εναν δρόμο εγω και τα αδερφια μου. Και διπλα μερικοι θα τρωνε φαστ-φουντ και διπλα μερικοι θα ειναι διπλα μου. Μερικοι σουπερ ήρωες πεταμένοι, οχι μακρυα μου.
Περπατάω για ώρες μέσα σ'ενα σπίτι που θα με γυρίσει στον δρόμο. Η Σωτηρία είναι πουτάνα ας πούμε. Ισως ενας ιδιος που βαφτιστηκε διαφορετικος. Ισως ενας ιδιωτης απο εδω και απο εκει καμουφλαρισμένος σε γείτονα. Ενας Β' μπλεγμένος σε Γ' καθοδηγουμενοι απ΄τον Α' με ενα αμαξι 1200 κυβικών χωρις να βιαζονται διασχίζουν την εθνική. Χαλαρά αυτο γίνεται τώρα. Ειναι η Σωτηρία θα πούμε. Ή θα πούμε, είναι τρείς.
Αυτη η νυχτα τελειωνει, οπως τελειωνει το αδιεξοδο που υπαρχει ενας φράχτης. Οπως τελειωνει ενα τοσο μπερδεμενο πιατο γεματο μακαρονια. Η περιστροφή του πιρουνιού γενάει τοσες απορίες. Το πιρούνι οστόσο όχι, εξηπηρετεί ξεκάθαρα τον σκοπό του.
Θα μπορούσε να είναι μια τσουγκράνα ή ακομα και μια Άννα που με ταΐζει. Και μετά αυτο. Ένα ταπεινό τελος.
Μαγνητης, το συγχρονο σπιτι. Η ηλεκτρική κουζινα, εκεινα τα αδεια δωματια με τις ανέσεις. Οι διακόπτες που πραγματικά δεν διακόπτουν τίποτα επι της ουσίας.
Μια φορά πάτησα έναν διακόπτη γιατι εκανε παγωνιά και ζεστάθηκα. Απο τότε καθε χειμώνα, ξέρω, πως έτσι πρέπει να γίνει.
Δυο τηλεοράσεις, σε δύο δωμάτια, δεν είναι αρκετες για να χορτάσεις την ζωή.

Sunday, March 01, 2009

Dogville









Διασχιζω μεσ'την πόλη αυτην την πολη, που δεν ειναι η πολη μου, περπαταω σε αυτους τους δρομους που δεν ειναι οι δρομοι μου, ειναι οι δρόμοι για να περπατησει καποιος άλλος, πιο τολμηρός ή περισσότερο ξένος. Τρεχω καπου να χαθω, μα καταληγω παντα στο ιδιο σημειο, λες και την ξερω απ'εξω και ανακατωτα. Συναντω τους ανθρωπους να κλεβουν αυτοκινητα, ισως και το δικο μου, δεν ενδιαφέρομαι που κλεβουν, ισως και το δικο μου.
Να αγαπιουνται, να γαμιουνται στα σοκακια μου, δεν ενδιαφερομαι, να χτυπανε πρέζα στα σοκάκια, δεν ενδιαφέρομαι, αυτη η πόλη δεν ειναι η πολη που θα ενδιαφερθω.
Διασχιζω αυτην την πολη σαν φαντασμα, αφηνω τα σημαδια μου, αφηνω τα βηματα που δεν ειναι τα βηματα μου, ειναι τα βηματα καποιου αλλου, που εχει οτι κερδισα απο αυτην την πολη, και θελει να ορθωθεί σε αυτην την πολη, εχωντας αυτο που εγω προ καιρού απαρνήθηκα.
Μιλάω κοιτώντας σε αυτην την πόλη τους ανθρωπους και φοβαμαι να τους δω, να τους ρωτησω για αυτην την πολη οπως την βλεπω, σε αυτην την πολη ο φοβος εχει σκεπασει καθε δραση, καθε δραση σκεπάζεται απο ερωτήσεις που δεν θα έρθουν απαντήσεις, ποτέ. Ανοιγω τις πορτες για να τις κλεισω σε λίγο, σε αυτην την πολη, που δεν ειναι δικια μου οπως τότε, καμοια πόρτα δεν είναι ανοιχτή, συναντω ανθρωπους που προσπερνουσα και τωρα θελουν να με προσπερασουν, γιατι να, τους ανηκει η πολη, η πόλη που τους χαρισα.

Saturday, February 21, 2009

6948 x 2


την ρώτησα απλά αν με αγαπάει
της είπα:
"μ'αγαπάς;"
"απάντησε μου τώρα με ένα ναι ή ένα όχι"
και αυτη με κοιταξε προβληματισμένη
σκέφτηκε, διέταξε την σιωπή έπειτα
δεν μπορούσα να ξέρω τι έχει στο μυαλό της
ήμουν σίγουρος πως θα πει όχι
έπειτα με πλησίασε και μου ανακάτεψε τα μαλλιά
"μ'αγαπάς; ξαναρώτησα επίμονα."
και είπε αυτή:
"Ναι, γιατί όχι."

Wednesday, February 18, 2009

Μεγάλη προσφορά!



Στο surealismos.gr κληρωνουμε ενα αυτοκίνητο. Βρείτε το password στην ενότητα literature και μπορεί να είστε ένας απο τους τυχερούς! Ο πιο γρήγορος θα έχει δώρο και το πρώτο φουλάρισμα αξίας 500 χιλιομέτρων!
Βιαστείτε όμως γιατι δεν έχουμε πολλά αυτοκίνητα.

Sunday, February 08, 2009

Τίποτα

Tuesday, January 27, 2009

Παρεξήγηση.


καλα που είμαι αυτος.
κι όταν μετανιωνω,
επαναλαμβάνω:
"ειμαι αυτος... ειμαι αυτος"
και ευτυχως, αυτο μοναχα.


και όταν νεκρος,
θα πω μια φράση:
"ημουν αυτος ..."
και ευτυχως.
δεν έγινα αλλος.


καλα που είμαι αυτος
και όχι λόγου χάρη,
εκείνος ή τα μάτια εκείνου.


και όταν νεκρός
θα πω μοναχα:
"ευτυχως"
θα πω: "ημουν αυτος"


θα νιωσω τυχερος
κι αν όχι έτσι
παλι αυτος θα είμαι
μα ευτυχώς.


δεν θα πω "ζωντανός"
δεν λέω "νεκρός"
δεν θα σκεφτώ "ζεστός"
ή κρυος

θα ξέρω, "είμαι αυτος"


ποια σημασία θα ειχαν ολα τα άλλα
αν ήμουν και εγω ένας άλλος;

Tuesday, January 06, 2009

Ο αναβάτης.


Ιππευω το άλογο μου για ώρες, ήδη βρίσκομαι πολυ μακριά απο κάθε ξεχασμένο σπιτικό. Έφυγα όταν όλα ήταν σκοτεινά δίχως να το πω σε κανέναν. Διπλα σε μια λίμνη σταματάω να το ξεδιψάσω. Ευκαιρία για εμένα να ξαποστάσω λίγες ώρες και να σκεφτώ με καθαρότητα τον προορισμό. Δεν είχα κατα νου να φτάσω κάπου συγκεκριμένα, μοναδική μου φρόνηση ήταν να αποδράσω απ' τις φωνες. Οπως και έπραξα δίχως δευτερη σκέψη.
Ξημερώνει, ο ήλιος ξεπροβάλει δειλά πίσω απ΄την πλαγιά. Η εξοχή φαίνεται γαλήνια αυτην την ώρα, δεν υπάρχει κανείς, σιγουρα κάποιος που θα συναντήσω. Μα εκεί που ετοιμάζομαι να ανέβω στο άλογο, κάτι μου τραβάει την προσοχή ανάμεσα στα δέντρα. Κάποιος κρύβεται, μπορω να τον διακρινω που ειναι κρυμένος και σας λέω οχι μακριά! Με βεβαιότητα κάποιος είναι μεσ'το δάσος. Δεν κινείται καθολου, μονο οι φυλλωσιες γι'αυτον, που τρυπωσε πισω απ'τον κορμό ενος δέντρου. Το άλογο μου στάθηκε και αυτο, δεν χλιμιντρίζει, ουτε σκαλίζει το χώμα με τις οπλές. Συμφωνει με τον αφέντη του στο συμπέρασμα πως κάποιος άλλος υπάρχει ανάμεσα μας και σιγεί. Ελέγχω με δισταγμο, δεν κάνω τίποτα άλλο απο το να παρατηρώ προς το μέρος του, μα κρατώντας απόσταση. Με το ένα χέρι σφίγγω ζεστά τα χαλινάρια και με το άλλο σχεδόν αγγιζω το μαχαίρι μου. Μην ξερωντας οταν θα έρθει σε εμένα αν θα του επιτεθω ή θα το βάλω στα πόδια. Σε καμοιά περίπτωση όμως δεν θα τον καλωσορίσω, μέχρι και να μου εξηγήσει τι συμβαίνει.
Τα τελευταία σημάδια της ημέρας χάνονται αβρά, με τις ηλιαχτίδες που λαμπυρίζουν την υγρασία πάνω στα κλαδιά. Θα κρυφτει και ο ηλιος οπου να΄ναι πίσω απ'τον λόφο και το δάσος θα παραδωθεί για ώρες στο σκοτάδι.
Όμως αυτος παραμένει στο ίδιο σημείο δίχως τίποτα να τον απασχολεί. Δεν ανασαινει βαρια σαν να χρειάζεται βοήθεια, παρα μονο το γλυκό αγερακι που ανακατευει τα πεσμένα φύλλα το κάνει γι' αυτον. Μου'ρχεται να φωνάξω μα δεν έχω φωνή, περισσότερο τρόμο. Σιωπώ και περιμένω, μόνο αυτο. Μα αν είναι τραυματισμένος; Θα χρειάζεται την φροντίδα μου. Ή κάτι τρομερό να του έχει συμβεί και γι'αυτο στέκεται τόση ώρα στο ίδιο σημείο ακίνητος; συλλογίζομαι. Ομως οπως και να'χει, θα ειναι ενας ανθρωπος που δεν θελει να αποκαλυφθεί. Με την σιωπη του, με την πονηριά του με εκανε να τον προσέξω, αλλα ως εκεί. Ακομα κι έτσι, δεν ήταν αρκετο να ενδιαφερθώ.
Σέλωσα το αλογο μου σφικτά γιατι η συνεχεια της διαδρομής φάνταζε ατελειωτη. Πραγματικά δεν ήξερα τι με περιμενε έπειτα. Δεν κοίταξα πίσω, να δω αν τελικά φανερώθηκε. Τον ξεχασα όπως ξεχνάς έναν φωνακλά. Μέχρι που χάθηκα ξανα, ιππευοντας αγέρωχα μεσα στην νύχτα.

Monday, January 05, 2009

Ενα βραδυ με τον Δον στις Συρακούσες



Ενα ανεξηγητο ονειρο για τον πλοηγό.
Αεναως μετα την εκτέλεση ακολουθει η περιγραφή. Μπρος στέκει ο θρος και φλόγα. Συρμος υπο τον κατασκευασμο της πτώσης. Αερινο πλανου ακυβέρνητης αμαξας. Ό κόμης χαμογελάει με οίστρο. Ο ωχού και ο γκρού στον λάρυγκα μου ηρεμούν. Και τα βήματα παραέξω τα σέρνει πανταλόνι. Σε ενα κάστρο απο εξω παραμένει ενας ταξιτζης. Είναι θορυβος αυτο που αντιγράφει την φωνη ή την στιγμή. Έτσι οπως κλείνει το στόμα απ΄οτι φαίνεται. Πατημασιές ανοίγουν τον επίλογο. Χωρίς λόγο, χωρίς. Ο διαδρομός πιο άγονος απο ένα αδειο βάζο για λουλούδια. Ωστόσο, οσο κάτι το διαφορετικό. Οι ξυλινες σκάλες είναι σκαλοπάτια. Χωρις λόγο, όπως όλα. Ας ισοροπήσουν δύο που ορκιστήκαν να μην. Ας αγκίξουν οι άλλοι τον έναν. Ειμαστε σε μια κρεβατοκάμαρα μικροί. Κοιτάμε αποσβολωμένοι όσο έχουμε ακομα μάτια. Αναγνωρίζουμε όσο έχουμε ακόμα κρίση. Απουσια ολων αυτων που δεν ειναι εδω. Απουσιάζουν οπως δεν ξεκινησαν ποτε να ερθουν. Βρεθηκαν μεταξυ τους και καπου αλλου. Στειλαν μυνήματα sms. Παραδώσαν την τύχη τους στην τύχη. Τους συλλάβαν έπειτα απο σχέδιο. Ο ενας βλέπει στην τηλεόραση τον άλλον μεσα απο μια τηλεόραση σε ενα κελί. Ο άλλος κατασκευάζει απαραβίαστες εκδοχές της εγκατάλειψης. Και οι δύο όμως θα είναι νεκροί. Πρωτα ο αγωνιστής. Επειτα δεν ξέρω. Τίτλοι τέλους μάλλον. Μια τηλεόαση που σου καίει τα μάτια.

Δεν υπάρχει ασύρματος έλεγχος. Μόνο εικονική επαφή. Θα αγαπήσω οτι πιο ψευτικο απ'το ίντερνετ. Ως προς όλος πλεγματα απο καλο ιωδιο. Ειρμούς απο αλληλουχία των συν. Θα βαφτώ απο ιστορίες αλλωνών. Ματωμένη θάλασσα οκτώ παρα τέταρτο μποφόρ. Πρωινό χωρις τον ήλιο και ξαναηρθε με τα εξης:

Ιστορία απ'τα παλιά που μου είπε ο Ζορό:
Σάλος στο σαλούν, ένας έξαλος καουμπόης μελαγχολεί. Θα τον γλυκίνει η μουσική και θα είναι απαλή. Παει ο παλιός, ο χρόνος. Φρόντισε. Χτυπος και ανασκελα περα ενας αστικός. Θα το κοιτάξω και αυτο. Ο Ω ξαπλα, ο Ω θα πούμε ξαπλωμενος. Φρόντισε ο χρόνος. Με αυτο συμφώνησε και ο Δον. Παει ο παλιός ο χρόνος και κανείς δεν ξέρει κατα πού. Κοπηλατούσε απλως και μετά θα σταματήσουμε να ψάχνουμε την αιτία .Γιατι έτσι του κατέβηκε. Γιατί έτσι θέλησε εμας να μην μας αφορά. Απλώς είχε λόξα. Πισω και τα μαζι αν όχι η λόξα. Τώρα χορευει Ταγκο με ενα καγκουρο στον παράδεισο. Και μαζι σας. Ενα λιβάδι. Και μαζι μας. Ναι το δίκιο οταν μου ζηταει κάτι όχι. Ναι το δικιο οταν μου ζηταει κάτι και όχι. Κατι άλλο σκεφτομουν ειναι ολοφάνερο. Αλλα ναι θα συμφωνησω μαζι μου ιστορικά. Στα Ισπανικά οπως ενας ταυρος που θα προτιμούσε να τρώει την χλόη. Στα Ελληνικά οπως ο γάιδαρος της φωτογραφίας. Δεν έχω τι να γράψω, φανερά. Ούτε τι να κοιτάξω ορθά, μου είπε ο Δον. Συμφωνώ κατοπιν βολής. Αλλα όχι αλλιώς αφου με σημαδευει. Κιχώτης μου συστήθηκε και δεν τον ξαναείδα.

Ποιος καταδέχεται την λόξα; Ενα δίκιο σε ολη την αδικία υποθετικά. Απλως αργοπεθαινουμαι. Με τις μυξες μας. Με τις ασθένειες και τα πλουτη.

ήρθε η στιγμή και είμαστε ταμένοι
θα πληρώσουμε το ιδιο λάθος
που κάναμε να είμαστε όμορφοι
αντικειμενικά εμεις
εμεις και τα ρούχα μας
τα στολίδια
και ολα τα αντικειμενα.

Friday, November 28, 2008

Βάρος



Είμαι ενας ανθρωπος. Αυτη η καρέκλα που καθόμαι με ανακουφίζει ομως τρίζει. Αληθινά δεν ακούω τίποτα το σοβαρό μα να σας πω το παρατήρησα εχθες. Μόνον αυτον τον αόριστο ήχο που φευγαλέα μου γρατζουνάει τα αυτιά. Ειναι όμως αρκετό για να με ανυσηχει. Αυτο καμοια φορά με κάνει και να στεναχωριέμαι. Οπως είναι Δευτέρα ή ξημερώματα Τετάρτης τον ακουω. Είμαι ενας ανθρωπος που κάτι τον ανυσηχει. Σήμερα είναι Πεμπτη και συμβαινει το ίδιο. Ξημερώνει και ενω όλα φαινονται γαλήνια πίσω απ'΄το παραθυρο, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ λόγο αυτου. Κοιτιέμαι στον καθρέφτη, αναζητώ την ζυγαριά μεσ'΄το σπίτι και την ξεθάβω απ΄το πατάρι. Στέκομαι μπροστα της για ώρες και απο πίσω της και περιμετρικά στριφογυρίζω μεχρι να ανέβω. Ανάλαφρα ακολουθώ το σκαλί που με αριθμει, τοποθετώ εκεί το πρωτο μου πόδι και ξανακοιτάω με κλεφτές ματιές τον καθρέφτη. Το υπόλοιπο στο σώμα μου το σκέφτεται που θα καταλήξει. Είμαι ενας ανθρωπος. Παραδίνομαι ολόκληρος με δισταγμό, το κορμί μου είναι αρκετό για να το προγραμματισει το ζύγι. Αναμονή και όχι κάτι απο αυτα που σκέφτομαι.Τα ίδια κυβικά οπως και χθες, ισως και κάποια περισοτερα μαζί με την ανασφάλεια . Αυτο είναι κακό όπως κατι κακο που είναι ανθρώπινο. Είμαι ενας ανθρωπος βαρύς. Βγάζω τα ρούχα μου και περιφέρομαι στο σπίτι ανησυχος. Κοιτώ στο βάθος του δωματιου την καρέκλα που είναι ταμένη στο παραθυρο. Κοιτώ τον καθρέφτη που είναι στραμένος προς το σπίτι, ξανα ανεβαίνω την ζυγαριά με ενα σάλτο. Βλέπω τον εαυτο μου που ειναι ενας ανθρωπος και του τοποθέτησα δυο πόδια. Πραγματι, δεν έχει αλλάξει τίποτα, αρκει να το πιστέψω. Απόψε το βράδυ δεν θα φάω τίποτα χορταστικό. Χαζευω τον καθρέφτη ξανά αφου περάσουν τα λεπτά και τα άλλα. Τα μαλλιά μου με βαραίνουν και έτσι αποφασιζω να τα κόψω. Παιρνω το ψαλίδι αφου ανάψω ένα τσιγάρο και αρχίζω σχολαστικά την κόμη μπρος στον καθρέφτη. Πεφτουν οι τρίχες ατακτα στα πόδια μου και η στάχτη και εγω μόνο ξανασαίνω ικανά. Χτυπάει το τηλέφωνο μα δεν απαντώ σε αυτον που κτυπάει. Μόνο βγάζω τον καπνό και κάνω κύκλους. Δεν νομίζω οτι κάποιος θέλει να αντικρήσει τα καινούρια μου μαλλιά.

Τελείωσα και δεν μου πήρε πολύ η δυσκολη διαδικασια. Ξανα ανεβαίνω στην ζυγαριά επειτα απο διαστημα μια ώρας που με υπηρετούσε η σκέψη. Είμαι ενας ανθρωπος σκεφτόμουν και ειλικρινά ήμουν αβέβαιος. Η ζυγαριά καρφώνεται ξανά στο ίδιο νούμερο. Χοροπηδώ και ανακατέβω τα νούμερα μα δεν υπάρχει η μουσική. Ταλαντευεται ο δεικτής και επειτα απο καποια στιγμή καταλήγει στο ιδιο συμπερασμα. Εκατον-Εντεκα ακριβώς. Μα πως μα να μην ειναι αδύνατον; Κοιτιεμαι στον καθρέφτη πάλι. Βραδυάζει. Θρονιάζομαι στην καρέκλα σκεπτικός. Νομίζω πως δεν χωράω σε αυτο το παράθυρο μα το σκέφτομαι. Είμαι ενας ανθρωπος και έχω ενα υπνοδωμάτιο. Κοιτώ εξω απο αυτο και πιο πολυ τα πόδια μου αγγιζουν την πραγματικότητα που είναι απλωμένα στον εξώστη. Πέρνω το ψαλίδι και τα αφαιρώ το ένα προς ένα. Πλέον δεν έχω πόδια και ίσως να μην ξανασηκωθώ. Βλέπω κάποιον που κατευθυνεται προς την αυλή μου περπατώντας. Ακουω τα βήματα του που πατάνε τα φυτά μου. Φαντάζομαι τον ήχο της πόρτας αν θα θελησει να την χτυπησει. Φανταζομαι την αισθηση της παλάμης του αν θα θελήσει να σφηξει την δικια μου αφου μου χτυπήσει την πόρτα αφου μου έχει πατησει τα φυτα. Έχω ακόμα δάχτυλα τα κράτησα για φυλαχτό. Φαντάζομαι τι κρατουσε πριν με αυτο το χέρι. Ίσως και ένα απο τα πιο όμορφα λουλούδια του κήπου μου. Λίγο πριν σκεφτεί να με επισκεφτεί. Αυτο το βάρος εξαφανίζει την ψευδαισθηση οτι κάποιος θα έρθει και ίσως αργίσω να τον υποδεχτώ. Τον επεξεργάστηκα πολυ, ήδη. Ομως οπως και τίποτα. Κάποιος θα ερχόταν έστω και να μου πιει το αίμα. Βάζω επιδεσμούς/δένω τα πόδια μου και σταματώ την αιμοραγία.

Ουδέν θόρυβος σε αυτο το σπίτι και νιώθω το ίδιο βαρύς απο την μοναξιά και την συγκίνηση, οπως για λίγο πριν που την ονειρευτηκα. Εχω σφραγίσει ολα τα παραθυρα και προσεκτικά παρατηρώ την σιγή στο δωμάτιο. Ενας κάθεται μόνος σε μια καρέκλα και περιμένει τον κτύπο. Τικ Τικ Τικ ακούγεται ο λεπτοδείκτης κολημένος απ'το ρολόι που σταμάτησε τον χρόνο. Σταματησε ο χρόνος. Και λίγο πριν κάνω να σηκωθώ έρποντας να τον ξεκολήσω ακούγεται το τριξιμο στην καρέκλα, ξανά. Τούτος ο ήχος που δεν είναι και το τρομέρο απαριθμει την καρδιά μου! Ξανά και ξανά και ξανά! Ορθώνομαι λειψός και σέρνομαι προς την ζυγαριά. Ψαχουλευω το γρανάζι και την ρυθμίζω πριν απο το μηδέν, να την μπερδεψω. Όμως παρ'ολα αυτα καταλήγει ο δεικτης στον ίδιο αριθμο όπως και πρίν! ΕκατωνΕντεκα και τώρα. Κοιτάω την καρέκλα στο βάθος που κοιτάει προς το παράθυρο. Πλησιάζω να δω αν τώρα μόνη της τρίζει, ομως δεν το κάνει και το ξέρει. Κοιτώ τον καθρέφτη και προσπαθώ να ανακαλύψω τι περιττό υπάρχει στην μορφή μου. Θωρώ τον καθρέφτη οπως ενας ανθρωπος κάνει. Είμαι εγω αυτος που έιμαι και με παρατηρώ. Αυτα τα μάτια που αποτυπώνει ο καθρέφτης με κοιτάνε αποκρουστικά. Ασήκωτα, σιγουρα έχουν πολυ βάρος να σφραγκίσουν σε αυτο το καμπυλωτό και ομορφο αλλωτε προσωπο. Ορθά με βαρένουν, αυτα και οτι εχουνε δεί αυτα. Ουρλιαχτά που ήμουν ενας ανθρωπος. Για λίγο και ας μην έχω πόδια να τρέξω. Και για λίγο η ηρεμία ξανά. Ξανα, ξανά παίρνω το ψαλίδι και με τους αγκωνες αφαιρώ το δεξί μου μάτι. Τρέχει το αίμα στους νώμους μου και στην ποδιά, μονοφθαλμος το κοιτώ μα περισοτερο ουρλιάζω. Ο πόνος σταμάτησε μετά. Εντεκα και Εντεκα ακριβως σταμάτησε ο πόνος και αρχίσαν οι κτύποι. Ο δείκτης κινειται νοητά, αφηνει πίσω του την αποδειξη της εκπνοής και τον τρόμο. Είμαι ακόμα ενας ανθρωπος αν αναρωτιέστε για αυτο.

Ανασαινω με ενα μάτι και ειμαι ενας ανθρωπος που καπνίζει. Τι διαφορετικό; Κοιτάω τον καθρέφτη όχι πονηρά, δεν του κλείνω ματιές. Είναι δύσκολο να εστιάσω με το ένα μου μα θα το συνηθίσω αν έρθει ο καιρός. Ξανά. Σαν έρθει ο καιρός. Ξανά. Αναζητώ την ζυγαριά που βρίσκεται στο ίδιο δωμάτιο μα το ένα μου σκαλώνει Ξανά στον καθρέφτη. Ερπομαι δυσκινητα και καταληγω. Εχω ενα ματι και όχι δύο απ΄τα χέρια μα ειμαι ενας ανθρωπος που κοιτάει τον καθρέφτη. Είμαι ενας ανθρωπος που ξανά κοιτά τον καθρέφτη. Τωρα ίσως λίγο σωστά με φανερώνει, μα θα είμαι και πιο ελαφρύς; Φτάνω στον ζυγό και χτυπάει το τηλέφωνο. Ξανά. Ποιος θα ήθελε να χωρέσει το βλέμα μου; Ποιος είναι αρκετος να καταλάβει την αγκαλια μου; Σιγουρα και δεν απαντώ σε κανέναν. Με ενα γρήγορο "βήμα" διαπιστώνω πως πράγματι έχασα έντεκα απο της μέτρησης. Όμως τώρα τι γίνεται αν σταματήσω που όλα πάνε ανάποδα; Ειμαι πιο ελαφρύς κατα έντεκα και κέρδισα πιο πολλά απο αυτα που έχασα. Ωραία μάτια και αηδίες. Θα την αλλάξω την ζωή μου και αυτο αποφάσισα. Κανενας ανθρωπος αριθμητης ποτε δεν υπήρξε οραματιστής. Ξεκάθαρα τα μάτια μου είναι μια απόδειξη οτι με βαρένουν, έτσι αποφασίζω να αφαιρέσω και το 2ο. Βαρετά. Και το κάνω αμέσως δίχως δισταγμο και με λιγοτερο πονο τουτη την φορα.

Τυφλός πλέον κουτουλάω στους τοίχους, ψηλαφίζω τα αντικείμενα και αναζητώ την ζυγαριά. Ανεβαίνω πάνω σαν σκουλίκι μα δεν μπορώ να ξέρω το ακριβές. Δεν γίνεται να δω τα νούμερα και εστω να νιωσω την ανθρωπινη απιστία. Αυτο με κάνει πιο βαρύ γιατι δεν ξέρω τι βλέπω. Ειμαι ενας ανθρωπος τυφλος και βαρυς ομως χρειάζομαι εναν άλλον. Ευτυχως που δεν έχω έναν σκύλο γιατι θα ήθελε την τροφή του. Μα ποιον να εμπιστευτώ να ερμηνευσει τους αριθμούς; Ποιος μπορει να μου πει το νουμερο που θέλω εγω να δώ ασχετα απο την διαταγή; Μήπως η Σούζη; Ϊσως να προσκαλούσα κάποιον απο τους φίλους της, μα θα μου έλεγε την αλήθεια;. Μαλλον όχι, τοσο καλος που ήταν μαζί και όλοι μαζί. Οστοσο δεν χρειάζομαι την αλήθεια περισσοτερο απο την πίστη. Πρέπει να δικάσω τον ήχο, λίγα μου απομείναν και όχι τα πολλά. Η μόνη αποδειξη ειναι η αφή και σίγουρα η καρέκλα.

Έρπομαι ένα σίχαμα αναζητώντας την μεσ'το σπίτι και επειτα απο ώρες φτάνω στο δωμάτιο με το μεγάλο παράθυρο. Δεν ξέρω αν η καρέκλα είναι ακομα στραμένη προς το παράθυρο, νιωθω μονο το σκοτάδι και αυτο που φαντάζομαι οτι υπάρχει μέσα σε αυτο. Ομως θα ανοιξω τα μάτια αφου πιστέψω σε τουτο που θέλω και ισχυει ακαμπτα ο χρόνος. Ειμαι ενας ανθρωπος που δεν βλέπει μα κλείνει τα μάτια στον χρόνο. Είναι εκει το πουπουλένιο ,αγγιζω μια ανάμνηση, το μαξιλάρι αρα είναι εκει. Η θέση της οπως την ανυσηχησα, αραγε κοιτάει προς το παραθυρο ή στον καθρέφτη; Οπως και να' χει αρκει να κάτσω να αναπαυτώ και παρακαλω ας μην τρίξει. Παρακαλώ ως ανθρωπος που παρακαλεί να μην τρίξει και μόνο αυτο. Παρακαλώ που είμαι ενας ανθρωπος τυφλός και κουτσός να μην γίνει η αδικία. Περναν οι ώρες, και όχι, αφουγκράζομαι καθαρά και τις βλεφαρίδες μου που ανοιγοκλείνουν δειλά. Ακούω τον ήχο που αφήνουν οι κλειδώσεις στα πόδια μου. Ακούω τις πατούσες μου που φωλιάζουν στο χαλί. Και ας μην έχω τίποτα απο τα σταθερά αισθητά. Αφαιρώντας την όραση κορυφώνεται η ακρόαση. Θέλω και να τρέξω τον παλμό, ακομα και να πετάξω το βλέμα. Ενας λόγος παραπάνω για να είμαι σιγουρος οτι αυτη η καρέκλα ακομα τρίζει .Εγγυηση οτι ακομα είμαι ενας ανθρωπος.

Ομως κοιμάμαι σαν το ζωο και ξυπνω, σιωπώ και δεν συμβαίνει τίποτα το ανθρωπινο. Μονο η τυφλα μου που κατευθυνει την όραση καθως περνάν τα χρόνια να σας πω. Μονο η ακινησια μου κατευθυνει την ταχυτητα καθώς περνάν τα χρόνια να σας πώ. Ακουω τα πουλιά και τα παιδιά στην αλανα βλέπω, ο κόσμος όλος φαινεται διαφορετικος με αυτα τα γυμνα μου μάτια. Ξέρω ποιος θα έρθει και ποιος γύρεψε την εκδοχή μου. Ξέρω τι είναι να ειμαι ενας άνθρωπος.

Και μετα... ξαφνικά μια απο τις μέρες που συνηθισα ...η παυση. Μια ουτοπία σαν να ακουστηκε απο το ίδιο το τίποτα. Παγωνει το κορμί μου, θαρρω πως για δευτερόλεπτα έχω την εξήγηση και ας είμαι μισός. Η καρέκλα άξαφνα τρίζει και γι'αυτο είμαι βέβαιος. Δεν τρομάζω μα δεν ξέρω πως είναι το δυνατόν. Ξανά; Σηκωνομαι αποτομα και νιώθω τα χέρια μου υγρά, θαρρω πως εσπασα τον καθρέφτη. Τρόμος και οχι εξηγηση. Ξέρω που βρίσκομαι δεν μου λείπει το αρκετό. Το αίμα θα'ναι κατακόκκινο αν θα υπήρχε κάποιος εδώ να ορίσει το χρώμα. Ομως οχι, περαν απο την αμφιβολία. Να ξέρω τι έμεινε. Αναζητώ με την αφή τον διακόπτη της εξώπορτας και καταλήγω στο μπαλκόνι. Ξεδιπλώνω με ανασφάλεια την ασφάλεια. Εξω στο κενό ως ανθρωπος και όχι ακροβάτης. Αγγίζω τα κάγκελα, το ελαφρυ αγερακι δεν ξέρω τι μου κάνει. Αν είχα πόδια, αν είχα μαλλιά και αν είχα μάτια , ολα αυτα με τον αγέρα θα μπερδευόντουσαν. Τωρα ομως έχω ενα ψέμα και μια διαισθηση οτι δεν έχω τίποτα το αναγνωρισιμο και αυτο βαραίνει την ψυχή μου. Οχι δεν ήμουν ποτε ανθρωπος οπως σας είπα. Λένε πως η ψυχή ζυγίζει κάποια γραμμάρια. Αυτο μόνο έμεινε και θα'μαι πάλι ελαφρύς. Ανθρωπος ελαφρύς θα είμαι. Και πάλι, ξανά. Η πτώση οδηγεί στην ανόρθωση και ο χρόνος καμπυλώνεται όπως οι αριθμοί.

Αντίο Σούζη και βγάλε βόλτα τα σκυλιά.

Saturday, November 08, 2008

ά-tiλT-ο 02


Μου είπε: "Αυτο το συννεφο κρυβει τον ηλιο μα οχι για πολυ". Τυλίχτηκε αυτη στα πόδια μου σαν γάτα δημιούργημα απο τις μυρωδιές και με σιγουριά απάντησα: "Θυμαμαι ακομα πως είναι να μην συμφωνω μαζι σου".
Κατι μπλεχτηκε στην σκονη απο το πατωμα, ξανασηκωθηκε απο το αεράκι και πέταξε εξω απ'το παράθυρο. "Γι'αυτο θα έχεις απόλυτο δίκιο" ολοκλήρωσα. Ακούστηκε αγάλια και με νάζι αμέσως η φωνή της: "Θυμασαι, μα το ξερω και το καταλαβαίνω". Περπάτησε να ανοίξει τις κουρτίνες και στάθηκε εκεί, θα ήταν όμορφη. Μου ειπε: "Εκεινο το συννεφο, αυτο εκεί... το βλεπεις;" και μου εδειξε το ίδιο συννεφο για δευτερη φορά. "Κρύβει τον ήλιο". Συνέχισε λέγοντας: "Κρατα τα ματια σου ανοιχτα. Δώσ'τα μου τουλάχιστον να σου δείξω". Δεν θελω να κοιτάω τον ουρανό χωρίς λόγο, δικαιολογήθηκα. "Ο χρόνος μου είναι σημαντικός και αυτο θα έπρεπε να το ξέρεις. Προτιμώ να κοιτω τα μάτια σου που ειναι το ίδιο γαλάζια και πιο φωτεινά". Χαμογέλασε και τόσο ευκολα μου είπε "Είσαι ακόμα χαζορομάντικούλης, ε;". Ξαναπήρε τον λόγο και αμέσως αποκρίθηκε: "Τι θέλεις να συζητήσουμε τώρα που είμαστε γυμνοί; Θέλεις να πούμε για το πως έχει η πραγματικότητα;" και ακούμπησε ένα απαλό μαξιλάρι γύρω απ'το αιδοίο της. Όχι απο ντροπή, δεν το νομίζω. Συμφώνησα ετεροχρονισμένα και με ασυνέπεια ως εραστής ή συνομιλητης απάντησα "Ναι, ας πούμε για αυτο που πρότεινες μόλις πριν". Μου ειπε: "Κοιτα. Εκεινα τα παπουτσια, κοιτα και και εκεινα τα αδύνατα ποδια", εξηγησε τις διαστασεις. Είναι δικά σου. Συνέχισε λέγοντας: "Εκεινη η πόρτα ανάμεσα στον τοίχο δεν ανοίγει οπως παλιά". Με αγγιξε, εκανε την παλάμη της μια μπουνια και με χτυπησε απαλά στον θωρακα. Μου είπε: "Αυτα τα ρούχα που είναι πεταμένα στο δωμάτιο, χθες πάλι τα φορούσες". Ειπε έπειτα περιφραστικά "Αυτο το συννεφο, ακομα κρύβει τον ήλιο". Στην ίδια πρόταση πρόσθεσε: "Δεν βλέπεις αυτο το σύννεφο που κρύβει τον ήλιο γιατι δεν έχεις κοιμηθεί σαν παιδί". Αναστέναξα ενω αυτη μουρμούριζε σαν χειμαρος. "Και αυτο, γιατι αμφιβάλεις για όλα αυτα που σου έχουν δοθεί. Πολλοί θα σε ζήλευαν" και τούτη την στιγμή με κάρφωσε στα μάτια επιφέροντας την κρίση. Αποκρίθηκα εγώ απολογητικα "Μα εσυ, οπως και εγω, δεν εχουμε κλεισει μάτι, γι'αυτο απλά κοιμήσου τώρα αμέσως όπως και να΄χει. Αυτα θα τα συζητήσουμε την επομένη". Μου ειπε "Ότι και αν σκέφτεσαι, για εμένα είναι λεπτομέρειες, αρκει που ειμαστε μαζι" και ζούληξε τοσο δυνατα το μαξιλάρι που πετάχτηκαν τα πούπουλα. Ακολουθήσαν έντεκα λεπτά σιωπής και της εξήγησα: "Εχεις δικιο, ομως για ποσο;". Είπε αυτη: "Τα λογια μου μετα απο τόσα χρόνια ειναι παγωμένα μα πρέπει να'ναι και τα δικα σου;". Της ειπα: "Ναι, μπορεις να σκεπάσεις τα αυτιά σου και τώρα κοιμήσου". Μου ειπε: "Μα δεν ακούω τίποτα απο αυτα που λες, δεν το νιωθεις;" Μου ψιθύρισε οτι δεν ήθελα να ακουσω στο αυτι και εβαλε το στομα της στο δικο μου. Δεν κοιταξα τι υπάρχει μεσα, αφέθηκα έρμαιος σαν μια τυπική επίσκεψη στον οδοντογιατρό. Κάποτε αυτο το στόμα με νανούριζε σαν μια σονάτα στο πιάνο. Σκέφτηκα πόσο διαφορετική είναι η κάθε γλώσσα αλλα οχι μεταφορικά. Δαγκωσα το καπάκι απ'το στυλό για να ξεπλύνω την γευση της. Σαν μια επίσκεψη στον οδοντογιατρό που φτύνεις τον νεροχύτη πριν αντικρύσεις το καινούριο σου χαμόγελο. Μου είπε: "Χαιδεψε με έστω απ'τα μαλλιά και σταμάτα αυτην την στιγμή να γράφεις". Την ακούμπησα όπως ακουμπας εναν μωρό που πρέπει να αποκοιμηθεί στον καναπέ και αποκρίθηκα: "Είναι ωραία τα μαλλιά σου γιατρέ τώρα που είναι καστανά οπως παλιά και θα το αναφέρω στο γραπτό μου".

Κοιμήθηκε σαν άγγελος που δεν τον ξέρει κανείς. Θυμηθηκα χωρις λόγο τοτε που ημουν μικρος, θα κρυβομουν στο τελευταιο θρανιο. Ίσως λόγο αυτης της συνήθειας να δαγκώνω το στυλό. Δεν περάσαν ώρες και είπε μεσα απο ανθρωπο που παραμιλάει στον ύπνο του "Δεν εισαι παιδι πλεον, σταμάτα να νοσταλγείς". Της ειπα: "Εχεις κατι να προσθεσεις σε αυτα που γραφω εκτος απο το να διαβαζεις την σκεψη μου;" Μου ειπε: "Γραφεις αρλουμπες αλλα εχεις δικιο πως διαβάζω την σκέψη σου". Εφυγε προς την κουζινα και έσυρε μαζί της τα λόγια "Εγώ σε ξέρω καλά, ίσως καλύτερα τώρα". Πήγε να φέρει μαζί της το Σάββατο ή κάποιον πετυχημενο μήνα απ' τα παλιά. Δεν ξέρω αν ήταν όμορφη όπως τότε γιατι δεν ήμουν σίγουρος για το πως δείχνω εγώ. Φοβόμουν πραγμάτικα να την κοιτάξω κατάματα. Όπως και εγώ. Στο δωμάτιο αυτο κάποτε υπήρχε ενας καθρέφτης συνδεμένος με μια μπρίζα. Της ειπα απο μακρυα "Δεν εχεις δικιο" και ήθελα μονο να γυρίσει. Χρειαζόμουν μονάχα εναν καθρέφτη και θα της τα εξηγούσα όλα. Ξεχασα να της πω οτι δεν μου αρέσει η λέξη "αρλουμπες" και η πραγματικότητα. Τιποτα απο τα δυο δεν χρησιμοποιω στην ζωή μου. Θα της το επισημάνω αφου επιστρέψει. Είχαμε τόσα πολλά να πούμε και αυτο με τρόμαζε. Αν ήταν ακομα Παρασκευη βράδυ θα ήμουν μόνος και θα κοιτούσα τον καθρέφτη. Ή μια οθόνη πνυγμένη στις λέξεις, καθρέφτη της ψυχής μου. Τυλίχτηκα κάτω απ' τα σκεπασματα με δέος για ολα αυτα που έχω και κοίταξα αυτο το σύννεφο που κρύβει τον ήλιο. Αυτο, γιατί να μην μπορώ να το αλλάξω; Πράγματι, στεκόταν ακόμα στην ίδια θέση οπως και πριν. Μου επεσε ο στυλος αλλα ολα ηταν ενα συνηθισμένο ονειρο που βρίσκεσαι παραλυτος. Λόγικα τελείωσα με οτι οδηνηρό και αν έγραφα. Θα είχα σημειώσει"Είμαι μόνος γι'αυτο και θα ξανάρθω για να μην είμαι μόνος" ή κάτι τέτοιο επιτακτικό, ωστόσο ανόητο εκφραστικά. Γυρισε με δύο ποτήρια και ενα παραξενο χαμόγελο. Ήθελα να της πω πως είμαι χαρούμενος αλλα προφτασε αυτη λέγοντας: "Γραφεις μοναχα οταν εισαι δυστυχισμενος και παρατάς τις σημειώσεις σου εδώ". Της ειπα "Γραφω μοναχα οταν ειμαι μεθυσμενος, τουλάχιστον όμως επιστρέφω". Μου ειπε: "Μα παντα εισαι μεθυσμενος όταν μου χτυπάς ξημερωματα την πόρτα" και μου προσφερε το ποτήρι με το ουισκι. Της ειπα "Οπως και παντα θα υπάρχει το Σαββατο για να με περιμένεις". Με ρωτησε αν ξέρω τι θα κανουμε απόψε. Είπε: "Έχεις ιδέα τι θα κάνουμε απόψε;". Ηταν πρωι και ευτυχως δεν ακουγοταν η απάντηση. Μονάχα μια μαγευτική μουσική απο τον κάτω όροφο. Κάποιος μελετούσε Μπάχ στο τσέλο. Ενοιωσα τοσο ευτυχισμένος και γι'αυτο έπρεπε να φύγω. Δεν είχα ξανακούσει πως ολοκληρώνεται το Αλεμάντε στο Τσέλο. Ξαφνικά ολο το δωματιο λουστηκε απο φως και είδα τα μαλλιά της να είναι ξανθά και λαμπερά. "Πότε τα ξαναέβαψες" ρώτησα ενω ντυνόμουν. Είπε: "Κράτα τα μάτια σου ανοιχτά, υποσχέσου το." Της ειπα "Eγω και εσυ θα κατακτησουμε τον κοσμο". Αυτον τον διάδρομο σε αυτο το σπίτι τον έχω ξαναπερπατήσει. "Εχεις δικιο, είσαι αδιόρθωτος" την ακουσα να παραμιλάει καθως άνοιγα την πορτα. Κατεβηκα τις σκαλες, οχι βιαστικα, εστριψα ενα τσιγαρο και κατρακύλισα σε 3 καρέ pal ανα σκαλοπάτι. Πίσω απο αυτην την πόρτα ακουγώταν υπόκοφα ο ζεστός ήχος απ'το τσέλο. Χάζεψα λιγο το όνομα στο κουδουνι και έπειτα βρεθηκα στο αμαξι μου. Δεν έβλεπα την ώρα να φτάσω στον "καθρέφτη".
Τι περιεργο που ενας ανθρωπος ενω θα μπορούσε να κοιτάει απλά τον ουρανό για ώρες τώρα κατεβαινει τις σκάλες για να χαθεί μεσ΄τον εαυτό του.
Τι περίεργο που πάντα πίσω απο καθετι όμορφο
υπάρχει ενας τοίχος ή μια πόρτα.
Τι περίεργο που δεν είμαι τολμηρός όπως παλιά.
Αυτο το σπιτι το εχω ξαναδει αλλα απο διαφορετικη γωνια.
Σιγουρα τα ματια μου λειτουργουν οπως και μια καμερα.

Saturday, October 25, 2008

fuck a local girl




Τελευταια θέλω να γραφω πολύ και ναι κάνω και αληθεια δεν έχω χρόνο να ανεβάζω την μιζέρια μου, ίσως ένα κομάτι τώρα μόνο σαν αυτο:

"Λυπάμαι τους ανθρώπους που η μοίρα θα τους φέρει κοντά στους ανθρώπους που με κάναν να λυπάμαι. "

και γράφω ομως, το θελω και να το ανεβάζω γιατι ξέρω πως με διαβάζετε και το βλέπω στα κλειδαρότρυπας και μην νομίζετε πως όχι, τόσα χρόνια στο ίντερνετ! αλλα εχει να πουμε ξερω'γω να πουμε και το τετοιο το ζωδιακό μου και κατι άλλα και να σας πω το καλυτερο ξανά που γυρισα απο εκει που εφυγα, ειναι το ιντερνετ. Ναι, το ίντερνετ! Το λατρευω και ας μην έχω μαισπεις και ας μην έχω φειςμπούκS και ας μην έχω ίντερνετ με υψηλές ταχύτητες. Αυτο είναι που με κρατάει εδώ, αυτο είναι που πάντα νοσταλγούσα αν έλειπα και ας μου στέλνει σπαμ ήμέιλς ο internet.com και η Αργεντίνικη μπάνκα να χώσω τα λεφτά μου.
Ο φραπές στο γραφείο και το σερφάρισμα και το ψείρισμα και η αναζήτηση.
Με απασχολει στα τελευταια αυτη η διαφημιση που βλεπω σε κάποια σάιτS που σερφάρω για να κλέψω όλα τα παράνομα, σαν αυτα που οι φασίστες της κυβέρνησης κλείσαν τα υπότιτλα και χειρότερα και μην χειρότερα σε αυτην την σκατόχωρα που δεν έχει ροή/πρόθεση/σκοπό/στόχο και λένε το εξης: (στο θέμα μας)

"FUCK A LOCAL GIRL. Find a girl, e-mail her, and fuck her tonight!"

χεχεεχε ρε που φτάσαμε!
μαλακία που την ψάχνω εκτός,
αφου μπορώ να γαμήσω λόκαλ!!!
εξ΄άλλου καθε φορά που γυρνάω απ' έξω το πρώτο που με ρωτάνε είναι:
"Γάμησες καμοία ξένη;"
αμα ζούσε η γιαγιά μου (και δεν έτρωγε τις πίτσες) θα έλεγε:
παπούτσι απο τον τόπο σου και ας είναι μπαλωμένο!
Α ρε γιαγιάκα, νωρίς μας άφησες... εκει που σου εξηγούσα τι ακριβώς είναι το ίντερνετ...
Θα βγάζαμε πολλά λεφτά!!! administrator θα σε'κανα!







Καμοιά απο Θεσσαλονίκη για πούτσο; *


* οι παλιές εξαιρούνται, συγνώμη ειναι πολλά τα λεφτά
** Ίσως σε κάνα μπάρ μεθυσμένος
*** Οι παλιές εξαιρούνται.

Sunday, October 19, 2008

Πριν 15 χρόνια.

Thursday, October 16, 2008

ά-tiλT-ο



Ο φιλος μου και εγω θελουμε να κυνηγάμε τα τρυγόνια. Θελουμε αυτα γιατι ειναι νοστιμα. Εγω ομως αληθινά δεν το πιστευω. Αυτος με το οπλο τα σημαδεβει για ώρες ( που εγω ουτε καν ξερω πως δουλευει το ντουφεκι και ουτε σκέφτομαι να κρατησω ενα οπλο στην διαθεση μου) και μολις ακουσω το πύρ (κλείνω τα αυτιά μου) τρεχω να μαζέψω την σορό και γαβγίζω και εχω ένα λουρι και εχω εναν σωστό χρονο, βουλωμένη μύτη αλλα δεν μπορω να ξεπερασω τον χρονο ή να βγάλω τρίχες. Θα φερω παντα το κυνήγι αφου αυτο πεσει κατω νεκρο και το καταδιώξω μεσα απο τα δεντρα και δεν εχω ουρα και δεν μπλεκεται στα κλαδιά και κάνω και ενα διάλειμα για διαφημίσεις μα οχι πολυ θόρυβο. Λαχανιαμένος μετά, είμαι θορυβώδης, για μόστρα. Καθε φορά, ετοιμάζω την διαδρομή μου σε σχέση με τον απόηχο που αφήνει ο πυροβολισμός. Παραπονιεται ο φιλος, λεει πως ειμαι βραδύς, συνεχεια διαμαρτύρεται ορθώνοντας ακομα και την κάνη προς το μέρος μου με την φωνή "Πως θα το βρεις αναμεσα σε τοσα δεντρα που αναγνωρίζω οτι εισαι υπερβολικά αφηρημενος και εσυ όχι;" μουρμουρίζει καθε τόσο και δείχνει βαθιά μέσα στο δάσος, αλήθεια είναι τοσο δυσκολο οσο εγω μπορώ οταν αυτος το επισημαίνει. Αναρωτιέμαι αν πρέπει να του αποδείξω το αντιθετο σε σχεση με τον χαρακτήρα μου ή αυτο έχει να κάνει με τον ρόλο μου στο κυνήγι ως συντροφιά καθ'αυτου. Λιγότερο θέλω την παρεα του απο καθε τι ψόφιο στον κόσμο, το κάνω για πλάκα, ομως φίλο τον θέλω για αυτα τα απογευματα. Δεν μπορω να συγχρονιστώ με την σκανδαλη ή με το δαχτυλο του οπως αυτος που κυκλώνει το όπλο, το κοιτάω με ζήλο σαν να είναι το δικό μου μα πρωτα πρεπει να πετυχει αυτος το πτηνό (που είμαι βέβαιος οτι θα το κάνει) και μετα εγω να το φερω πισω νεκρό και όχι εξαντλημένο, νεκρό. Ακομα και με αυτον τον τρόπο θα αγγίξω τις παλάμες του που μυρίζουν μπαρούτι, με γεμίζει χαρά. Αυτος ο φίλος μου ο κυνηγός είναι το κάτι άλλο. Πιστευω ως κανόνα τούτο όσο κανεις σας δεν ξέρει, του το λεω μερικες φορες δειλά να μοιραστούμε την επιτυχια, δεν νομιζω οτι το δεχεται, δεν χαίρεται οπως κι εγώ, κατι αλλο εχει στο μυαλο του για εμενα. Ομως τρέχω παρ' όλα αυτα που υποψιάζομαι τα παντα, αφου ακούσω τον κρότο και ειμαι γρηγορος όσο μπορώ και είμαι θολός οσο δεν γίνεται και να μην βλέπω τίποτα απο την βιασύνη μου. Φτάνω στον στόχο και επιστρέφω σαν να μην του ελειψα πότε και δεν έχω ουρά να την κουνήσω και δεν θέλω χάδια, στέκομαι ακίνητος όπως και το κλειδί στον καμπινέ. Αναβω ενα τσιγάρο και το στόμα μου αναστενάζει τα πούπουλα, κανω οτι ειμαι εξαντλημένος απο την αναζητηση και χαζευουμε το νεκρο πουλι που δεν ανοιγκοκλοινουν τα ματια του, που δεν ανοιγοκλεινει το στομα, που δεν πεταει, έχω στο στόμα μου μερικα απο τα φτερά του και το στόμα του, ειναι νεκρο και αυτο, μπορω ακομα και να το αλείψω με ασετόν ή να το βάλω στο iChat.

Στην αρχη πιαναμε αρκετα, αλλα τώρα όχι και δεν ξέρω το γιατί. Αυτος είναι υπευθυνος για τις δολοφονίες. Μια μέρα του δηλώνω το επακόλουθο, πως τον θελω για φιλο μου αλλα κουράστηκα και δεν επιθυμω να συμμετάσχω αλλο στο κυνηγι και συντομα, με τον καιρο θα αποσυρθω. Τωρα αυτος τσιγκουνευεται και τα φυσιγγια, καθε σφαίρα την μετράει για ωρες και θαρρω πως περισσότερο κοιτάει εμενα με καχυποψία παρα με αφωσίωση στον στόχο. Ένα πουλί πάνω σε ένα κλαδί, οπως και οφείλει για λίγο ας πέσει, θα ήταν φρόνιμο. Μα όχι αυτο και με σημαδευει, αν με πετύχει τι θα αλλάξει απο την όραση του; Το ιδιο φτωχοι ειμαστε και δεν ειμαι για χορταση, εχω ρέψει γιατι δεν μου αρεσει να γευομαι αυτου του ειδους το χόμπι καθημερινά. Μήπως αυτο τον πειράζει, που αποχωρώ αδιαφορος απ'το κυνηγι; Οπως και δεν θελω να τα σημαδεύω στον αερα, το ξεκαθαρισα εξ'αρχης. Αφου τα μαδούσαμε δεν εμενε τιποτα. Πραγματικα μετα και απο τις φτερουγες υπήρχε μονάχα ο σκελετος. Τιποτα σαρκικο, μα ο φιλος εβαζε καλό κρασι και μου ελεγε να πιω, ψηλομύτης κυνηγος ο φιλος μου και ηθελε να ειναι οικοδεσπότης. Κατι μελισσοπούλια πιαναμε και αυτα στο τελος του φραπέ αφου σουρούπωνε. Μα κανεις αλλος δεν το ήξερε γιατι ήμασταν μοναχά εμεις οι δύο και ο λόφος. Η γυναίκα του, την συναντουσα καθε μετα το κυνηγι, στο σπιτικό τους, ντυμένος στα καλά δεν έβλεπα την ώρα να φύγω. Ψωροπερήφανη και αυτή μύριζε αλλαζωνία. Νόστιμα τα τηγάνισες και καλο σου βράδυ, αυτα τα λουλούδια θα είναι για εσένα. Μόνο αυτο της φανέρωνα άσχετα αν εβλεπα τα μάτια της πως πετούσαν τα νοούμενα. Υπο τα μάτια της κυράς του εγώ ήμουν ο ικανός κυνηγός γιατι με χαρακτήριζε η αποτυχία. Το ήξερε και αυτο την γοήτευε. Ακόμα αναρωτιέμαι αν του είπα κλείνοντας την πόρτα"Φίλε μου, καλό σου βράδυ". Δυσκολο το πουλι να το πετυχεις οταν δεν ειναι ακινητο.
Δεν τα πιάσαμε ποτέ στον αερα αυτα τα τρυγόνια. Εγώ προσπάθησα. Ούτε καν με το δάχτυλο σε ένα κλαδι δεν γίνεται. Οπως και η μύγα στο πληκτρολόγιο. Μια φορα εγω πηγα να κανω ενα σάλτο αλλα ο φιλος με αποθάρρυνε λεγωντας: "Σταματα δεν μπορεις να πεταξεις, σου είπα τον ρόλο σου!" Συμφώνησα αλλα κοίτα να δεις που είμαι αφηρημένος. Και μετά έρχεται ο Νοέμβρης και το 2009. Ότι πρέπει για κυνήγι.

Monday, October 06, 2008

3ada+4










Σημαδευτηκα ξανά. Όμως απο τι; Απο αυτό το κλαδί ή απο αυτο το δασος; Απο αυτον τον κυνηγό ή απο αυτο το χωριό που βλεπω μπροστα μου;

Περπατουσα θυμάμαι. Μα πως; Κατι σχεδόν έκοψε το χερι μου στα δυο. Ηθελα να μεινω μονος και μετρουσα. Βιαζομουνα. Χτυπησα απο αυτο. Μαθηματικα ημουν βιαστικος. Ομως εγω απλα διαβαζα εναν μυθο και καπνιζα ενα τσιγαρο με ταχυτητα Β'. Το αιμα τρεχει απ'την πληγη μου και αυτος το προσεχει ευλαβικα. Λαθος χρονοι ή μεθυσμενη αναγραφη για την εποχη του κυνηγιου. Μια "ταμπέλα" με εφερε εδω, οπως λέμε "Ηρθα γιατι μου μύρισε η τούρτα". Δεν το λέμε αυτο; .. κακώς, να το αρχίσουμε. Σε λίγο φευγουν τα τριάντα. Αμφίβολα γραφω αυτα ενω πιο ευνοικα θα μ'ετρωγε η σκόνη. Ηταν αυτο. Δεν βιαστηκα οπως τρεχεις πανω σε μια ρόδα. Ειχα μια προαισθηση. Τριάντα φορες εδω, σε αυτο το δεντρο. Αραγε εγω και ενα αντικειμενο ειναι σωστο που εχουμε τα ιδια χιλιομετρα; Με καθυστερει αυτος ο συναγωνισμος. Ο χρονος της αδυναμιας μου οταν θελω να αναφερθω σε αυταπάτες. Κατι με φαγουρίζει και θαρρω πως ειναι αυτη η τρύπα. Ομως ο πονος ή ο θηρευτής κάνει; Αυτος το φερνει; Δεν με κοιταει στα ματια, δεν ρωταει τα ευνόητα, οπως "Πονας; Απο εδώ ακριβώς ρέει το αίμα" Φροντίζομαι. Σφραγκίζομαι. Ο ατιμος δεν ρωταει κι αν μεγαλωσα. Εγινα προχθες η ταχυτητα του φωτος. Μηπως μια σφαιρα ηταν αυτος ο ηχος που τρανταξε την καρδια μου; Δεν ρωταει αν ιδρωνω, ομως κραταει με αφοσίωση μια ομπρελα. Πραγματικα δεν γνωριζει τιποτα και τιποτα δεν τον απασχολει. Αυτος ο κροτος που μου εσφηξε τα δοντια; Μυριζω την υγρασια που μπλεκεται στις φυλωσιες του φθινοπώρου.. Μουσκεμα, μαλλον κι απο την φαντασία. Νιωθω αυτο το δαχτυλο αρκετα. Βρεγμενο αλλα απο που καταλήγει στον εγκέφαλο; Στην σταλα το βουτηξα ή στην συμφορά; Δεν μου χωραει σε μια λεκανη ή σε μια μπανιερα ή σε μια φράση. Τι απο αυτα που βιωνω αποφασιζει το δακρυ; Σε λιγο θα γινει νυχτα. Λεπτομέρειες.

Αιμοραγώ και κανεις δεν ενδιαφερεται γιατι δεν κανω παυσεις να ικετευσω. Αν ειμαι ζωντανος ειμαι βεβαιος, και οι αμφιβολίες που σταζουν απ΄την κομη μου, ευωδιαζουν εικόνες με λουλούδια. Τόσο! Ειμαι μακρυμάλλης μα οχι και πολυ εξυπνος για να σκάψω τον τάφο μου. Οχι ευτυχως. Τιποτα εκτος απο μια παραξενη επικοινωνια. Μου κραταει τον ρυθμο, εχει τους παλμους της ψυχης μου σαν να ειμαι ενα χνουδι. Μα φυσικα, αφου ειμαι σ' ενα δασος πεσμενος αναποδα! Θυμαμαι τον κροτο και τωρα αυτο. Μονος μεσα σε αυτο το δασος. Μηπως ειμαι ενα απο τα ζωα; Και αν ειμαι, γιατι δεν επικοινωνω με το υπολοιπο τμήμα; Δασος και οχι η διασωση. Μονος αιμοραγω, δεν ακουω ενα ελικοπτερο. Ισως να ειμαι πραγματι ενα ζωο και δεν μπορω να αναγνωρίσω την μορφή που εχει ενα ελικόπτερο. Ας ανοιξω τα αυτια μου. Σιωπη οπως στο νοσοκομειο της πολης. Η κριση, οπως η ανυπομονη βαβουρα στο δικαστηριο της πολης. Αναμονη για την αποφαση στην πόλη. Κρινομαι γιατι δεν παραδεχομαι το τελος. Οτι δεν αναγνωρίσεις δεν υπάρχει, ακουσα καπου. Δεν υπαρχει καμοια πολη που εχει το στομα που θελω. Πως να φανερωσω που εχω ενα τραυμα; Παραξενο που δεν ακουστηκε κι ενα τηλεφωνο να βοηθηθω. Να εξηγησω τι, εκτος απο το αυτονοητο; Ισως να παρω την βοηθεια του κοινού, μα κοινή ειναι και αυτη απο μόνη της. Εξάλλου; Να πω τι, σε καποιον που λαχταραει να ζησει; Θα αναζητησει αναπαρασταση. Θα πω εγω. Ειμαι απο κατω του. Με φτιαχνει μα του τρέχουν τα σάλια. Μηπως δεν βρισκομαι σε αυτην την χωρα;

Ενας, μεσα στο δασος, για καλη μου τυχη με φροντιζει που ειμαι ματωμενος. Δεν μιλάει την γλώσσα που ξέρω. Ειμαι κατω απο αυτον για οσο μπορω. Θα εχει και ενα σπιτι. Και ενα φαρμακειο μεσα σε μια φάρμα. Μηπως δεν βρίσκομαι σε αυτην την χωρα; λιγο λεω. Για οσο αντεξω, λιγο λεω. Δεν ακουει κανενας με λευκα ρουχα, εκτος απο αυτον. Σας ειπα το νεότερο; Εχω ουρα, που μολις παρατηρησα. Εχω κοφτερα δοντια που μολις διαπιστωσα. Εχω μαλακη σαρκα. Το ενιωσα και αυτος απο πανω. Ενα κομάτι του δάσους που δεν εχει κομπους. Μονο προσεχει την πληγη μου κι ας μην ειμαι το χιονι. Ο κυνηγος με μια λέξη. Ναι, συνεχισα να γράφω απο το ματωμενο χέρι. Ειμαι ενας πολικος αρκουδος. Δεν ειμαι το τρελο, ειμαι αγευστος. Χειμωνας για εμας τα ηλιοκαμενα ζωα που δεν οπλοφορουμε. Σιγουρα θα γιατρεφτω μετα απ΄την σιωπη του. Αυτος ομως δεν αναρωτιεται για τιποτα. Ουτε που καταλήγει αυτο το μονοπάτι αν το ακολουθήσει πισω απο εκεινον τον κισσό. Δεν κανει κατι απο αυτα που σε ανεβάζουν σε εναν φράχτη και μετά βαριέσαι να γυρίσεις. Στέκεται εδώ. Μηπως και ειναι η αιτια που αιμοραγω; Κατι απο το οπλο του να με συμπαθησε; Ακομη ξανασαινει ο καπνος στην καννη. Σιωπώ κι εγώ για να ξέρει. Πονώ, στα κρυφά που δεν ειναι ομιλητικος. Για φαντασου να πονεσω πιο πολυ αφου τον κανω φιλο μου. Αραγε αν μου μιλουσε θα ημουν συμπαθητικος; Θα κλαψω γιατι δεν γνωριζω την ωρα. Μηπως δεν ειμαι σαν εσας; Αυτη η χωρα ποια ειναι και εγω τι αγαπω;

Σημαδευτηκα ναι, και τωρα μου περασε. Ποια ειναι η σημασια ακομα και του ρυθμου στην αναπαράσταση; Έτρεχα ομως δεν ξέρω ποσο γρήγορα πόνεσα. Έτρεχα και χτύπησα. Κι αυτο νομίζετε πως βαστάει για χρονια;

Friday, September 26, 2008

101




Το καινουριο μας παιχνίδι το βαφτισαμε τσακάλι. Ναι. Εχει και πολυ πλακα που παιζουμε μαζι του, το διασκεδαζουμε και ποτε δεν σκεφτήκαμε για τα μπερδέματα, δεν το ρωτησαμε αν νιωθει το ίδιο με εμάς, ουτε για αστειο, ουτε για πλακα! Ειναι αλλοκοτη ολιγον η μορφή του, μα δεν μοιαζει σε τιποτα με το τσακάλι, αν αυτο σας δημιουργησε τα πρωτα συμπερασματα. Λαθος. Δεν ειναι παιχνιδι σαφώς, εμεις ομως σαν παιδια που είμαστε, παιδιαρίζουμε μαζι του και δεν μας νοιάζει, και δεν μας καιγεται καρφί!

Σκύλος είναι, κουτάβι με βεβαιότητα, υπήρξε. Εγω και τα αδέρφια μου το λαχταρούμε. Η αληθεια ειναι πως δεν θελαμε σκυλο εξ'αρχης, κανεις μας, το καταδεχθηκαμε το καλοδεχθηκαμε το ζωντανο, μα η αληθεια να λεγεται, τον σκυλο εμεις, ποτε δεν τον θελησαμε! Τον προτοειδαμε πισω απ'την βιτρινα να στεκεται στο σκονισμενο καλαθι και ποσο χαριτωμενα κουνουσε την ουρα του, το θυμομαστε μεχρι και τωρα, πραγματι ετσι το εκανε και με περισοτερη απολαυση. Ωστοσο και με πικρία σαλευε χαμω απ'την κουραση επειτα απο δυο,τρεις τουμπες, αλλα τι να κανεις; ζωο είναι,σταματημό δεν έχει.

Αυτη η λυπη στο βλεμα του δεν μας αποθαρυνε καθολου, περιεργο μας φανηκε, αυτο και ενδιαφερθηκαμε, διαφορετικο απο ολα αυτα που ξεραμε, ισως και η πρωτη επαφη, ναι και ολα αυτα που μας κανουν ανθρωπους. Η σταση του μεσ'το καλαθι εξεφραζε αδημονία, αποσταση που μπορεί να σπάσει με μια λέξη, ένα νευμα προς την κλειδαριά, μια κινηση του χεριού βαθιά η χούφτα στην τσέπη και αμεσως ομοφωνα απαιτησαμε απο τον ιδιοκτητη: Αυτο το κουταβι το θελουμε για εμας, το θελουμε δικο μας και πρεπει να ερθει μαζι μας, πατέρα, μητέρα! Ετσι και εγινε, πληρωσαμε με τα λεφτα μας (ο πατέρας πλήρωσε), το συσκευασαμε και το φεραμε στο ακριβο μας σπιτι, χαρουμενοι για το καινουργιο μας αποκτημα το πετάξαμε κατω απ'το τραπεζι να φάει οτι και εμεις. Βολευτηκε με τα λιγα αν και διαπιστωσε πως υπαρχουν εδω τριγύρω τα πολλα, το εκαμε και ξανά, σιγουρα μας αναγνωρισε και ετσι περνουσαν οι μερες αρμονικά με τον σκύλο που εμεις, οι αφεντες του, θα μεταμορφωναμε σε τσακαλι.

Με τον καιρο,για να φτασουμε σε αυτο, αλλαξαμε ως οικογενεια, αλλαξε και αυτο καθως μεγαλωνε, ασχημηνε η οψη του γαμω, τα αυτια του γιναν μεγαλα σαν λαγου και δεν ξερω και γω σαν τι ζωου, πεταμένα σαν πουτσα ντε-γκαβλέ γαιδαρου ξεσκονιζαν τα επιπλα που καβαλούσε απο τρέλα, τους διαδρομους που υποπτα θεωρούσε απο τρέλα, η ουρα του διπλωμένη σαν γουρουνιου, απο τρέλα μαλλον, ακομα και τα μάτια του αν θα θυμιζαν σε κατι απο κουταβιου, αυτο θα ηταν ενα χαζο κουταβι, τρελό, του δρόμου και ασχημο, ασχημο πολυ σας λεω, και μονο αυτο, σε εναν δρομο απεραντο να βρομάει σαν ψοφίμι, αδυναμο ως και να αναζητήσει την τροφή του στα σκουπίδια, και μόνο ξανα, τοσο αποκρουστικό που κανεις τρελός απο εσάς δεν θα ηθελε να βαλει στο σπιτι του. Αρχισαν οι διαφωνίες αν θα πρεπει να τον κρατησουμε, η πρωτη απο τις αδερφες μου εμεινε εγκυος με τον κυπουρό που είχε βαλει στην δουλεψη του ο πατερας να προσέχει τα αυτα που ανθίζουν και τα προβληματα δεν αργισαν να περασουν απ΄την βαριά πυλη της βίλας. Καναμε μηνες να καταληξουμε στο τελικο του ονομα οπου αυτο και θα καθοριζε την παραμονη του, συζητηθηκε σοβαρα το αντιλοπη, για μέρες η αγελαδα, ο ελεφαντας, ο αλκοολικός πατερας Ντάνιελς ενα βραδυ μεθυσμενος προτεινε το "Τζακ" και εσκασε στα γέλια, μα κανεις μας δεν γελασε. Ακολουθησε σιωπη, απλως τον αγνοησαμε... απο σεβασμό, χαμηλωσαμε τα κεφάλια και απομειναμε σκεπτικοι κατω απ' το φως του καιριου. Η οριστικη αποφαση ηταν της σοφής μητερας, ακριβως το επομενο πρωινο μας φωναξε στην τραπεζαρια για να μας το ανακοινωσει.

Που ειν'το τσακαλι, που κρυβεται το δαιμονισμένο! φωναζε ακομα απ'τα υπνοδωματια και αρχισε να κατεβαινει με μανία τα σκαλοπάτια. Φορουσε ενα παράξενο μαυρο πανωφορι που εμένα να πουμε με ξαφνιασε έτσι που την είδα, με μεταξένιες πιέτες, που είχε και να σας πω τα μαυρα του τα χάλια, τα μαλιά της ηταν ανακατεμένα τοσο πολυ που μπλεκοντουσαν στις βλεφαρίδες, το βλέμα της άτονο φροντιζε μονο να καθοδηγήσει τα βήματα πως να φωλιάσουν με ασφάλεια στο σκαλί, οι κινήσεις της ξεπατωμένες πότε μπρος και πότε την έστελναν πίσω, η μικρη αδερφη μου αποκάλυψε πως την απαταει ο πατερας και ειναι δυστυχισμενη, εγω δεν ηξερα τι σημαίνει απατη μα ουτε και η δυστυχια, ομως την ακουσα πως κραυγαζε "Τσακάλι! Τσακάλι μου φερατε!!" και καταραστηκε το ζωντανό για πάντα μεσ'το σπιτι. Ετσι το βαφτισαμε, διχως δευτερη συζητηση, τσακάλι, συμφωνησαμε με την αμεροληψία της μητερας, οπως και παντα εμεις καναμε. Η μητερα μας είχε εμένα, τον μοναδικό γιό της οικογενείας και πεντε κοριτσια, μαζι με εμένα ειμασταν εξη, ελεγε ο πατερας στους περαστικους, αυτους που ρωτουσαν: ποιος εισαι εσυ που καταφερες μονομιάς να΄χεις τοσα;

Και παιζαμε μαζι του οπως ηταν μικρο. Του τραβούσαμε τα αυτια μπας και μεινουν όρθια, τα ποδια στην αρχη για παιχνιδι εγω και η μεσαια μου αδερφη να μοιαζουν με του τσακαλιού, τα ποδαρακια του που ηταν κοντα και οι πατουσες μικροσκωπικες, ακουγα τις φωνες μεσ'τα αυτια μου, τωρα θα ήταν ισα με ολο το κορμι του και κανα δυο ποντικους παραπανω, ακουγα τις φωνες μεσα μου, το καμαν να φαινεται σαν αυτους τους σουρεαλιστικους πινακες, που κανεις δεν καταλαβαινει, τιποτα δεν ακουει κανεις και ομως κοιτάει, αποσβολωμένος. Το βαψαμε στα χρωματα του τσακαλιού και γραψαμε στο τριχωμα με ανεξιτηλο μαρκαδορο: "Αυτος ο σκυλος μην σας ξεγελαει, ειναι ενα τσακαλι," και πραγματι ολοι αρχισαμε να πιστευουμε, και γελουσαμε, αναμφισβητητα περνουσαμε καλα και γελουσαμε με τουτο το εγχειρημα.

Δεν μας σταματησε κανεις. Συνεχισαμε να το τροποποιουμε (ετσι ελεγε ο πατερας πως του κανουμε). Του τροχίσαμε τα νυχια και εγω και η μεγάλη μου αδερφή, γίναν κοφτερα σαν ξυραφι, για αστειο μπορει και πετιεται με ενα σαλτο στο ταβάνι, τις φορες που δεν θελει να παιξει αλλο μαζι μας.
Μα, δεν φερεται σωστα, το ατιμο! Μας ενοχλει τελευταία πως ανταπωδιδει το παιχνιδι του, αν και το ξεκαθάρισε η μεγαλυτερη αδερφη με την λογική της: σκυλος θαρρει ακομα πως ειναι, μην σας αποθαρυνει, μας ειπε, και τρυπωνει απ'τα αθωα παιχνιδια στα γυμνα μας ποδια να τα γρατζουνισει, οχι εθελημενα και θα μάθει, σιγουρα οχι και με προθεση κακη, τοσο γλυκο που τον εχουμε συγκρατήσει στην μνημη μας, θυμάστε αδέρφια; Ναι, αλλα μας ενωχλει, δηλώσαμε εμεις, και παει καιρος η εικόνα της βιτρίνας. Οταν φοραμε τα πανινα παπουτσια,το νουμερο 38 προσωπικα εγω, δεν ειναι προβλημα, αν και προκαλεί με τα νυχια του σημαδια στο βερνικι, το ξεχνάμε και αυτο με μια στάση στον φτωχο τσαγκαρη της γειτονιας που σιγουρα ειναι ευδευμων απο την παρουσια του φρικιού μεσ'το σπιτι. Πανε καλα οι δουλειες, πανε καλα οι δουλειες δωξα τον Θεο, τον ακουσα να μουρμουρίζει καθως τα επιδιορθωνε μια απ'τις φορες.

Ομως εμεις ακομα και πριν απο το ζωντανο συμφωνησαμε πως θα κυκλοφορουμε διχως παπουτσια για να διατηρηθει ανεπαφη καθε γωνια του σπιτιου, ρητη αποφαση της μητερας και ναι, δεν διαφωνησε κανεις, ετσι και γινεται τα τελευταια χρονια που ζουμε σπιτικό με αρχες και ταξη. Ετσι το θυμαμαι, ετσι σας το μεταφερω. Ολοι το ξερουν αυτο θαρρω, και αυτοι που δεν το ξεραν, με τον καιρο, με τις ερωτησεις το μαθαν, λιγους απο αυτους που προσκαλεσαμε να δειπνισουν μαζι μας, και να μας πουν τα μυστικα τους. Τωρα ομως που μεγαλωσε και μπορει με ενα πήδο να γατζωθει στους νώμους μας; Κινδυνος... ξεκαθαρη απειλη! Ενα πρωι καθως μια απο τις αδερφες μου ετοιμαζοταν να παει στην δουλεια της(η πρωτη της μερα), λιγο πριν ανοιξει την πορτα, πεταχτηκε απο το πουθενα το τσακάλι και της διαλυσε το σμαραγδενιο περιδέραιο, αυτο που ομολογουμενως δεν θα έκανε μια μυγα ή ενα κουνούπι, κατεξοχήν θα της εξασφαλιζε την φροντίδα του εργοδοτη και περισσότερα μπονους και μια πολλα υποσχομενη καριερα.

Υπαρχει λοιπον το μειζων προβλημα πως το τσακάλι αποτελει απειλη γιατι μενει και αυτο μεσ'το σπιτι, πρόθεση αρχικη του ζωοφιλου πατέρα, μαλιστα εχει και τον δικο του χωρο οπως αυτος φροντισε και τωρα δισταζουμε να πλησιασουμε, ετσι μεγαλοσωμο που εχει γινει, σαν αρπαχτικο, μαθαμε να το φοβομαστε. Αλλα ειναι σιγουρα αργα για εξηγησεις, οσες προσπαθειες και να καναμε να το πεισουμε πως εδω δεν είναι ζουγκλα και πρεπει να κοιμαται εξω στον κηπο, οπως και οφειλει σαν ζωο, ηρθαμε αντιμετωποι με τα δοντια του. Μπορουν να αρπαξουν εναν αλλο σκυλο στα κυβικα του και να τον κατασπαραξουν μονομιας, ειδη το δοκίμασε με τον κακομοιρη του τσαγκαρη, πέντε λεπτά που τον αφήσαμε στην αυλή, στα κυβικα του ηταν ο δολιος μπορει και μεγαλυτερος και σιγουρα πιο αγριος ως μαντροσκυλο. Με τι σθένος λοιπον να τον αντικρούσει ενα μελος της σεμνής μας οικογενειας που ποτε δεν βρεθηκε σωμα με σωμα σε μια τοσο φρικαλέα μαχη! Δεν ειναι ογκωδης ομολογουμενως, ειναι ομως βιαιος, σαν τσακάλι, ναι! σαν τσακάλι! Τωρα δεν υπαρχει γυρισμος και δεν μπορουμε να ζητησουμε και τα ρεστα, εμεις τον φέραμε εδώ, ο πατέρας μας εγκαταλειπει με τα λογια, "Ετοιμαστειτε τωρα να πληρωσετε το τιμημα κι ο Θεος μαζί σας",δεν μας αφήνει για σουβενίρ κατι απο την περουσία του, ουτε τις οδηγίες για το πως δουλευει η καραμπίνα.

Ετσι περιμενουμε να περασει ο χρονος και να γερασει, να αποδυναμωθει, εστω και να πεθανει οπως και μας συμβουλεψε ο πατερας, για τελευταια φορα που τον ειδα, αλλα δεν ξερω να σας πω με ακριβεια το ποτε, ώσοτου και οι διαδρομοι στην βίλα ερημωσουν και τολμησουμε να βαδίσουμε ελευθεροι, δεν θα ξέρω, το πότε. Σαν ανθρωποι γερασμενοι που μετρανε τα χρονια, μετραμε τον νεο μας φοβο, κλειδωμενοι πισω απ'τα δωματια τις περιστροφές του κλειδιού και οχι τον θυμο μας, μετανιωμένοι είμαστε, μα οχι απ' τον θυμο μας. Εγω, η μητερα και οι πεντε αδερφες μου, μισουμε ο ενας τον αλλον οσο ποτε αλλοτε, γι'αυτο το κακό που μας βρήκε. Ομως δεν νιωθουμε ασφαλεις και που μετανοεισαμε, οσες στροφές και αν γυρισουμε το κλειδι παραμενουμε εδω, η λυτρωση δεν ερχεται, μυριζει τον φοβο μας το τσακάλι, τωρα ακομα και ο πιο τολμηρος απο εμάς θα δισταζε να το ταισει μηπως και υπαρξει η πιθανοτητα να ξεχασει την μυρωδιά της ανθρωπινης σαρκας. Μας μυριζει τακτικα, τα σαλια του πηγμένα ξεχυλιζουν σε αρμονία με τα ρυάκια απο το αιμα που ξεραμένο πληγώνει τα ρουθουνια μας, στις χαραμαδες κατω απ'τις βαριες και ατσαλακωτες πορτες ξεχυνεται, μα ποσο ακομα... πόσο θ'αντεξουμε ακομα! Τσαλακωνει τα σατεν ακριβα μας πουκαμισα ο εντρομος χτυπος της καρδιας μας , κατω απο τα ακριβα σατεν μας πουκαμισα, για οσο ακομα αργοχτυπαει. Σταματησαμε να κυκλοφορουμε ξυπολυτοι ,αδιαφορήσαμε αν θα βρομίσουμε τα ολομέταξα κιλίμια, αυτο τωρα ειναι το λιγοτερο, το κρυο ειναι τοσο τσουχτερο που το τακουνι μας δημιουργει εστω και μια ψευδαισθηση ζεστου αποηχου και μας ανακουφιζει η ιδεα πως υπαρχει ζωη σε αυτο το σπιτι, οπως παλια, οπως τότε που ήμασταν παιδία.

Η σιωπη ειναι σκληρή, τωρα δεν ακουγεται κανεις, τωρα αυτην την στιγμή που αναζητώ τις αισθήσεις μου, δεν ακουγεται κανείς. Ουδείς απο εμάς δεν ανασανει σε ενα απ'τα διπλανα δωματια και αυτος ειναι ο σκοπος, καταφερνει ετσι να διασφαλισει εστω και ενας την ελευθερια του ξεχωριστα, μεσα απο την απωλεια αναγνωρισης του αλλου. Οταν δεν ξερεις αν εισαι πραγματικα ζωντανος επιβεβαιώνεσαι στην ιδέα πως χαθηκε ο διπλανος σου. Ετσι και εφυγε ο πατερας, σαν το μπαλόνι που μου δώθηκε μικρος, σαν την ευθυνη της γνώσης και της απαντοχής, οπως ο θανατος πλησιάζει καθε μερα πιο κοντα για τον καθενα μας μοναδικά. Ειναι διπλα μας και δεν διστάζει να μας κοιτάξει στα μάτια, σαν καπνος που κιτρινιζει με τον χρόνο τις καταλευκες κουρτινες , αυτη η ανασα κομπος που σχηματιζει την απελπισια στα παγωμενα μας χνωτα, δεν ειναι η δικιά του, μα είναι εδώ. Κρεβάτι στρομένο οπως και χθές, με τα βελουδινα μαξιλάρια που κανεις δεν λογαριάζει ξανα να κοιμηθει, μενει παντα ιδιο. Ορθιοι, σαν στριατωτες στην μαχη περιμένουμε το χειρότερο τα βράδυα. Δεν υπάρχει ύπνος, ιερή ειναι για λίγο η στιγμή αφου σφραγγίσουμε όλες τις εισόδους, οχι ομως και το σκοτάδι στην λογική μας που παιζει παιχνίδια αναγνώρισης αναμεσα στο ανόητο και το αυτονόητο. Τα έπιπλα απ'την απραξία αφήνουν ήχους φρικιαστικούς, όσο απαλα και αν κουρνιάσεις στο κρεβάτι θα αναρωτιέσαι αν αυτο που ακουστηκε ειναι το σαπιο σανίδι ή το κροτάλισμα των δοντιών μπροστά σου και μέσα σου, αν αυτο που βλέπεις είναι το τίποτα ή ξεκαθαρα καποιος σε παρατηρει και τιποτα δεν γίνεται να το αλλαξει αυτο. Τα βράδυα δεν υπάρχει ύπνος, τρέχει θυμωμένο στους διαδρόμους και διαλυει τα παντα στο περασμα του, γρυλίζει για να σταματήσει άξαφνα, στην μεγάλη καρέκλα του πατέρα, με σεβασμό αναπαυεται, φαινεται κι απο αυτο πως ειχαν ξεχωριστη σχεση οι δυο τους, μ'ευχαριστηση που καπνίζει τα πούρα του, τελειώνει τους λογαριασμούς του και ξεφυσάει τον καπνό αριστοκρατικά.
Φτωχοι που ειμαστε, και ας πλουσιοι υπηρξαμε σε αυτο το σπιτι με ολες τις απολαυσεις, μας εγκατέλειψε ο πατέρας στην χειρότερη μοίρα!

Monday, June 23, 2008

Attention x2. Le bateau est arrivé!


Cyborg και γυμνή γυναίκα που διαβάζει.
Κάτω Καρπενήσι. Χριστούγεννα του 2007.

video

Καλό καλοκαίρι :)






Saturday, June 07, 2008

Φλάβια


Αποτομη σκεψη μεσα στην νυχτα. O ουρανος ήταν ροζ πίσω απο τα μαυρα σκεπάσματα. Το πρωτο ανάστατο τρεμουλιασμα των βλεφάρων και αμεσως μετα η εξακρίβωση. Καποιος υπάρχει εδώ ή οχι πιο μακρυα απο εκει που εκπνέει το φώς. Πεταγομαι απ'το κρεβατι ακολουθωντας αγάλια το δεος μου. Ξερω οτι καποιος με εξετάζει εξω απο το παραθυρο. Φυσικα και γινεται ετσι. Τα ματια μου, αυτα τα ομορφα και λαμπερά ειναι δυσκολο να τα κρυψω πισω απο τις κουρτινες, καθως δοκιμάζω να κερδίσω χρόνο απο τον τερματισμο της μνημης. Ματαιο... ξεκαθαρα θυμαμαι τον λογο που βρισκομαι εδω και όχι στο Σαν Κάρλος για υποβρύχιο ψάρεμα. Φασιστικό λογισμικο της ακριβειας ο εγκεφαλος. Ανθρωπος στο απέναντι παραθυρο ή δυο μάτια καρφωμένα στα ρολόγια παγώνουν τον χρονο. Νύχτα ακριβώς στην πολη οπου ενιοτε ξημερώνε. Σιωπή αναστελει τις σκεψεις λογικής, το ενστικτο καθορίζει τον φοβο οπως και σε μια χελώνα. Ξημερωνει θα πω και αυτος επιμενει να με φροντίζει δεινά με το βλέμα του λες και γνωρίζει πως η νυχτα θα παραμεινει αιώνια. Πριν λιγο μεσανυχτα ήταν και συνηθιζε να εξηπηρετεί αυτους που χάθηκαν μεσα της, απο εκει ξετρύπωσε και αυτος. Πρεπει να δράσω, ισως μια αποφαση αστραπιαία να τον στειλει απο εκει που ηρθε. Βήχω, ξεροβήχω κρυμμένος, πνιγω το στόμα μου στις παλαμες, πασχιζω να μεινω σιωπηλος και να υπομένω την κρίση. Ανθρωπος μεσα στην νύχτα επιτηρεί οτι είμαι εγώ. Και αν ειναι οπλισμένος, αυτο σημαινει πως σε λίγο θα ειμαι νεκρος; Θυμαμαι ολους αυτους που πεθάναν και μου κόβεται η ανάσα. Μα ναι! ξερω τι θα κανω. Θα αναζητησω το τουφέκι στο διπλανο δωματιο και θα βαρεσω στον αερα τρεις φορές, προειδοποιητικα. Αν τίποτα δεν αλλαξει τοτε κάτι αλλο θα επινοήσω, τουλάχιστον θα εχω κερδισει λιγο χρόνο. Ο χρόνος ομως, εξακολουθεί να υπάρχει στα όνειρα; Τι απο ολα αυτα με ορίζει ορθά και εγω λοιπον οφειλω να αναγνωρίσω; Και αν ειμαι νυχτοβάτης οπου όρθιος εξακολουθώ να ονειρευομαι;

Μετραω βιαστικα τα βηματα μέχρι να φτάσω το συρτάρι μα δεν ειναι πιο πολλά απο δυόμιση και μια περιστροφή πανικού που παραλίγο να με οδηγήσει στην πτώση. Ξανα, πισω απο την κουρτίνα, αφουγκράζομαι ταραγμένα το συρσιμο πανω στο σαπισμένο κουρτινοξυλο. Συντονο αυτο και η παρατεταμενη ανασα μου δεν λένε να ησυχασουν. Τα νυχια μου γατζωμένα σαν γατί που επιχειρείς παρα την θεληση του να τραβήξεις απο τον καναπέ, πότε χαράζουν τους τοιχους και αλλωτε ξεσχίζουν με ακριβεια την κουρτίνα. Συλλογιζομαι πως ολα θα ειναι ενας φρικτος εφιαλτης, ειμαι ενα σώμα που ανοικει τις νυχτες στο κρεβάτι και αν γυρισω υποσχομαι να μην το τιμωρησω που με παρέλειψε. Μα πως ομως θα το καταφέρω; Δεν μπορώ να διαφύγω απο το παραθυρι μεχρι να καταλαβω τι εχει συμβει. Συμφορα ο ρεαλισμός και ο σουρεαλιστικος υπνος μετα απο μεθυσι σε ξένο σπιτι. Πρεπει να παρω μια αποφαση γρήγορη οπως και τοσο τακτικα αναγραφεται στα άρλεκιν το "Σ'άγαπώ. Αυτο να ξερεις θα γίνεται για πάντα". Τριβω τα ματια μου σε ενα γυάλινο προσωπο, τα κατευθυνω σε κατι δολοφονικό οπως ενα μαξιλάρι, επιχειρώ μεσα σε αυτο να εξημερώσω τον τρόμο. Ειμαι εγω ρητά κουρασμενος, μα αναγνωρίζω αυτον που βλέπω, οπως και αυτος κανει το ιδιο καλα και με πιο υπουλη προθεση. Εξερευνώ το δωμάτιο στην σκέψη οτι κάποιο αντικείμενο μπορεί να μου φανεί χρησιμο. Στα δεξια μου ενα χαρτί τσαλακωμένο, αναπαυεται κατω απ΄το κρεβάτι, διπλα του ενας στυλός οπου θαρρώ πως λίγες ωρες πριν κάποιος με την άμορφη μάζα ομορφιάς έγραψε: "Φευγω εραστή όπως έκανα και χθες. Η ερωμένη σου για σήμερα" ,εκδοχή της μοναξιάς επειτα απο ανούσια συνουσια. Αγγίζω τον στυλό, θα ήθελα να είναι ενα ραβδί που θα με μεταμορφώσει σε πρίγκηπα, ετσι σίγουρα θα υπάρχει καπου εδώ κοντα ο στρατός μου. Επίθεση απο την πραγματικότητα, ειμαι εγω αυτος που είμαι μοναχός και ευαλωτος. Θολωμενος γραφω για εμένα τις επομενες λεξεις οπως και καθορίζω δολοφονημενα στις προτάσεις. Δεν αναγνωριζω τον λογο να αναφερω κατι για αυτον που με σκοτωνει μα το έκανα ήδη, ετσι του δίνω το προσωνύμιο: "Εγώ". Συγγραφέας οταν η δείλια, σκαρφιζεται μυθιστορήματα πονηρά. Με ξερει αραγε, αυτος που με κατασκευασε μόνο και μόνο για να θυσιαστώ;.Γνωριζε απο πριν τι ανθρωπος ειμαι, αφου ξυπνήσω σε ξένο κρεβάτι; Σιγουρα ξημερωνει και ο Εγώ με νομίζει εξαντλημένο, μπορω να διαβάσω την σκεψη του ως θυρευτη, ειναι πρωι και αυτο γινεται. Οπου να'ναι θα επιτεθεί. Ομως πραγματικα, θα διαπιστωσει οτι κοιμαμαι αταραχος, αρα υπαρχει εστω και η παραμικρή πιθανοτητα να πιστεψω οτι σοβαρολογει σαν εισβαλλει οπλισμένος στο δωματιο;

Ο Εγώ ακομα το ιδιο κανει και σιγουρος, τρομακτικος και τιποτα παραπανω. Κοιταει μεσα απο τα ματια μου λες και ειμαι εγω η αφορμή. Ναι, τρομαζω αν σας ενδιαφερει εστω και λιγο απο την ζωη σας. Ουτε θυμαμαι πως βρέθηκα σε αυτο το δωματιο, πραγματικά δεν αναγνωρίζω τιποτα δικό μου, εκτος απο την γυμνή βαμβακερή εκδοχή μου, τσαλακωμένη στην καρέκλα. Κανω μερικα βηματα ξοπίσω μήπως και φτάσω την πόρτα της εισοδου. Τουλάχιστον να φορέσω τις κάλτσες μου, ενα παντελόνι που θα με κρατήσει για λίγο ζεστό. Δεν φράζω τελειως το παραθυρο, ουτε τραβαω τις κουρτινες, αφηνω μια πιθανότητα αρπαγής γιατι θελω να μαθω τι θα απογινει ο τρομος μου. Θα φωνάξω μα όχι εγώ. Η κραυγη μου σκαλώνει στον φάρυγγα, δεν υπάρχει εξηγηση ομως αυτο γινεται τώρα που διαπιστώνω οτι η πόρτα ειναι μισανοιχτή και διχως το κλειδί. Ακουω εναν θορυβο απο την αλλη μερια του δωματιου, πρεπει να φτασω στο παραθυρο μα τα βηματα μου είναι βαριά σαν τις λάσπες, οπως και στα ονειρα που δεν μπορεις να αποδράσεις. Το διαζωμα αδειο και ιδιο διακρινεται απο εκει πάνω που καρτερώ. Μπορω να δω μόνο τον Εγώ σε ενα απ'τα σπιτια μα όχι να τα μετρησω όλα γιατι οδηγώ αλλου τις σκεψεις μου, ή η αρρυθμία στους κτύπους της καρδιάς μου απαλείφει τις αισθήσεις. Σιγουρα δεν υπνοβατώ, ξεχωρίζω εστω και θαμπά το σαστισμένο μου είδωλο στο τζάμι. Παγιδευμένο εκεί και γυμνό, για ώρες εκλιπαρεί να σωθεί. Το ακουμπάω προσεκτικα με τα δαχτυλα, δεν θέλω να το μετατρέψω σε αμετρητα κομμάτια γυαλιού. Αθορυβα παρατηρω οτι με παρατηρει απο εξω, θέλωντας να με προστατέψω απ' οτι δεν πρέπει να δω. Ολοι κοιμουνται ασφαλεις απο οτι καταλαβα, κανείς δεν έκανε τίποτα κακό χθες, όπως εδώ. Κοιτάζω αλλου οπου ο τρομακτικος Εγώ δεν εχει αφαιρεσει το βλεμα του απο πανω μου. Ετσι κανει σαν να με ψαχνει μονο και που κουνησα μια σπιθαμη την κουρτινα, ακομα και αυτο τον προσταζει περισσοτερο βιαια να με παρατηρει. Σε καμοια περιπτωση δεν μπορω να σκεφτώ οτι υπάρχει η δυνατότητα να μάθω που εχω αφησει το κλειδι της εισόδου. Δεν ειμαι ασφαλής ως ανθρωπος που περιμένει την λυτρωση, οχι περισοτερο απο ενα ψάρι σε τρυπια γυάλα που σαν σταγονες απο αιμα χάνει μεθοδικά το νερο. Ανθρωπος το τοποθετησε πάνω σε αναμένο μάτι κουζίνας και στο τηγάνι να κοχλάζει το λάδι, τώρα θα στρώνει το τραπέζι. Μα γιατι τα σκέφτομαι ολα αυτα; Με κάνουν και νιώθω πιο κοντά στην απογνωση. Δεν πρεπει να τρομαζω, οχι δεν υπαρχει λογος να το κανω αυτο, ηλικιωμένο βρέφος στα 30 μου. Και περηφανος για τους φόβους μου, ποτε δεν νικηθηκα απ'οτι και αν μου υπεδειξαν τα γεγονοτα. Ξερω οτι δεν ειμαι δειλος, αληθεια σας εξηγω, το εχω συνηθησει να με ακολουθουν και παρα, για κατι δικο τους που λησμονηθηκε. Μου αξίζει καλυτερη τυχη απο αυτον τον θάνατο. Ειμαι ενας λαμπρος νέος κι ερχονται οι μερες που θα αναγνωριστω. Σιγουρα και αυτος θα ειναι καποιος θαυμαστης της ομορφιάς μου. Καποιο εκλεκτο ειδος που σωστα δεν αξιολογησα και τωρα θελει να με εκδικηθει. Ομως γιατι ετσι στο χάραμα που κάποιος πρεπει να παραμεινει κατω απ'τα σκεπασματα; Αν μπορουσε λιγο να περιμενει, ισως να το θελα και εγω να παιξουμε το παιχνιδι του. Λογαριαζω να βγω στο μπαλκονι τάχατες ανυποψιαστος, με μια εφημερίδα και τοτε ισως να με εγκαταλείψει. Χωρις κλειδια, σαφώς τα έχασα, μονο με την ρόμπα μου, διχως το εισητηριο της επιστροφης στην τσέπη, τοτε θα σταματησει να με παρατηρει; Όσο τολμηρό και αν ακουγεται, θα τραβήξω αυτον τον δρόμο απο δίπλα του και θα του ανακοινώσω με σιγουρια πως βαρέθηκα. Θα του πω σαν να μην εχει συμβει τιποτα :"Τώρα Εγω... να ξέρεις πως εγώ φευγω. Καλο θα είναι να με ξεχάσεις." και θα συνεχισω να περπατω σφυριζοντας αφηρημένα εναν σκοπό απο Στράους. Αδύνατον. Φοραει ακομα αυτα τα αψυχα ματια, του μελοθάνατου που αδημονεί ποιον θα πάρει συντροφια μεχρι τον Άδη. Αυτος, οπως και εγώ, θα έχουμε την πιο ασχημη καταληξη.

Thursday, June 05, 2008

//



Υπαρχουν δυο ανθρωποι όμοιοι που θέλουν το ίδιο.
οπως βλεπουν, ξερουν το καθημερινα να υπαρχει το ιδιο, ποθούν το
Θέλουν οπως βλέπουν οτι τους ανήκει να υπάρχει έτσι
Υπάρχουν δυο ανθρωποι που αγωνίζονται για το ίδιο.
και οι δυο προσπαθούν για το αυτο, τουτο που προανάφερα και ειναι.
Το αυτό, οπως και οτι είναι η παρουσίαση σαν αυτή την αφέλεια σκέψεων.

Υπάρχουν 2 εκδοχές στην πορεία των δυο ανθρωπων, αυτών.

Ένας(1η εκδοχή)
Ο εκεινος ανθρωπος, ένας δρόμος, ο πρώτος, που θα τον επιλέξουν
γιατι είναι ο αυτός

και ένας άλλος, ((2η εκδοχή)
δρόμος δευτερος, που απλα δεν θα επιλεχτεί, χωρις λογο.
χωρίς λογο δεν θα επιλεχτεί.

Κάποιοι σε αυτην την ζωη επιλέγουν...
και καποιοι άλλοι, απλα δεν επιλέγονται.

Friday, April 11, 2008

77






Στο δωματιο Παρασκευή κοιτω τον καθρεφτη. Βλέπω ενα φαντασμα οπως ενα φαντασμα βλέπει απο εμένα. Ακουω την φωνή του, πονάω και προσπαθω να ακουω. Βλέπω οπως καταβροχθίζω αχόρταγος αυτο που ορίζει την ορθή απεικονιση. Βλέπω τον θάνατο μου στις κινησεις μου. Βλεπω τον θανατο μου στον καθρεφτη οπως βλεπω τον θανατο μου στις κινησεις μου.Ακινησια οπως μια νυχτα που δεν κινουνται τα ματια. Σπασμους ονειρευομαι μεσα απο σπασμους οδυνης, καυλας, εσπερινης ματωσης. Πιστος οπως πιστος ο τετραποδος σκυλος που δεν του επιτρέπω να μιλήσει. Ανθρωπος οπως τετραγωνος ο ανθρωπος της λογικής που επιπλεει στα ποταμια. Εκει, ολα που αρχιζουν απ΄το τελος ξεχυνομαι. Τις νυχτες εχω ματια που βλεπουν τις νυχτες. Απεμεινα θεατης της ακροασης ή σχηματίζομαι απο χρωματα της φωνής. Βλεπω τις συνηθειες αυτων που συνηθισμενα περπαταν εναν δρομο. Ακουω ακομα και τα κερματα οτι αναπηδανε στις τσεπες τους. Ακουω το κοκκινο κραγιον που ξεβαφει τα χειλη τους. Ακουω τις τριχες τους που μπλεκονται στην ομιχλη μου. Υγρασία σε μια πόλη που δεν θα βρέξει για καιρό. Βλεπω μια πολη οπως με βλεπει και αυτη. Ορθανοιχτα με φυλακίζει. Προσεκτικα θελει να με αποφυγει. Μεσα στους τοιχους ξαγρυπνω ξερωντας πως δεν ενοχλω την πορτα, μα με σιγουρια οχι το παραθυρο. Δεν θα βρεθώ οπως καποιος που φευγει και αφηνει σκοπιμα ίχνη. Βλέπω αυτον που με ξυπνησε γιατι αυτος που δεν θελει να με δει πρεπει να φυγει αθόρυβα. Κρυβομαι οπως κρυβεται ο κυνηγημενος απο τον κυνηγό. Ειμαι εγω αυτος που είναι. Είμαι εγω αυτος που είμαι. Βλέπω την λυτρωση με επιφυλαξη οπως βλέπω ενα χαμόγελο που δαγκώνει σκουριασμένα δόντια. Συναρπαστικός ανθρωπος αυτος που έχει ασημι στο στόμα του και νιωθει παντα διψασμενος. Αυτος που δεν χρειαζεται να πει αντιο, ηρθα και θα ξαναφυγω αν πρεπει. Ζωντανος ανθρωπος αυτος που ζωντανευει στην ιδεα οτι ειναι νεκρος γιατι ηρθε η ανοιξη. Οχι γιατι πρεπει ειναι νεκρός. Οχι γιατι τελειωσαν οι μπυρες. Οχι γιατι ξεχασε αρκετα απο αυτα που οφειλε να θυμηθει.

Θυμαμαι οτι χορτασα. Το αποδεικνυει το αδειο πιατο. Το αποδεικνυουν η ανοιχτη καταψυξη, τα τσοφλια απο τα τεσσερα αυγα, οι φλουδες μιας πατατας απο το Νευροκοπι. Το στομα μου που μασουλάει το σιδερο. Το ρουθουνι μου που εξομειώνει την οσμη στο μπαρούτι. Η γλώσσα μου που τρυπώνει οπως η σφαίρα που βρίσκει τον στόχο της. Τα νευρα μου που επιτασσουν την κοπωση. Κανεις δεν ειναι εδω ή τα μάτια της κάνης. Κρότος μεσ'την νυχτα οπως σιωπη σε ενα λιβάδι. Ισως τα φυλλα να σαλευουν αν τα φυσάει ο Βαρδάρης. Ισως μια παρεα φιλων που ξεφυσαει αμήχανα γυρευωντας καλοπεραση. Ισως μια φυλη κανιβαλων οπως μια φυλη καρναβαλιστων απ'την Πάτρα. Κανεις δεν ειναι εδω οπως καποιος ειναι εδω που ξεκάθαρα κάνει θορυβο.

Ξεκάθαρα.

Κανεις δεν κάνει θόρυβο.

Κανεις δεν ειναι εδω οπως καποιος ειναι εδω πισω απο αυτην την πορτα. Κανεις δεν ειναι εδω οπως καποιος ειναι εδω και βλεπει οτι βλέπω. Βλέπω τον θάνατο οπως η κάμπια μεταμορφώνεται σε πεταλούδα. Ξερνάω τις λέξεις πάνω απ'το μνημα μου οπως το φίδι αποβάλλει το δέρμα του. Αδειαζω την ψυχη μου οπως η ψυχη μου αδειαζει απο ενστικτο. Δεν ειμαι εγω ο οδηγος αυτων που αποφάσιζω να κανω. Δεν παιρνω εγω τις αποφασεις για οτι περναει βιαστικα απ'το μυαλο μου. Μου ηρθε μια ιδεα οπως μου ηρθε περιοδος. Ειμαι ο τροχός, ο τρισδιαστατος κύκλος. Ακονιζω τα δυο μου χερια, τα τροχιζω στα δαχτυλα. Στις παλαμες μου δεν υπαρχει τιποτα διαφορετικο απο αυτα που οδηγουν στην εκπυρσοκροτηση. Το στόμα μου το ίδιο. Πυρός. Σιδερο που φλεγεται. Δημιος εκτελεστης της ανορθωσης. Πέφτω γιατι δεν ικανοποιώ οπως πεφτει η στηση και αναβουμε τσιγάρο. Με σηκωνομαι ξανά και για αυτο μπορω να με σιχαινομαι. Δεν ειμαι εγω ακομα αυτος που είμαι, με αναγνωριζω πως σιγοσβηνω στην καφτρα μου. Με βλεπω πως τραβαω το κορμι μου. Με βλεπω πως αποχαιρετω την φωνη μου. Ειμαι εγω ενας απο αυτους που ειναι. Ειμαι εγω ενας απο αυτους που ειμαι. Ο βιαστικος λεπτος δεικτης. Ο χρόνος που θα σταματήσει με τα χρόνια. Ειμαι εκει ομως εκει και οταν φευγω. Το σχημα, η σχεση με την καμοια σχεση.
Ειμαι εγω ενας απο αυτους που ειναι ενα φαντασμα και βλεπει την απουσια του στον καθρεφτη.

Tuesday, April 01, 2008

76









Ειμαστε μια μικρη κοινωνια ποντικών που τρεφόμαστε με τυρί.
Μα μερικοι απο εμάς μοιαζουμε με ανθρωπο.


Σημερα στην δουλεια αργοπορημένος σαν κατεφθασα τους ειδα ολους στο γραφειο μαζεμενους πανω απ'το τυρι.
Ζέστανα τον καφέ και καθησα έξω μοναχος, εγω και ο ηλιος. Πεινούσα αυτο είναι γεγονός, μα περισσοτερο ηθελα να κερδίσω χρόνο απ΄την μοναξιά μου.
Απο καποια στιγμη και μετα, ενας απο αυτους με πλησιασε να ερωτησει γιατι μονος καθομαι και σιωπηλός.
Απευθυνθηκε πίσω απο μαυρα ανθρωπινα γυαλιά προς το μέρος μου.
«Γιατι καθεσε εδω περα μονος συναδελφε; Εχει αντηλιά, δεν σ' ενοχλει ο ήλιος;»
Με ευθύτητα εγώ του απάντησα.
«Καλυτερα μονος να καθομαι στον ήλιο απ'το να καθομαι με ηλίθιους στην σκιά»
Οταν εφυγε ενοχλημένος δεν τον κοιταξα. Δεν συλλογίστηκα διόλου τι θα σκεφτεται τώρα που φευγει.
Μονο παρεμεινα εκει χαζευοντας καταματα τον ήλιο, με γυμνά μάτια.
Σαν άνθρωπος.


Ειμαστε μια μικρη κοινωνια ανθρώπων που τρεφόμαστε με λέξεις.
Μα μερικοι απο εμάς μοιαζουμε με ποντικό.


Σημερα στην δουλεια ένας απο τους ποντικους με πλησιασε με μοναδικη εγνοια να μου φάει το τυρί.
Ξετρυπωσε κάτω απ΄την χαραμάδα ενος γραφειου που η πορτα ανεγραφε:
"Νήγιας. Επίσημος Προιστάμενος της Ανικανότητας"
Φτανοντας προς το μερος μου, επεξεργαζόμουνα ανθρωπινες συνηθειες, τον αντιληφθηκα ποσο με ζυγωνε ανυπόμονα.
Με τους ελιγμούς του πρόσταζε βαρυθυμο θόρυβο σιδεριάς να ανασάνει η ασφαλτος. Οπως και διαπίστωσα οταν έφτασε. Απο πίσω του εσερνε διπλωμένη μια φάκα και αυτος ήταν ξεκάθαρα ο λόγος.
Μπλεγμένη σαρκικά, τεμάχιζε την ουρά του, μα και το στομα του ηταν τσαλακωμένο, απο τον τρόμο.
Προσπαθησε να απελευθερωθει και δεν τα καταφερε. Σκουπισε τα αίματα απ'τα μουστάκια ,επειτα ψέλλισε αδύναμα τις λέξεις, απο τον πόνο.
«Φορας μπλουζα ανθρωπου συναδελφε και μάλιστα την φοράς αναποδα. Ισως να σε ζηλευω μα δεν ξέρω ακομα, ετσι μονάχα αναρωτιεμαι. Το γνωρίζες αυτο όταν την έβαλες ή έγινε απο αμέλεια;»
Εγνευσα καταφατικα χωρις ιδιαιτερη δυσκολια και τον καθησυχασα. Αναστέναξα ήδη απο καλοσυνη, να του στεγνώσω τα αίματα στα χνώτα μου.
«Το ξερω, σαφως και το γνωρίζω, μην απορείς. Είναι επικοινωνιακο τρικ για να μην δεις οτι και τα παπούτσια μου ειναι τρύπια»
Τότε εσκυψε το κεφαλι και έφυγε απορημένος. Με το ίδιο τρόπο που ήρθε. Ξυπολητος οπως ήταν γραπώθηκε με σβελτάδα απο εναν τοίχο, σκαρφάλωσε απο τα μπαλκόνια, κατόπι εξαφανίστηκε αστραπιαία στην ταράτσα. Οπως ενας κανονικος ποντικός που φευγει βιαστικά, έτσι εφυγε και αυτος.
Σαν ποντικός.