.

Monday, April 04, 2016

Πέρα Βρέχει Μάνγκο + αντι Φάσεις



Το κορίτσι που είδα στην anjuna πεταμένο πλάι στο πανταλόνι μου να κοιμάτε,  το κορίτσι που είδα στην anjuna με ένα απο τα δύο σκισμένο Μαγιό, μου είπε YO, μου είπε YO και πήγε αμέσως για τα μπάνια, ο γέρος που είδα στην anjuna ο ματάκιας με τα μαυρα σπασμένα γυαλιά, ο τυφλός που είδα στην anjuna και είχε ως ιχνηλάτη μια αγελάδα ντυμένη σε πολυχρωμες παραλαγές. 

Τα μάτια του κοριτσιού που είδα στην anjuna, κόκκινα απο τα σκουπίδια της θάλλασας ή απο τις παλάμες ενός φίλου με δάχτυλα ποτισμένα στο LSD. Το κορίτσι που είδα στην anjuna και φυσικά δεν ήρθε με ταξί, ήρθε με ενα διαστημοπλοιο φωσφοριζέ, δεν θυμάμαι τον λόγο που τίποτα απο αυτά δεν έχουν σημασία ή η ανάλυση αυτη ειδικά για τις ουσίες, τώρα που μόνο περπατώ για να φτάσω πίσω με την βάρκα, βρέχει μάνγκο , όλα μα όλα είναι τόσο όμορφα.

Η δυνατή γυναίκα που σηκώνει ένα ή δύο βάρη, το μικρό κορίτσι που βγήκε απο τα σπλάχνα της μπροστά στα μάτια μου απο την αμμουδιά. Η μάνα που πρέπει να το κοιμίσει δίπλα απο τις στάχτες αφου μαγειρέψαμε όλο το αλεύρι, είναι κάτι απολύτως διαφορετικό απο την γεύση που έχει η ξεκάθαρη ερμεινία όταν καταπιείς κάτι φαινομενικά γλυκό, ‘οπως ένα μάνγκο που μόλις έπεσε απο την μανγκιά. Όλοι θα πρέπει να συμφωνήσουμε ή να πάμε μια βόλτα καταπέρα.

Αυτος ο μουσάτος και αυτή η τύπισα με τα μεγάλα βυζιά που είναι Ρώσσικα . Και ένας άλλος που είχε τα λεφτά με κάτι μαυρα γυαλιά όμως δεν άγγιξε την Vodka, ήταν σήμερα στο τραπέζι μου για να φάμε όλοι μαζί, απο μία pizza στου felini. Τρώμε σαν τα ζώα ενω ψάχνω μεσα στο σκοτάδι να τονίσω το Ω, αν καταφερω να γυρίσω σπίτι. (στο ζωα) , ενω σκέφτομαι πάλι την γυναίκα, την μοναδική.

Νύχτα στην πλάζ, εγώ βλέπω μόνο το νέο φεγγάρι στις πατημασιές μου, Σίβα Μούν στο ποτήρι μια βότκας ενω κανεις δεν ξέρει οτι μας ακολουθούν οι δύο μέσα απο τις σκιές, την περισσότερη φορά κρύβονται πίσω απο τις βάρκες , στο κομμάτι του νότου που δεν φέγγει, εκει είναι μια άλλη παραλία που μπορείς και εκεί να κρυφτείς ή να κάνεις ότι φαίνεσαι κρυμένος, να γίνεις ανώμαλος χαΙδευοντας μια σουρωμένη Ρωσίδα, αρκεί να έχει γούστο και να μην καταλαβαίνει ότι σβήσαν τα φώτα ή το φεγγάρι, σασπένς αρκεί να είσαι αλλού ενω όλlοι ακομα αν δεν είναι , θα είναι τρίπιοι, πίσω απο τις βάρκες ή βαθιά μέσα στο πάρτυ.

Διαβάζω το πρωινό, τρώγοντας για λίγο ακόμα om-ελέτα, τα νέα της Ινδίας, διαβάζω “heraldo” τοπική εφημερίδα της Goa , διαβάζω times of india, λιγο απ’ολα και ολες γραφουν raping this 7 years old child, gang bang raping 6 indians one girl και μετά ίσως και killed για πάντα, πάω για τα μπάνια.

Περπατώ όμως χωρις να ξέρω γιατι νύχτωσε, για να γυρίσω στο σπίτι ξυπόλυτος και μόνο βρέχει μάνγκο στο σκοτάδι, οι αγελάδες χέζουν/τρώνε και σκαλίζουν τα σκουπίδια παρέα με τους αρουραίους , ανακατευουν μπανανόφλουδες μπλεγμένες σε κουτιά απο πέντε i-phone, καπου εδώ κοντά θα φτάσω, μεσα στην νύχτα αναρωτιέσαι μαζί και εγώ γιατί ένα τόσο μεγάλο ζώο δεν έχει κουραστεί και αναζητεί ακόμα την τροφή του ή σκέφτεσαι (μαζί και εγώ) γιατί θα πρέπει να το φάς αυριο ή στο relax inn θα σε ρωτήσει ο Αγκουστίνο "middle or over cooked your beef?"

Συλλογίζομαι, τραβόντας τον σύρτη απο την πόρτα αν υπάρχει κάτι περισσότερο ηδονικό απο την κλειδαριά καπνίζωντας όλα τα bidi που θα βρω στο πάτωμα, σαφώς ενα κρεβάτι κάτω απο ένa mango tree και ενα ζευγάρι ακουστικά.

Συναντώ τον Στεφάν, ξυπνώ όπως και πάντα, μετά απο κάποια χρόνια ξανά , με θυμάται ενω δεν θα έπρεπε χωρίς αυτο να σημαίνει ότι είναι κάτι κακό.
Ο Στεφάν είναι ο μεσίληκας ίσως και 30 χρόνια στην Goa και εκτος απο το απολυτο junkie ειναι απο τους καλύτερους kite surfer και πέρα απο αυτό, cool τύπος, μου πάει. Δεν έχω ιδέα.

Μου περιγράφει όπως πάντα τα παλιά πίνωντας μια μπύρα ή ρουφώντας απο το ρουθούνι τα κομμάτια της μνήμης, αλλα ποτέ δεν λέει αυτο που υπάρχει γιατι ξέρει οτι δεν με πολυ νοιάζει το ταξίδι στον χρόνο προς τα πίσω, προφανώς θα πω ναι όμως προχωρώ, τώρα καταλαβαίνω τον λόγο που ποτέ κανείς σαν αυτόν δεν μιλάει για τίποτα επι της ουσίας ή σε μια άλλη περίπτωση το άκρως αντίθετο απο μια αγελάδα που μόνο τρώει τα ipod,  ίσως γιατι ποτέ δεν υπήρξε εναλλακτική και λόγω αυτου μπαρκάρεις εδώ, σε αυτήν την βρώμα, σε αυτόν τον βούρκο της Ινδίας για πάντα,  μέχρι όμως να έρθει ο επόμενος ...

Η Γιολά πάλι ήρθε και απο την στάση της φαίνεται πως είναι η σειρά της, όλοι έρχονται απο το πουθενά, δεν συμπαθεί τον Στεφάν όμως μου μιλάει εμένα είναι κάτι και αυτή, ξέρει πως θα μείνει εδώ, συνέχεια για τα μικρά παιδιά που παίζουν με την άμμο και τα προσέχει.

Ερχεται μόλις τώρα που φτάσαμε φυσικά απο το άγνωστο κρατώντας στην χούφτα μια τεράστια αγκαλιά, κοιτάμε όταν -δεν με κοιτάει- και αν είμαστε απλωμένοι στην πλάζ το πρωί γύρω στις 7, τα παιδιά να τρέχουν και να παίζουν με την άμμο μαλλον μετά απο κάποιο πάρτυ ή κοιτάμε τις γυναίκες που θυλάζουν τα παιδιά που θα κάνουν εκεί τα πρώτα τους βήματα, την καρφώνω στα μάτια και είναι σαν να μου λέει: "κύμματα πάλι σήμερα αρα ο άντρας μου θα κάνει surf, εχω και εγώ κάτι απο όλα αυτα ή τα βράδια να χάνομαι στο σκοτάδι (λέει), κατευθύνομαι προς τον νότο εκει που δεν φέγγει οπως ξέρεις (ξέρω) και οι ντόπιοι ξεμπλέκουν τα δύχτια , ξεχωρίζουν τα ψάρια που θα πουληθούν στην αγορά, και νιώθω ασφαλής, ξέρεις ε;" (Οχι)

Η Γκάτα φευγει σε λίγο μάλλον για να φύγει, ο Ρόμπερτ θα πάρει το τρένο και αυτο ίσως με γεμίζει με μια απατηλή δόση μοναξιάς, η Σαμάνθα έρχεται ξανά απο τα βουνά απ'ότι άκουσα με ένα magic bus και ποιος ξέρει τι άλλα σκατά μπορούν να συμβούν στο απερίγραπτο περιβάλλον της υπερ-σύληψης, μα φυσικά και πώς αλλιώς όταν φοβάσαι πως ότι και αν ακουμπάς ή ακόμα και κοιτάς! μπορεί απο μόνο του να γονιμοποιηθεί;

Η Λούση είναι τρελή στον ουρανό με τα διαμάντια και έρχεται κάθε ανατολή να με ξυπνήσει για να ανάψουμε φωτιά και να κάνουμε ένα τσάι. Μου σηκώνεται συνέχεια γιατί είμαι συνήθως γυμνός ή πιο απλά κοιμάμαι γυμνός, πάντως όταν μου χτυπάει την πόρτα πριν ανοίξω σκέφτομαι "Θέλω να γαμήσω τώρα;"

Όμως εκει, όταν απλά που δεν σκέφτεσαι μόνος σου όλα αυτά για ερωτικό φινάλε, έρχεται η άλλη! Ω! διστάζεις , ειναι η ΖΑφίρ, οπισθοχωρείς για να χωρέσει δίπλα σου, ανοίγεις μονοπάτια στην άμμο για να φτάσει σε εσένα, σαν εσένα και γιατί όχι;, πραγματικά δεν έκανες και κάτι το τόσο περίεργο, απλά συνέχισες για να γίνεις καμουφλάζ ένα με τα βράχια!!
Σε βρίσκει ενω νομίζεις οτι κρύφτηκες καλά, είναι φανερό οτι σε αναγνωρίζει απο πάντα και Εεεε δεν έχει σημασία τι λέει ή τι θα πω εγώ, είναι εδώ και πέφτουν οι τίτλοι!

Όμως ξέχασα ... γράφω για το δέντρο, που γυρνάω αργά μεσάνυχτα στο σπίτι, αυτο απο μόνο του είναι η σίγουρη αλήθεια. Έλεγα σε έναν φίλο ψυθυριστά λίγο πριν φύγει , κάπου εκει που χωρίζαμε τα βράδια στα μισά της διαδρομής "στρίβω εγώ τώρα, απο εδώ σε αυτο το μονοπάτι που λογικά θα μου την πέσει η αγέλη απο τα σκυλιά, θα τα πούμε αυριο αν όλα καλά".

Ευτυχώς που δεν υπάρχει κάτι πιο περίεργο απο τα όμορφα τραγούδια οταν επιστρέφεις , συνήθως λίγο πριν αντικρίσεις κάτι που μοιάζει με πόρτα νιώθεις ήδη ασφαλής ακούγοντας τον ήχο απο τις πατημασιές σου στο πρώτο σημάδι μπετόν, γιατι όχι και στα ακουστικά μέσα απο ένα άλλο τραγούδι που μιλάει επίσης για ένα σπίτι, τις νύχτες που κόβεται το ρευμα στην γειτονιά νεκροταφείο θα είσαι πάλι εδώ, μέσα στους τοίχους η μπαταρία φορτίζει και έξω το μάνγκο αποφορτίζει τους καρπούς του, μία πλέον και μοναδική σπασμοδική κραυγή απο φόβο μεσα στον απόηχο της νύχτας άπο κάποιο ζώο που σε λίγο θα πεθάνει, σε λίγο μην φοβάσαι, πάλι θα αποκοιμηθείς ρομαντικέ άνθρωπε.





Monday, November 09, 2015

Τζό

Ξεκινάω μαζί με τον Τζό και περπατάμε. Μου έχει ήδη πει τις ιστορίες του και τις επεξεργάζομαι όσο κάνουμε αυτο. Ο Τζό λίγο πριν μου είχε πει στο μαγαζί “Η Κάντυ είναι ένα μάτσο σκατά και θα τελειώσω σύντομα μαζί της, να το ξές!” , τον ρώτησα “Είσαι Αμερικάνος;” Αρχισε να ανακατευει τα μαλλιά του και να τρίβει τα αρχίδια του πάνω απο το πανταλόνι. Μπηκαν διάφοροι και βγήκαν, μια κοπέλα Ασιάτισα τον κοίταξε στα μάτια και δεν έκανε κάτι άλλο μετά. Άνοιξε την πόρτα, κοντοστάθηκε για λίγο, ένας ψηλός τύπος σχεδόν έκανε υπόκληση για να φανεί ευγενικός μπροστά της. Είχε ωστόσο ένα αμήχανο χαμόγελο και αδύνατα πόδια. Τον άφησε αυτη να περάσει πρώτο και μετά μπήκε στο μαγαζί.

Μαγαζί , μαζί με τον Τζό λίγο πριν βρεθούμε στην πόλη. Γεμάτο πόρτες που ανοίγουν 6 διαφορετικές πόρτες. Του λέω “Δεν μπορώ να καταλάβω τίποτα απο αυτά που μου λές” Ο Τζό συνεχίζει “ Είδες αυτο το μουνί που μόλις πέρασε με τα σκηστά μάτια;Απο Ταιλάνδη, τι λές;” Απαντάω στον Τζό “Δεν μπορώ να καταλάβω τίποτα”. Ο Τζο εξαφανίζεται για λίγο και επιστρέφει με όλες τις απαντήσεις, είναι πάλι εδω. Κλείνει την πόρτα και κάθεται έπειτα στο τραπέζι.

Σιωπή.

Για ένα μάτσο λεπτά, εμείς κοιτάμε τα λουλούδια στο προαυλιο , μερικά μηχανάκια ανεβοκατεβαίνουν τον δρόμο. Σκέφτομαι αν πραγματικά ο Τζο, είναι ο καθρέφτης απ’οτι θέλω και αν μπορώ να γίνω. Αν μου λείπει. Δοκιμάζω καινούρια πράγματα απο το τραπέζι. Χαμογελάω μετά, γιατί όχι;

Με τον Τζό περπατάμε επι τέλους σε ένα δρόμο. Κατεβαίνουμε απο το λεωφορείο για να βρεθούμε εκεί αν και απο μόνο του είναι εκτός διαδρομής.Του δείχνω τα σημάδια απο τις τρύπες και του εξηγώ τους λόγους για τα μπαλώματα σε κάθε κομάτι της συνοχής. Εδώ είναι , του λέω και βλέπω σκατά , καθώς δείχνω λίγο πιο μακρυά, δεν υπάρχει τίποτα, μετά απο αυτό το σημείο που σου δείχνω Τζο. Σταματάει, χωρίς να το θέλω και επεξεργάζεται οτι του είπα. Ο Τζό τώρα φευγει. Παύει να υπάρχει δίπλα μου ή απλά εξαφανίζεται. Περνάν τα χρόνια και έφυγε, ο Τζο την έκανε ολοκληρωτικά.

Friday, November 06, 2015

τι μου λειπει απο το google


οι σπόροι
απο ένα δέντρο που δεν θα φυτέψω ποτέ
γιατι εχω Google
αλλα δεν έχω χώμα ή δεν έχω τίποτα, ποτέ όπως τότε,
γιατι δεν ανεβαίνω τις σκάλες
μόνο τις κατεβαίνω, όπως παλιά

Κατεβαίνω τις σκάλες, όπως ενα παιδί. Ξοπίσω μου αποτυπώματα, αλλεπάλληλα τυπώματα φυγής και αβεβαιότητας. Όπως και να το δεις είναι και αυτό ένα ενδεχόμενο δράσης. Σε μια γωνία βρίσκονται οι γονείς. Αν και δεν είναι γιατι δεν μπορεί να είναι σίγουρο οτι αυτο συμβαίνει τώρα ή είχαν ένα ραντεβού. ΦλάσΜπάκ στο τι συμβαίνει αυτη την στιγμή. Οτι ενδέχεται, φερειπίν υπάρχει η υποψία οτι θέλω ξανά να φτάσω μέχρι κάτω, αφου πρώτα ήδη έχω ξεκινήσει! Όπως παλιά, ένα παιδί στα πρώτα βήματα. Μα φυσικά, πώς αλλιώς; Ακόμα δεν είμαι σίγουρος οτι θα γίνει και αυτό. Αφού είμαι πάνω και δεν είμαι άσχημα, γιατι να κατέβω! Με συγχωρείς για την σύγχηση, θα επανορθώσω. Φαινομενικά εγώ θα αρχίσω πάλι να κατεβαίνω, όμως για τί; Ας πούμε για να σκοντάψω και, ώχ!. Με κοιτάω ήδη απο ψηλά, κάτι πρέπει να έγινε λάθος. Οταν κατεβαίνεις σκαλοπάτια οι σκέψεις σου είναι γυμνές , είναι στεγνές. Το στόμα σου φταίει γι’αυτο, ποτέ δεν θυμάμαι κάτι διαφορετικό. Όπως και οι λέξεις που βγαίνουν απο αυτό, δεν βγάζουν κάποιο νόημα. Εκτός βέβαια αν στο κατώφλι υπάρχει μια λίμνη, θα τολμίσω να πω και απο τα δάκρυα. Στην λιμνη (αν υπάρχει) δεν θα κάνεις τίποτα. Αν υπάρχει νόημα σε αυτό. Μόνο θα πεις:  μια Λίμνη; Ωωωω τι αλλόκοτο που λίγο πριν υπήρχαν μόνο σκάλες! Θα πείς είμαι σε μια πόλη (γιατι υπάρχουν οι σκάλες) αρα μπορεί και να είμαι στην Λιμνούπολη!! Ή θα πείς, έπεσα, είμαι ένα παιδί και τώρα που κλαίω κάποιος θα με μαζέψει. Αν δεν έχει ραντεβού. Τώρα λίγο καλύτερα που κατάλαβα τι έχει συμβεί. Αν υπάρχει νόημα σε αυτό τότε θα υπάρχει ένα νόημα ή θα βρεθεί κάποιος να υποστηρίξει το αντίθετο. Μα φυσικά!Ένας άλλος θα πει οτι υπάρχουν περισσότερα νοήματα απο ένα. Εμείς θα του χαλάσουμε χατίρι!!? Προσπαθώ να θυμηθώ αν κάτι απο αυτα που έχουν συμβεί, τίθεται ως θέμα εξαπάτησης. Δηλαδή αν αφου κατέβω τις σκάλες και βρεθώ σε μια λίμνη θα πιστέψω τα προαναφερόμενα και, ότι αυτο , απο αυτά συνεπάγεται. Καμοια απολύτως υπόνοια για κάτι τέτοιο και ας μην θέλω να φανώ απόλυτος. Για παράδειγμα, στα δέντρα δεν σκέφτηκα σκαλοπάτια ή κάτι άλλο ή στην τελική δεν σκέφτηκα καν την λίμνη. Για να είμαι ειλικρινής κοίταξα μέσα μου και θυμήθηκα πως είναι να είσαι παιδί. Γίνονται όλα αυτα απο μόνα τους ή κάτι αλλο. Ή σκεφτόμουν πάλι μια pizza και ένα άλογο. Και μου την δίνει που δεν μπορώ να γράφω όπως παλιό το δέντρο : “Δένδρο” . Όταν παλιά έγραφα λάθος. Όπως λίγο παλιά, αγαπούσα τις λέξεις και τις λέξεις τις άλλαζα. και

Monday, October 26, 2015

2344 4.ψ/34φψψβω33 (ώβ)


Ανεβαίνω τις σκάλες. Δεν υπάρχει κανείς, τωρα που ξεκίνησα να ανεβαίνω τις σκάλες. Υπάρχουν τα πόδια μου, ενα αλλο κομάτι άλλου που ξεπήδησε απο το κορμί μου και θέλει να παίξει τώρα με τις σκάλες. Φτάνω στον 1ο σιωπηλά, δεν υπάρχει κανείς που θα με δει, υπάρχει μια πόρτα, υπάρχουν και άλλες σκάλες. Φτάνω στον 2ο για να διαπιστώσω οτι υπάρχουν και άλλες σκάλες. Δεν υπάρχει κατι άλλο σε αυτον τον όροφο, παραμόνο η σιωπή πίσω απο μια θωρακισμένη πόρτα. Καθομαι εκεί, ενω σβήνει αυτοματα το φως, όπως αυτόματα άναψε, δεν ανοίγει ποτε η πόρτα, δεν αφουγκράζομαι τον παραμικρό ψιθυρο πισω απο αυτην, φυσικά αφου ήρθε το σκοτάδι. Τώρα στο σκοτάδι μπορώ να ακούσω τα πάντα, ομώς δεν υπάρχει κατι που να ακούγεται. Ανεβαίνω τις σκάλες και φτάνω στον 3ο. Κοιτάω το ασανσέρ που η φωτεινή ενδειξη φαναιρώνει οτι κάποιος ήρθε εδώ, κάποιος κατέληξε εδώ και ίσως να τον συναντήσω. Ενα κόκκινο λαμπακι, σαν αυτά τα κοκκινα λαμπάκια, ποιος ξέρει για πόσες ώρες αναμένο; Δεν υπάρχει κανείς ομως, ειμαι σίγουρος γι’αυτο, ,ουτε κάν κάτω απο το βρώμικο χαλάκι, τα πόδια μου διαμαρτύρονται να φυγω στην σκέψη οτι θα τα σκουπήσω εκει και αυτο μπορεί να με οδηγήσει μέσα! Ανεβαίνω τις σκάλες, μετρώ τους ορόφους στην παλάμη μου και λόγω αυτου προσπερνάω τον όροφο που έχει μια πόρτα και μια κάμερα. Ειμαι στον 5ο ήδη, έφτασα θα πω ή τα πόδια μου φροντίσαν για αυτο θα πω. Σκοτάδι και εδώ, μόνο μια γνώριμη πόρτα μπροστά μου και στην τσέπη τα κλειδιά. Δεν υπάρχει κανείς πίσω απο αυτήν, καθως δικαιωματικά ειμαι ο ιδιοκτήτης και στέκομαι απ’εξω. Χτυπάω το κουδούνι και δεν ανοίγει κανείς. Χτυπώ το κεφάλι μου στον τοίχο και ανοίγει το κεφάλι μου. Πλάκα κάνω, μπαίνω μέσα και παραγγελνω μια pizza.

Monday, October 12, 2015

Εκει / Εδώ


οταν ξυπνάς απο εκεί ανοιγεις τα μάτια. Οταν ανοίγεις τα μάτια εδώ κοιτάς τα χέρια, τις παλάμες σου που είναι ήδη ανοιχτές, μα και φυσικά άδειες. Οταν τα δύο σου χέρια είναι ανοιχτα σχηματίζοντας το ίδιο μοτίβο, κάθε πρωί, τότε σε αυτήν την περίπτωση δεν υπάρχει κάτι το ανησυχυτικό. Περαιτέρω εξηγήσεις, μακροσκελές αναλύσεις για το μάταιο θα φέρουν ως κατάληξη να ανακαλήψεις και ως ακολουθία να ξύσεις τις πληγές απ'το σώμα σου, που παλευει μόνο να αναστείλει την διαδικασία της αφύπνισης , σε παρακαλάει να το αφήσεις για λίγο ακόμα να απολαυσει τις μαγικές ιδιότητες που του δώσαν τα όνειρα. Για παράδειγμα λίγο πρίν εκεί πετούσες ή τώρα που ξυπνάς θα πετάξεις εδώ οτι δεν χρειάζεσαι.

Tuesday, September 15, 2015

Ένα όνειρο ...



Βγαίνω προχθές την πρώτη μου βόλτα στην γειτονιά. Η χρονική αναφορά ειναι ακριβής, απαραίτητη για την αναλυση των γεγονότων.

Μετά απο 4 μήνες στο νήσι η πρώτη μου εξόρμηση σε γνώριμα στέκια σκέφτομαι οτι θα μου κάνει καλό. Ανοιγω αυτήν την την πόρτα γύρω στις 6 το απογευμα κρατώντας μια σακούλα γεμάτη σκουπίδια και με πολυ αργό βήμα σέρνω τις παντόφλες μου προς την πλατεία. Θέλω να δω ανθρώπους εκει αλλα να μην εχω επαφή μαζί τους, θέλω μόνο να τους παρατηρώ. Τριγυρνάω στα σοκάκια του κέντρου με μια μπύρα, προσπαθώ σιγά σιγά να καθαρίσω το μυαλό μου και ψάχνω ενα ήρεμο σποτ να ξαποστάσω. Ολες οι γωνίες της πόλης σε πρώτη φάση μου φαίνονται μάταιες, φαντάζομαι οτι ακόμα και να υπήρχε ενας καναπές κάτω απο ένα δεντρο που θα έγραφε “Αλεξ Welcome, sit here” θα καθόμουν εκεί με ανησυχία και όχι αναπαυτικά. Ναι.. γύρισα , λες και τηλεμεταφερθηκα απο έναν άλλον πλανήτη…

Αράζω εν τέλη στο πάρκο κατάληψη, τα βηματα μου με παρασέρνουν εκεί, το πάρκο που πάντα με ηρεμούσε. Μπαίνω μέσα απο την κυρια “είσοδο” που έχει καμουφλαριστεί απο τις φυλλωσίες, αυτο είναι καλό. Προσπερνάω πρόσωπα που κανονικά θα έπρεπε να ανταλλάξω ένα νευμα. Δεν κάνω τίποτα απο αυτά, συνεχίζω το βάδισμα για να βρεθώ στο βάθος και βρίσκω ένα σημείο που με βεβαιότητα θα μείνω μόνος. Δεν έχω μαζί μου ένα βιβλίο, διαδραστικό κινητό ή κάτι άλλο που θα αποσπάσει την αφοσιωση μου απο το απολυτα δεσμευτικο τίποτα. Η τσάντα μου θαρρώ πως είναι άδεια, πέρα απο πράγματα που δεν έχουν καμοια χρησιμότητα στην πόλη. Οι φάτσες αρχίζουν και μπλέκονται μεσ’το μυαλό μου αναμεσα στα διαφορετικά δεντρα, υπάρχουν στιγμές που κοιτάω απο μακρια κάποιους για να σιγουρευτω οτι το ίδιο κάνουν και αυτοι, το χρειάζομαι καταβάθος. Ευτυχώς δεν γίνεται αυτο ξεκαθαρα ως σχέση πελατειακη, πέρα απο μια ξανθιά πανκ που με επεξεργάζεται νοηρά για να επιστρέψει έτσι στις παρέες της και να συμφωνήσει μάλλον με ένα θέμα συζήτησης. Φάτσες κατα κόρον ξοφλημένες, με συγχωρείς, ενας παίζει κατα στιγμές κλαρίνο όταν δεν κατεβάζει στα κλεφτά τζούρες απο το μπουκάλι φτηνής ρετσίνας, Δυο, τρείς κάνουν τράκα ακατάπαυστα απο τσιγάρα και σέντς, οι υπολοιποι  στρίβουν μπάφους ή ψάχνουν μια τρύπα να “φλερτάρουν” και να ετοιμάσουν την βραδυνή ξεπέτα. Υπάρχουν 2 ή 3 κορίτσια στο παρκο και άλλα τόσα όμορφα λουλούδια, ανθισμένα/καλοκαιρινά που κανεις δεν νοιάζεται γιατι βρίσκονται εδώ. Προσπαθώ να θέσω έναν γρήγορο στόχο αναγνωρίζοντας μέσα σε 1 λεπτο 15 ονομασίες δέντρων. Και το καταφέρνω. Η μπύρα ρέει απολαυστικά στο στεγνό μου λαρύγκι, η πρωτη μου Βεργίνα μετα απο 4 μήνες. 

Συλογιζομαι “Θα κάτσω λίγο ακόμα και μετά πρέπει να ετοιμάσω το επόμενο σπότ.. ήδη με κουράζει η φαση με ολους αυτους. Λατρευω την αναπτηξη του πάρκου, θυμάμαι όλα αυτα που γίναν μέχρι να φτάσει και έφτασα μαζί του , εγώ, εδώ. Θελω να αφήσω πίσω μου το καλοκαίρι αλλα αυτο να γίνει σιγά σιγά και με δικούς μου όρους. Ηλιοβασίλεμα σε λίγο, ίσως να ανέβω Λόφο Στρεφη να το δώ, απο εκεί θα δω την Ακρόπολη. Μα σίγουρα καποιος θα ξετυλίξει το ίδιο κουφάρι με αναρχικούς, τα μουνια, κάναν μπάφο, τους μπάτσους και τον Τσίπρα, τα μουνιά και ξανά τους μπάφους. Και στο τέλος.. παίζει κάνα ψιλό σύντροφε; Προσπαθω να κλείσω τα αυτιά μου για να μην ακούω τις σκέψεις μου, ειμαι ένας άνθρωπος αλτρουιστής βαθύτατα. 

Φωνές όμως και εδώ ξεκάθαρα απο εδώ δίπλα, μα; . Μια γκόμενα σε σοκ λίγο πίσω μου βρίζει το αγόρι της στο πολυφωνικο κινητό. Πολλές οι φωνές απο έναν άνθρωπο που τώρα δεν θέλω να ακούσω.  Ειναι μέσα στα αυτιά μου. Στριγκλίζει, σε μια φάση πανικού και όσο το καταλαβαίνει το ίδιο, το τραβάει στο full να ξεπεράσει τα όρια της λογικής και σίγουρα της υπομονής μου. “Θα σε γαμηηηηησω πουστηηηηη …. ‘ελα τώρα στο πάααααρκο” και τέτοιες ατάκες, ειναι αληθεια οτι δεν γίνεται να την αγνοήσω, εξ’αλου ειναι ξεκάθαρο πως όλοι ενοχλούνται. Βλαστιμάω το γεγονός ή το αποτυχημενο πείραμα να βρεθώ ήρεμος και με ένα “ασταδιαλα πατσαβούρα” ψυθιριστά σηκωνομαι και φευγω, απο την άλλη μεριά του πάρκου. Ξέρω οτι για να βρώ την ηρεμία μου πρέπει να πληρώσω όπως ένας καθημερινός πολίτης πόλης, να νοικιάσω το σώμα μου σε ενα τραπέζι μαγαζιού. Θυμάμαι έναν φίλο, τον Γίώργο που μου έλεγε στο νησί για ενα καφενείο την “Ζούλα” οτι αράζε. Το γνώριζα, πηγα και εγω 3,4 φορές τον χειμώνα που μας πέρασε με την Μαρίνα, ίσως γιατι περισσότερο το θέλαν οι φίλες της. Πηγαιναμε να τις βρούμε και στο τέλος γινόμασταν όλοι μαζί λιώμα. Τοτε με συμπαθούσαν και αυτες μαζί. Μετα ειχε αρχισει να μου άρεσει, λιγο πριν φυγω για το νησί, όσο πρόλαβα να το καταλάβω. Εκει θα πάω λοιπον.

Περπαταω οχι πολυ, αφήνω την τελευταία γουλιά μπύρας στο πεζοδρόμιο και βρίσκω ενα όμορφο, μοναχικό τραπέζι έξω απο την Ζούλα. Έφτασα. Ωραία ειναι εδώ το καλοκαίρι με τα τραπέζια στο πλακόστρωτο, το θυμάμαι μόνο πως ήταν χειμώνα που αράζαμε στην μπάρα μέσα. Σκέφτομαι “Εδω δεν θα με ενοχλήσει κανείς” και απλώνω τις γυμνές μου πατούσες χύμα. Κοιτάω την μπάρα ερειπωμένη με τα σκαμπό να λυσμονούνε τον ερχομό του χειμώνα ", περνάνε οι αναμνήσεις, βαγόνια τρένου μεχρι και το τελευταίο που βλέπεις στο τέλος την σκόνη στις ραγες.. Θα πιω μια ρακή. 

100άρι καραφάκι ρωτάει μια χοντρή αλλα χαμογελαστή γκαρσόνα. Οχι.. Οχι, σίγουρα, φέρε μου θυμάμαι το μεγάλο, δεν είχατε; Ναι το 250άρι, όπως και του χειμώνα. Ναι, αυτο, κάνει πέντε; Πέντε και μισό λέει το μεγάλο και δύο πενήντα το μικρό. Ερχεται με εναν μεζέ, μια κανάτα νερό και το μεγάλο καραφάκι ρακί, όπως το ζήτησα. Ρωτάει αν χρειάζομαι 2ο σφηνοπότηρο, “Περιμένεις παρέα;”. Οχι παρέα, αποκρίνομαι. Μόνος. Θέλω να της πω “ελπίζω μόνος” αλλα τα’χω κόψει αυτα γιατι απλά ο άλλος χαμογελάει οταν του λες τέτοια, απο υποχρέωση. Το να χαμογελάει ο άλλος ειναι θεμιτό αλλα προτιμάω να το κάνω φέρνοντας τον σε αμηχανία. Οχι με ασέβεια ή απο πονηριά, απλά να πεις την κατάληλη στιγμή κάτι που δεν θα το περίμενε. Ετσι το χαμογελο του θα είναι αληθινό. 

Βραδυάζει, η ρακή κατεβαίνει … σκέφτομαι οτι ίσως τωρα να χρειάζομαι κάποιον. Με αποροφάει η συζήτηση στο διπλανό τραπέζι που ειναι ενα μάτσο φοιτητές. “Τσίπρας .. μνημόνιο … μακροσκελές αναλύσεις” . Εν ολιγης λεω φέτος να σπάσω το αυστηρο πρωτόκολο με τις διαδικασίες προσαρμογής ερχόμενος απ’το νησί. Όχι ομως μπαίνοντας σε αντιπαράθεση με φοιτητές απο παρατάξεις. Βγάζω το κινητο απο την τσάντα και σκέφτομαι τι θα συμβεί. Πέρνω τηλέφωνο την Μαρίνα. Δεν το σηκώνει αν και νομίζω πως το ήξερα. . Πέρνω τηλέφωνο την Αναστασία. Αρχίζει ενα παραληρημα (δεν πρόκειτε να έρθει, ειναι σπίτι και αράζει) με ερωτήσεις πως ήταν η Γαυδος φέτος και τα λοιπα … για να πιάσει συζήτηση ή ίσως να απολογηθεί. Θέλει μουρμούρα. Θα τα πουμε απο κοντά αυτα, λέω, τώρα γεια σου. Το κλείνω. Σκέφτομαι να πάρω την Χριστινα γιατι μάλλον δουλευει 1-9 και μόλις θα σχόλασε απο την “Πολιτεία” (βιβλιοπωλείο λίγο κοντά απο εδώ). Θα ήταν καλή περίπτωση αλλα το αποφάσισα. Δεν θα πάρω την Χριστίνα, θα πληρώσω και θα φύγω σπίτι μου να μείνω μόνος. Οπως και κάνω. Φτάνω στο σπίτι, ποτίζω τα λουλούδια και για καποιο ανεξηγητο λόγο ξανά σε σκέφτομαι… Λογικα θα ξέχασα καποια λεπτομέρεια αλλα αρκετά με τις περιγραφές. Ξαφνιάζομαι οπως παλιά με τον σκύλο της γειτόνισας όταν ποτίζω τα λουλούδια, ενα μαλιαρό κόκερ που μου θύμισε την φάση του χειμώνα. Ερχεται αυτη να τον πάρει. Της λέω “Γεια σου! , “Καιρό έχουμε να τα πούμε , ε;” .“Ναι.. Ναι”… και φευγει διχως να ανταλάξει κουβέντα ή να ρωτήσει που εξαφανίστηκα. Μετά βάζω δυνατά την μουσική, μια ρακή και σε πέρνω τηλέφωνο. Μετα εκει στο facebook και τα ρέστα της υπολοιπης νύχτας … Θυμάσαι Μέσα απο ότι Θυμάμαι ;

Μερα 2, χθές: 
Ξυπνάω μεθυσμένος αλλα οχι παρα πολυ τελικά. Το καταλαβαίνω αυτο γιατι κάνω κανονικά τις πρωινες δουλειες χωρις να νιώθω full εξάντληση. Γυμνάζομαι, πλενω τα δόντια μου, κόβω λεπτές φέτες το ψωμί, το αλειφω με βουτυρο και μέλι. Στρώνω το κρεβάτι μου και πρόχυρα συμμαζέυω στο υπνοδωμάτιο οτι πεταμένο βρισκω. Κάθομαι στον υπολογιστή και θέλω να διαβάσω την χθεσινή μας συζήτηση στο φανταστικό ίντερνετ (κάνω καφέ και στριβω το πρώτο μου τσιγάρο) Χαμογελάω με αυτα που διαβάζω αλλα το ήξερα οτι καπως ετσι θα ηταν. Ολα γιναν με ακρίβεια, καθαρότητα στην σκέψη και αποφασιστηκότητα στο ότι ειμαι εστω ηλεκτρονικά μαζί σου. Με κάτι στάσεις βέβαια μέσω Πράγας, Βερολίνου, λίγο απο Πήλιο και φτάσαμε Μπαλί! Σκέφτομαι .. “Τα έννοω αυτα.. ξεκάθαρα , όμως μπορώ πραγματικά να τα παρατήσω όλα για να ακολουθήσω μια ουτοπια;” Σου γράφω “Καλημέρα, το κάψαμε χθες!!” διαγράφω την αμφιβολία μου και ξεκινάω τις ετοιμασίες για το μεσημεριανό φαγητό. Φασολάκια, φρέσκα, τα πήρα απο την Λαικη το Σαββατο με το που γυρισα. 

Κόβω τις άκρες τους όσο πιο αργά μπορώ. Μου είπε πως δεν έχουν κλοστές. Έχουνε όμως. Τα καθαρίζω 2,3 μαζί στην αρχή και στο τέλος 1,1 γιατι με χαλαρώνει αυτη η διαδικασία επανάληψης. Θέλω να σκέφτομαι όσο γίνεται τι μπορώ να κάνω μαζί σου. Οι σκέψεις μου αυτές τσιγαρίζονται και σιγοβράζουν με όλα τα άλλα υλικά και αφου κλείνω την κατσαρόλα το βάζω στο αυτόματο. Αρχιζω και καθαρίζω το σπίτι πλέον μεθοδικά. Σιγά σιγά γυρνάω τώρα απο Γαυδο, φετος ας γίνει πιο γρηγορα και γιατί όχι;. Ανοιγω το ριμαγμένο μπακ πακ και βάζω κατα λάθος ένα πλυντήριο. Ανεβαίνω στην ταράτσα για να μην βρωμίσω το σπίτι, να καθαρίσω εκει το άδειο πλεον σακίδιο και να τινάξω οτι εχει απομείνει μέσα. Πολλά πράγματα. Η ταράτσα γεμίζει άμμο και κλαδιά, ευτυχώς ούτε ένα κοχύλι ή κάτι άλλο ζωντανό που έφερα απο εκεί. Περνάει η μέρα έτσι για να πω την αλήθεια, εχω μπει σε full ρυθμους “Δουλειες στο ομορφο δώμα … μάλλον θα περάσω εδω και αυτον τον χειμώνα” (στην αρχή δεν ημουν σίγουρος) .
Γυρω στις 4 αφου είχα βάλει στο αργό την φωτιά είναι έτοιμο το φαγητο. Ας φάμε. Δεν χτυπάει καμπανάκι, δεν πήρε ο ηλεκτρικός φούρνος φωτιά (ευτυχώς/‘η αστείο!) , αλλα ξέρω πως ειναι ετοιμο απο τις μυρωδιές. Τρώω και βλέπω ενα ντοκιμαντέρ για τα Εξάρχεια να μπω περισσότερο στο κλίμα. σκέφτομαι ήδη οτι σε λίγο θέλω να ξανακάνω οτι ακριβώς έκανα χθές. Παραλείπωντας τις ασκοπες τσάρκες σε πάρκα και σοκάκια. Θα πάω κατευθείαν στην Ζούλα λοιπόν. Ετοιμάζομαι. 

Λίγο πριν τις 7 ανοιγω την πόρτα και κατεβαίνω σχεδόν με την ίδια διάθεση, οπως και χθες. Ακολουθώ τον ιδιο δρόμο που θα με βγάλει στην πλατεία. Λέω να χτυπήσω πρώτα μια φτηνή, παγωμένη Βεργίνα στα γρήγορα απο τα κλασικά φτηνά μπακάλικα Αρχίζω πολυ ξαφνικά και βλέπω γνωστες φάτσες απο το νησί όσο περπατάω. Ξεπηδαν απο το πουθενά απ’ολα τα στενά και με χαιρετάνε ενώ πίνω την μπύρα μου ή όπως πίνω την μπύρα μου. Φιλώ μάγουλα, αγκαλιαζω ανθρωπους, με προσκαλούν σχεδόν όλοι και διαφορετικοί στις παρέες τους. Είναι σαν να μην φύγαμε ποτέ απο εκει και να σου πω, αυτο πραγματικά δεν το αντέχω. Οχι, δεν θέλω κάτι τέτοιο τώρα. Φτάνω στην Ζούλα μόνος. Καθομαι ακριβως στο ίδιο τραπέζι. Ερχεται η ίδια στρουμπουλή και χαμογελαστή γκαρσόνα. Τα ίδια, της λέω με ενα στραβό χαμόγελο. “Στο ίδιο τραπέζι, τα ίδια όπως και χθες.. αποκρίνεται εκεινη. Αυτη την φορά δεν με ρωτάει αν περιμένω κάποιον. Ειναι ξεκάθαρο. Ή μήπως όχι; 

Αρχίζω τις ρακές, σωστή επιλογή , σχεδόν την ίδια ώρα. Φλερτάρω με την ζωή και τους ανθρωπους που περιφέρονται. Διακριτικά ακούω συζητήσεις απο ενα διπλανό τραπέζι που μόλις στέγασε ενα αλλόκοτο ζευγάρι. Σε λίγο ηλιοβασίλεμα αν και μετα βίας μπορώ να δω τον ουρανό. Πολυκατοικίες παντού.. τσιμέντο. Χτυπάει το τηλέφωνο. Ο Καναδός ψάχνει παρέα να πει τα προβλήματα του. Του εξηγώ τι παίζει, οτι ειμαι μεν έξω σε ενα καφενείο μόνος άλλα έμμεσα του λέω οτι καλύτερα να τα πούμε αυριο για καφέ. Θέλω να τον αποφύγω και ας ειναι καλός ανθρωπος. Ωραία, το τακτοποίησα και αυτο. Πέρνω τηλέφωνο την Ρίσα που έχει μείνει κάτω στο νησί να της πω για τον καπνό που θέλει να στείλω, οτι τον δοκίμασα, ειναι καλός και μπορω να το κανονίσω γρήγορα. Σχεδόν δεν υπάρχει τίποτα που να μην σας έχω πει. Για φαντάσου να έχω ανοίξει την ψυχή μου. Και γι’αυτο σίγουρα θα υπάρχει ένα λάθος… Το σηκώνει ενας Ξένος ενω η κλήση γράφει το όνομα της και ειμαι σίγουρος οτι ξαναμιλήσαμε λίγες μέρες πριν σε αυτον τον αριθμό. Το διπλοτσεκάρω κοιτωντας το ονομα στην οθόνη. Όλα είναι σωστά. Το κινητο μου τα’χει παίξει ή όλα είναι μια φάρσα. Τα παρατάω, μιλάει αγκλικά και στο τέλος μάλιστα μου λέει “Πάρντον me?” όταν του λέω “Ok fuck this joke and give me her right now”. Το κλεινω χωρις παρντόν και τα ρέστα και συνεχίζω τις ρακές. Χτυπάει το τηλεφωνο ξανά. Η Αναστασία τώρα. “Γιατι δεν είσαι στο καφενειο που είσαι πάντα;” ρωτάει με νάζι. Αναφέρεται στο καφενείο απέναντι απο την πλατεία. Της λέω οτι “προσωρινα” το έχω αλλάξει με ένα άλλο γιατι ειμαι σε φαση προσαρμογής και δεν θέλω να βλεπω γνωστους. Ζουλα, στην Κωλέτη της εξηγω μιας και ειναι διπλα .. περπάτα λίγο και θα με βρείς.

Η Αναστασία έχει την τάση να χάνεται ακόμα και σε χώρους που έχει βρεθεί απειρες φορές. Επικρατεί μια αναστάτωση, τηλέφωνα στο καπάκι “Που ειναι η Ζούλα;” ,…. “Εισαι σιγουρα στην Κωλέτη, ρωτάω;” και μπλα μπλα. Περνανε 10 λεπτά και συλογίζομαι πως θα ειναι η φάση οταν ερθει και κάτσει στο ίδιο τραπεζι απεναντι μου. Ειναι ο πρώτος ανθρωπος που θα αρχίσω μια πραγματική συζητηση πόλης απο την μέρα που ήρθα, αναρωτιέμαι αν είναι ο σωστός. Θα ρωτάει για το νησί, σκέφτομαι .. ετοιμάζω το μπλόκ με τις απαντήσεις, μέσα στο μυαλό μου. Τελικά φτάνει απο έναν διαφορετικό δρόμο που την περίμενα (σίγουρα χάθηκε), όλα κυλάνε ομαλά στην αρχή.. ειναι λίγο σε εκσταση και οίστρο αλλα την χαλαρώνω στους ρυθμούς του τραπεζιού. Μου εξηγεί ότι χάθηκε, νόμιζε πως είναι σε διαφορετικό δρόμο. Χτυπάει το τηλέφωνο. Η Μαρίνα. Δεν καταλαβαίνω τι λέμε επι της ουσίας, αναφέρεται στο χθεσινό τηλεφώνημα οτι για καποιο λόγο δεν το σήκωσε και μπλα μπλα. Μέσα μου υπάρχει η εξήγηση “Δεν το σήκωσες γιατι νομίζεις οτι θα περάσουμε χειμώνα και πάλι μαζί αλλα μην φοβάσαι, δεν υπάρχει λόγος να γίνει, τουλάχιστον όχι τώρα και τηλεφωνικά!” αλλα δεν της το λέω νομίζω. 

Αρχίζει το μυαλό μου να μπερδευεται περισσότερο με τις ρακές και όλες αυτες τις συμπτώσεις.  Η πόλη είναι ξύπνια. Η πόλη μου μέσα μου αρχίζει να ξυπνά.
Χτυπάει το τηλέφωνο και πάλι. Η Ρίσα. Όχι, λέει.. δεν με καλεσες ποτε σήμερα , εγω τώρα σε πέρνω στο άσχετο για να δω τι γίνεται με την επιστροφή και να μου πεις τι έκανες με τον καπνό. Η Ρακή τελείωσε, αυτο ειναι σίγουρο γιατι βάζω πλέον το πρώτο ποτηρι μπύρας απο την Αναστασία, την βοηθάω συνάμα γιατι είπε πως δεν θέλει τάχατες να πιει. Κατεβαίνει σαν νερό μέσα μου, δεν ενδιαφέρομαι άλλο για ρακές παρα μόνο για μπύρες, άσχετα που είμαι Ζυγός. Έχω πάει ήδη αρκετες φορές στο διπλανό μπακάλικο και γυρναω με Βεργίνες στην τσάντα διακριτικά. 

Εκει βρίσκεται οπως και πάντα ο Αλι, αμετακίνητος. Με χαλασμένη πλέον, κλειστή τηλεόραση. “Εχω τώρα λαπτοπ” μου εξηγεί αποροφημένος, πανω απο αυτο. Δεν μου δίνει σημασία. Παω-ερχομαι και ου το καθεξης τουλαχιστον 5 ή και 6 φορές. Ουτε καν η Αναστασία το καταλαβε, τοσο προσεκτικά. Νομιζε θαρρώ πως απλα έτσι γεμίζουν τα ποτήρια απο το πουθενά δια μαγείας!. Φευγουμε μαζι γιατι αποφάσισα οτι η τσάντα εχει γεμίσει αδεια μπουκάλια “στην ζούλα”. Αρκετά για σήμερα. Μου’χει περάσει απο το μυαλό αν θέλω να γαμήσω όσο περπατάμε μαζί αλλα γρήγορα σταματώ την επιμονή σε αυτη την αναίτια σκέψη. Θα πάω σπίτι μόνος, όπως και εχθές.. υπέροχα, αποφασίζω/διατάζω και σχεδόν ήδη με φαντάζομαι εκει. 

Ανηφορίζοντας, αφου περνάμε μαζί απο την πλατεία την καλυνυχτώ και για κάποιο λόγο καθομαι σε ενα σοκάκι που ειναι γεμάτο κόσμο. Αγοράζω στο μεταξύ μια Βεργίνα και επιστρέφω να κάτσω σε ένα πεζούλι. Εκει δεν ξέρω γιατί αλλα μιλάω στο κινητό με την Σελίνη … ανοιχτές υποθέσεις του καλοκαιριού θα υποθέσω. Το ξέρω και θα έπρεπε ήδη να τα ξέρω αυτα. Αναγνωρίζω στην φωνή της τον θυμό που διαδέχεται απο μια τρομαγμένη ικανοποίηση ότι βρίσκομαι στην άλλη ακρη της γραμής. Το κλείνω λέγοντας μια κοφτή καληνύχτα και ότι ίσως θα πρέπει να τα πούμε απο κοντά. Στρίβω ένα τσιγάρο μόνος. Με χαιρετάνε ξανά διάφοροι περαστικοί, οι περισσότεροι με αναγνωρίζουν ως κάτι που έλειπε και τώρα ειναι ξανα εδώ. Συμπληρώνει τα κομμάτια μιας πόλης που καταβροχθίζει τους θαμώνες και φτήνει αυτούς που δεν μπορεί να τους καταπιεί. Βλέπω και πάλι μια τύπισα απο Γαυδο, εχει σταματήσει εδώ και μου εξηγει πως παίζει η φάση στο Φιλοπάππου και αν θέλω να πάμε, με φιλους μουσικούς που έχουν βρεθεί και παίζουν όργανα live (σπιτι δεν ειπαμε θα πας;). 

Θυμηθηκα την 1η μου χρονια στην Αθήνα, σκεφτηκα οτι εγινε το ίδιο σκηνικο πριν 8 χρόνια και δεν ήξερα καν τι ειναι ο λόφος Φιλοπάππου. Σκεφτομαι ..8 χρόνια ειμαι εδώ ή 9; Απο που ήρθα; Συλογίζομαι αν θέλω να τραβήξω στο full αυτη την νύχτα, αν ειμαι ήδη ετοιμος για κάτι τέτοιο (εχει φυγει η κοπελα που ουτε καν θυμαμαι το ονομα της.. όμως μου ειπε οτι καθονται στον Γκιλμάζ και οτι εχει αυτη αμαξι) Κανονικά θα έπρεπε ήδη να έχω περάσει απο τον Γκιλμάζ αλλα το παρέλειψα.. Τελειωνω την μπύρα στα γρήγορα, θέλω να γυρίσω σπίτι., οκ το ξεκαθάρισα. Ανηφορίζω με αυτον τον σκοπό μα αλλαζω αποφάσεις σε κάθε πλάκα που πατώ, τα βήματα μου αναποφάσιστα το ένα πάει προς τα πάνω και το άλλο με σμπρώχνει ξανα πίσω. 

Λεω ..οκ λέω , θα πάρω το όργανο μου και θα κατέβω να την βρώ μιας και παίζει το αμαξι. Ακολουθώντας πιστά αυτο το μοτίβο της οτι να’ναι σκέψης, αλλάζω και συλλογίζομαι οτι περάσαν ώρες και τωρα το πιο πιθανό ειναι πως θα έχει φυγει. Στο ενδιάμεσο πέτυχα κάποιον και μοιραστήκαμε ένα τσιγαράκι … Ο χρόνος σταματάει και σκέφτομαι ξανά το νησι, νομίζω για ώρες.  Δεν ξέρω που είμαι και αυτο με γεμίζει με λίγο τρόμο. Ξανακατεβαίνω στα μισά οπως ήμουν , χωρις να έχω πάρει τίποτα , τουλαχιστον να την βρω και να πάμε με το αμάξι να ακουσουμε τους μουσικούς. Ξανα ανεβαίνω στα άλλα μισα και σκεφτομαι στα αρχίδια μου αν περνάει έτσι γρήγορα ο χρόνος, θα πάρω το όργανο γιατι θέλω να παίξω (Σρούτι) https://www.youtube.com/watch?v=0GFgpHSl0vk και στην τελική ακομα και να έχει φύγει θα αράξω πλατεία να κάνω με το Σρούτι μια Μάντρα! . Ξεκλειδώνω τις πόρτες απ’το σπίτι μου στον 5ο, πετάω γρηγορα το σρούτι σε μια τσάντα που κανονικά δεν χωράει .. δεν κλεινουν τα φερμουάρ ομως ειναι οκ.  Φαίνεται οκ και φευγω.

Κατεβαίνω ξανα με ανάλαφρο βήμα προς τον Γκιλμάζ. Σε ενα τραπέζι ειναι πράγματι η τυπισα (δεν ξέρω καν το ονομα της) μαζι με κατι άλλες γκόμενες, την μια την αναγνωρίζω επισης απο το νησί. Συζηταμε μαλακίες στο μυαλό μου ξεκάθαρα, κάτι λένε για ενα παρτυ στο δάσος που πηγαν 30 Αυγουστου εκει. Δικο μου ήταν λέω, εγω το έκανα στην καβάτζα για την γιορτή μου και είχα μάλιστα 10 κιλά Λουκάνικα απο Σφακιά. Δεν τα προλάβανε λένε γιατι ήρθαν αργά, αλλα τους άρεσε η όλη φάση και η οργάνωση παρ’οτι σε ενα σημείο τόσο μακρινό δεν υπάρχουν πόροι για πάρτυ και μπλά μπλά (είχαμε ηχεία, dj, full κάβα και φαγητό). Ευχαριστώ αλλα αρχίζω να βαριέμαι. Ομως πάρα πολύ. Οι τυπισες, φιλες της, δεν θέλουν να έρθουν μετά μαζι μας, αυτο αποφασίστηκε γρήγορα. Το ψηνουμε για Φιλοπάππου με την αρχική, εχει ήδη καταλάβει οτι εχω μαζί μου το Σρούτι αρα ειμαι μεσα για όλα τα μετά, εξέχει απ’την τσάντα στην βιασύνη μου απλα να το απαγάγω. Δεν έχω ιδέα που θα βρούμε την καβάτζα με το αυτοσχέδιο παρεάκι, φαίνεται όμως να ξέρει αυτη. Αρχίζει να οδηγάει χωρις να θυμάμαι οτι μπηκαμε σε ενα αμάξι, έχει παρει μπυρες και εγω ενα μπουκάλι Ρακί πριν απο το ψυγείο μου. 

Πλησιάζουμε στο Θησείο, ειμαστε καπου εκει κοντά. Ειναι δυσκολο να βρούμε το σποτ που ειναι οι μουσικοί/παρέα αλλα ακούμε φωνές και φασαρία καπου μέσα στο δάσος. Εχουμε παρκάρει καπου και ήδη περπατάμε στο σκοτάδι. Σιγά σιγά φαίνεται κόσμος, φιγουρες που απομακρίνονται απο μια συντροφιά. Ειμαστε εδώ πράγματι, αλλα φευγουν αρκετοί μονολογόντας πως “η φάση τελείωσε”. Μαζευουν όπως φαίνεται τις απλωμένες κιθάρες και τα μπουζούκια , σιγά σιγά ειναι ξεκάθαρο πως αποσύρονται απο αυτό το πανηγυρι. Δεν εχει και πολυ σημασία θα πω . Ετσι απλά. Εγω μόλις γύρισα στην πόλη. Βγάζω το Σρούτι και αρχίζουμε κάτι σαν αυτο που βλέπεις στο βίντεο κλίπ, βοηθάει αρκετά και η κοπέλα με την φωνή της. Εκτος και αν επειδή ειμαστε και οι 2 τύφλα νομίζουμε πως γίνεται κάτι καλό. Μικρή σημασία όλα αυτα. Αρχίζει ξανά να ερχεται κόσμος απο το πουθενά ακουγωντας την "μουσική". Ξεπηδάνε πίσω απο δεντρα μεσα στο σκοτάδι. Δεν μιλάνε όμως, παρατηρούν ,αλλα ευτυχως δεν πετάνε πράγματα κατα πάνω μας. Σχεδόν καταρρέω γιατι ενω γίνεται όλο αυτο σε σκέφτομαι. Κάνουμε μια παυση μετα απο κανα 20λεπτο uncore, νομίζω γιατι θέλουμε να ακούσουμε την σιωπή. Ν’αναψω μαζί ενα τσιγάρο, να πιω και μια ρακή. Χτυπαει το τηλέφωνο μέσα σε αυτη την ανατρεπτική νύχτα. Σχηματίζεται, διαγράφει στην οθόνη το όνομα: “Κ!” και συνεχίζει να καλεί! Έτσι σ’εχω αποθηκευσει απο εκεινη την νύχτα στην Γαυδο. Ώχ... Τι σκατά; Ψιλο πανικός και τρέμουλο στις παλάμες μου. Το ήξερα οτι θα γίνει κατι τετοιο αλλα δεν ήμουν ετοιμος. 

Είσαι εσύ. Καταλαβαινω πριν καν το σηκώσω οτι είσαι καπου λιώμα. Αλλιώς δεν θα μ'επερνες. Αυτο λίγο διευκολύνει τα πράγματα γιατι είμαι και εγώ στην ίδια φάση. Προσπαθώ να ακολουθήσω την συζήτηση μαζί σου. Θελω να γαμήσω όλους τους νόμους της αστροφυσικής και να διακτηνιστω τουτη την στιγμή μπροστά σου. Δεν θα γίνει, το ξέρω, μην σου κάνει εντυπωση πως το έχω ήδη αποδεχθεί. Μου λές, έλα τώρα, μου λές ΕΛΑ ΤΩΡΑ ΣΕ ΜΕΝΑ, ενω ξέρεις πως ειναι 500+ χιλιόμετρα. Απομακρίνομαι απο το πλήθος με ενα κινητο που ειναι και αυτο ξενο (το κινητο ειναι μια φίλης και αναπαράγει την φωνή σου), για να ζήσω το παραλήρημα. Σχεδόν στάζει ιδρώτας απο την συσκευή. Σχεδόν σε αγκαλιάζω, χωνω τις παλάμες μου μέσα της να σε φτάσω ή προσπαθώ να καταλάβω ποιος απο τους δύο έχει πιει πιο πολύ και θα πει τις περισσότερες αλήθειες. Νομίζω οτι δεν μιλάμε για κάτι συγκεκριμένο περα απο την αγανάκτηση μας για οτι εχει συμβεί και μας εφερε εδω όλα αυτα τα χρόνια .. Αναστενάζω απο χαρά, πραγματικά, έρχονται οι απαντήσεις. Σκέφτομαι όλα αυτα που περάσαν χωρις εσένα,  κοιτάω την Ακροπολη και λέω στην τυπισα οτι ειναι σαν σκατά με αυτο τον φωτισμό και τους μουσαμάδες, ειναι σαν τσαντίρι . Εχω κλείσει το τηλέφωνο και προσπαθώ να αφαιρεθώ με ασήμαντες λεπτομέρειες. Συμφωνεί και επαυξάνει για την Ακρόπολη, ειναι όμως μια όμορφη και γλυκιά νύχτα στο κέντρο της Αθήνας. Το αεράκι ανακατευει μπροστά μας τα κλαδιά απο τα δέντρα, φοράω τώρα  ενα πουκάμισο, να σκεφτώ οτι κρύωσα. Νομίζω οτι πλέον φύγαν όλοι απο εδώ. Ενταξει τους διώξαμε, εμεις τι κάνουμε; λεω στην κοπέλα που ήρθαμε μαζί. Ανάβω ένα τσιγάρο και όλα στα αρχίδια μου.

Σε σκέφτομαι λέγοντας και κανοντας αυτα, θέλω να τα γαμήσω όλα αλλα ξέρω οτι απλά αυτη η μανία ειναι ανεξελεκτη οταν εχω πιει. Σου λεω στο τηλέφωνο ξανά, αν είχα ενα αμαξι θα έβαζα τώρα μπρος και θα με καλως όριζες (με έχεις ξαναπαρει 2η φορά και μιλάμε για το τίποτα.. μέσα απο το τίποτα…) Το εννοω, εξ’αλλου καπως ετσι κατεβηκα Αθήνα τότε. Μετα απο Berlin, Lucky, Residents, ΤΑξίδι, τραβηξα την Εθνική και αντι να στρίψω δεξιά για δυτικές συνοικίες έφτασα Αθήνα μετα απο 4 μιση ώρες non-stop οδήγησης. Επτά η ώρα το πρωι, το θυμάμαι οταν ξυπνησα τον Ντάφυ και ευτυχώς λιγο πριν φύγει για δουλειά, ήξερα εκεινο το κουδούνι. Αααα ήρθες στο έτσι; Ναι, ήρθα, καλημέρα και τώρα παω για ύπνο. Συγκατοικήσαμε για 3 χρόνια τοτε στο Παγκράτι. Τωρα μένω μόνος στα Εξάρχεια. Τα τελευταία 3 χρόνια. Ομως … Εσυ παντα ζεις μεσα στο μυαλό μου. Συγκατοικεις εκει, αλλωτε είσαι φρόνιμη και καποιες φορές τα σπάς. Παντα εκει. 

Ρωταω την γκομενα αν ψηνει για συνέχεια στο σπίτι μου. Λεω μεσα μου “Άλεξ θέλεις απλά παρέα.. δεν θέλεις να γαμήσεις, μην το ξεχνάς αυτο!” Εχει και εναν μαλιαρο σκυλο, ξεχασα να τον αναφέρω.. Ασπρα μαλιά κατσαρα σαν κανίς ένα πράμα αλλα μια πιο χαριτωμένη ανεξήγητη ράτσα. Τον λέω “Φουφού”… Φόφο” … “Φίφι” και οτι σκατά μου’ρχεται κάθε φορα (καπως έτσι είπε οτι τον λένε). Στο τέλος σταματάω να ρωτάω πως λένε τον σκύλο, θα με περάσει για τρελό. Τον φωνάζω ότι μου’ρθει. Φτάνουμε στο σπίτι και της εξηγω που παιζει ευκολο παρκάρισμα. Βρίσκουμε αμέσως και ανεβαίνουμε με το ασανσέρ στον 5ο. Αποφασίζω οτι θα πιούμε τσάι.. αρκετά με τα ξύδια. Ρωτάω την τυπισα αν πεινάει.. γουργουρίζει το στομάχι της και ας το αρνείτε μαλλον απο αμηχανία που είμαι τοσο χύμα. Αδειάζω τα φασολάκια σε ενα πιάτο, με βοηθάει να τα απλώσουμε όλα απο την κατσαρόλα με την κουτάλα. Δεν ξέρω αν εγω κρατάω την κουτάλα ή αυτη την κατσαρόλα, το πιάτο πάντως γεμίζει, πεινάω τόσο πολυ που θα ήθελα να το φάω όλο μόνος! Πεταω και 2 τομάτες περιμετρικά, ξεφλουδίζω τα τσόφλια απο ενα αυγο που ειχα βράσει το πρωί και κλεινω το ντρεσινγκ με λεπτες φετες ψωμί να μας πιάσει. Ωστόσο βαριέμαι την σκέψη οτι τώρα θέλω να φάω, όλα μου φαίνονται πολυ όμορφα για να περάσω την στιγμή έτσι. Ανάβω ένα τσιγάρο και κάνω οτι τριγυρνάω στο σπίτι γιατι υπάρχει κάποιος λόγος. 

Ξαναπέρνεις τηλέφωνο ακριβώς αυτη την ώρα,. Τα’χω παίξει με όλη αυτη την φάση και παράλληλα απλα πεινάω. Θέλω να μείνω μόνος, το σπιτι μικρό αλλα προσπαθώ να βρω μια γωνία που θα ειμαι μαζί σου. Ακουω απο το μπαλκόνι “μοοοοουυ πεντανόστιμα και τα ρέστα. Μαζί και ο σκύλος, “Της αρέσουν τα φασολακια σου πολύ!” λεει η untitled γκόμενα. Γάβ η Φού. Μιλάω μαζί σου, προσπαθώ να εξηγήσω οσο και αν δεν θέλω οτι δεν γίνεται να ειμαστε αυτη την στιγμή μαζί, λόγω αποστάσεως ή ακόμα και επειδή όλο αυτο ειναι μια δοκιμασία. Νομίζω με βρίζεις ή μου το κλείνεις κατάμουτρα, παντως εχω μεινει με την συσκευη στο αυτί και ενα αμηχανο , σίγουρα αλλόκοτο χαμόγελο. Ξαπλώνω στο κρεβάτι και σε σκέφτομαι, προσπαθώ να σε ακούσω ασύρματα μεσα απο αυτην την πλαστικιά μαλακία, να σε νιώσω οπως παλιά… 
Δεν ξαναβγαίνω στο μπαλκόνι να δω τι γίνεται με την Φου και την Untitled, ξέρω οτι σε λίγο θα πέσω για ύπνο, εξάλλου είμαι στο σπίτι μου.
Καταλαβαίνω οτι είμαι ένας μαλάκας και όλα αυτα είναι ένα όνειρο. Σε φαντάζομαι να ξαναμπαίνεις στο Berlin και να τους πέρνεις όλους σβάρνα, αν φόρτωσες κανα παρτάλι απο την μπάρα για one night stand και τα ρέστα. Δεν με πειράζει που όλα ειναι σκατά μεσ΄το μυαλό μου, ξέρω πως ετσι ειναι η ζωή, το αποδέχομαι και συνάμα ειμαι ευδαίμων που μπορώ απλά να μιλαω μαζι σου.  Εγω τωρα θα κοιμηθώ , με τα ρούχα όμως. Κλείνουν τα μάτια μου. Ησυχία. Στο μέσα δωμάτιο ακουγεται μουσική απο Χαβάη, ενω στο μπαλκόνι η “Φου” γαυγίζει μαλλον απο ευχαρίστηση. Οι σκύλοι ειναι λοιπόν χορτοφάγοι. Οι ανθρωποι μπορούν να κοιμούνται ήσυχοι όταν τα όνειρα ειναι στην πραματικότητα μια καθημερινή τρέλα. Ανοιγω ξανα τα ματια μου και κοιτάω το ρολόι. 9 ακριβώς, καλημέρα.

Monday, September 07, 2015

K2015



Γύρω σου κοίτα, δίπλα σου ειναι ο κτύπος ρολογιού, και πώς αλλιώς, μα ενα μωρό που ήδη αρχίσε να κλαίει, ειναι κοντά ως τι, σαν να ειναι δικό σου. Η καρδιά του ή τα κομμάτια φέρνουν τις στιγμές που γυάλισες απο τα υλικά της γυάλας που το φρόντισε η μάνα ήδη σε κάθε περίπτωση υπάρχουν, έστω και μέσα απο έναν σπασμένο καθρέφτη στο μπάνιο ενος ξένου σπιτιού που έχει μόνο ένα βρώμικο σεντόνι να ξαπλώσεις ή τέλος όπως θα ήτο λογικό σε μια ακριβοπληρωμένη κλινική για αποσυμφόρηση επιτέλους να περισυλλεχθεί. Ομως είναι τώρα , τούτη την στιγμή που τα σπασμένα όλα μου σχεδόν βρίσκονται εδώ, απλωμέμένα στο ίδιο σεντόνι της ντροπής. Χέζω, τα χέζω, χαζευω και χαιδευω τα πολλά μαζί πουλιά που ακροβατούν στο μπαλκόνι αυτου του λογισμού μου και επικροτώ ορθά τον λογαριασμό γιατί βλέπω μόνο έναν, καθαρίζοντας τις κυλίδες αίματος απο τον έναν και μοναδικό πελαργό. Εκει λοιπόν αρχίζει η αρχή απο τα παραμύθια ή σε καμοία περίπτωση δεν υπάρχει κάποιος να υποστηρίξει το τέλος ή να αμφισβητήσει την αφοσίωση μου στον σουρεαλισμό. Περιμένω πρόχυρα όπως ανάβεις ένα τσιγάρο έξω απο το μετρό, χωρίς απαραίτητα να είμαι σε αναμονή, αλήθεια μέσα ή εξω απο ενα νοσοκομείο, κάτι καινούριο, όπως παλιά να εφαρμοστεί , το σπλάχνο της φρίκης μου, την αγάπη μου στα χέρια που μπορούν να αγκαλιάσουν το σύμπαν, ολόκλυρα ζουμερά βυζιά, μουνιά αδιάφορα και πούτσες πού φτάνωντας … για να ολοκληρώσω, υπάρχει μόνο το ένα τίποτα, ένα τόσο όμορφο τίποτα που επαναλαμβάνω με γεμίζει, μόνο με αγάπη, το σπλάχνο που βγαίνει μέρα με την μέρα μέσα απο τις σκέψεις μου, ξανα θα αναγεννηθεί, ξανα μέσα μου, μία και πλέον για πάντα.

Friday, May 29, 2015

στο δαSOS



προχωρεις. κινεις. οπισθοχωρεις. δισταζεις για μια στιγμη. ειναι ο ισιος σου. εισαι. εισαι και δεν εισαι. σε ενα δασος. φυσικα οι σκιες. φυσικα το μπλεξιμο με τις φυλλωσιες. τα κλαδια του δεντρου, τα παρακλαδια της λογικης. γιατι εισαι και αν δεν ξερεις ουτε αυτο , τότε τί; . πραγματικα , αν αυτος θελεις. εισαι στο δασος και εισαι εν κινηση. τιποτα απο αυτα και σε καμοια περιπτωση, κατι διαφορετικο δεν μπορει να σε ανυσηχησει. ισως εννοιες και σκέψεις που περνάν απ'το στομάχι σου. ο έρωτας. ο ερωτας. και μόλις πέρασε ένας λαγός.

σταματας. ξεφυσας για τον απλο λογο. τα ποδια, τα χερια σου και γενικοτερα τα ακρα τα δικα σου κοιτανε. την ακρη της αρχής σου μεσα απο καθετη γωνια. 90 μοιρες ψηλά. ολα τοσο διαφορετικά και ευτυχως όχι χειρότερα!. τα δαση που δημιουργουνται μεσα στα δαση. δεν ειναι το ενα. μα δεν ειναι και το εντεκα. θαρρω πως ειναι παλουκια που ορειοθετουν τις καταστασεις. πολλαπλά ψηφία του 1, διαφορετικές εκδοχές του 1 καρφωμένα στην φωνή της συνειδησης. τρωω ενα πιατο ψάρι, το μεσημέρι. Στις τεσερεις παρα τεταρτο και έρχεται ο jim. Να πει:


Βράδυ. τίποτα απο αυτα δεν υπάρχει. Ο Jim μου λέει το εξής: Πετάς. Πετάω και εγώ, ενω σε είδα, εστριψα ενα τσιγάρο.

Wednesday, April 15, 2015

41 μισό


Γειτονιά 5 ορόφους ψηλά. Χτενίζομαι στον καθρέφτη του μπάνιου, περιφέρομαι στο μπαλκόνι μόνο γιατι βάφω τους τοίχους , τροχίζω την μούχλα και έχω την σκούπα μαζί με το φαράσι να μαζέψω τα υπολοίματα σοβά, προφανώς καθαρίζω και ομορφαίνω τον χωρο μου ή αν θέλω να τα σταματήσω όλα αυτα προσμένω ξανα απο ψηλά την βροχή. Έρχεται το καλοκαίρι όμως. Σκέφτομαι αν υπάρχει η γειτονιά που θα εγκαταλείψω, στο απέναντι κτήριο μια γυναίκα δεν θα βάφει ούτε βάφεται αλλα όλο τρίβει και μετά κάθεται σε ενα τραπέζι πλάι στο φως του καιριού. Έχει ήδη βραδιάσει διπλά γιατι εχώ κλείσει τις κουρτίνες. Μερικές φορές μαγειρευει, δεν κρύβει απο εμένα τις μυρωδιές της, ωστόσο ποτέ δεν με κάλεσε για φαγητό. Υπάρχουν μπαλκόνια ψηλά σαν τα δικά μου που κρεμιούνται οι βρωμιές στο ίδιο ύψος της πόλης και οι ψιθυροι φυλακίζονται στις γλάστρες. Μεταφέρονται τα κουτσομπολιά μέσα απο τα περιστέρια που έρχονται να ανταλλάξουν τα ψίχουλα με πληροφορίες στα μπαλκόνια μας.  Διπλασιαζονται οι φόβοι μας στον δρόμο οταν βρεθούμε κρυφά και φυλακίζονται σε σακούλες σκουπιδιών για να καταλήξουν συντροφικά στον ίδιο κάδο, της ίδιας γειτονιάς.

Friday, March 27, 2015

Σινέ Τρέλα


Συνάντηθηκα απόψε μετα απο χρόνια με την οικογένεια των διάσημων Μπλέ. Ζωηρά ζώα δεν λέω, λόγια στο τραπέζι (στην αρχή) αρκετή αμηχανία και πολύς μα πολυς γκρίζος καπνός!. Ο σκούρος μπλε και η γαλάζια μητέρα καπνίζανε τσιγάρα απο μια κασετίνα τύπου Gitanes. Δεν μαγείρεψα τίποτα γιατι βρεθήκαμε σε ένα άδειο, εγκατελειμένο δωμάτιο ενος παλιού σινεμά. Τα παιδιά τους αμίλητα και λίγο απόκοσμα μασουλάγανε τσίχλες. Ο μεγαλύτερος αδερφός κρεμόταν σαν σακί κάτω απο το σκοτάδι τoυ πατέρα. Οι γονείς μεθοδικά κλείσανε τις κουρτίνες και απο τα τέσσερα παράθυρα γιατι ο μικρός γιός είπαν πως το απαίτησε απο την πρώτη κιόλας μέρα που γενήθηκε. Τους ξεκαθάρισα οτι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με την γέννηση αλλα αν μπορούμε να συντομευουμε την διαδικάσία του θανάτου.

Οι υπόλοιποι γιοι συντροφικά, σαν μηχανισμός ρολογιού απο την ώρα που ήρθαν, με το που ακούσαν τα παρακάτω τράπηκαν σε φυγή, γύρω στις δωδεκάμιση. Ακολούθησε μια πνιγηρή σιωπή και μόνο οι ψιχάλες της βροχής σε αυτη την νύχτα, δύο φορές ξερόβηξε ο πατέρας και μετά αφουγκράστηκα τακ τακ τακούνια στο βάθος του δωματίου. Ακομα πιο μακρυά υπήρξε σίγουρα το κούμπωμα τσάντας και ο ήχος απο τον μηχανισμό μιας ομπρέλας. Περισσότερο μακρυά ένας ποιητής να μεταφράζει τις σκέψεις του και σίγουρα κάποια να κλαίει μην μπορώντας να αντιλυφθεί τι συμβάινει. Ω!  (ο ποιητής είναι σε φάση)
Νόμιζα πως έμεινα ξανά μόνος. Ο πατέρας κίνηθηκε σιωπηλά για να κάτσει τώρα μαζί μου στο τετράγωνο τραπέζι, ανέτοιμος για οποιαδήποτε επαφή, ωστόσο βαρύς και ορμητικός.

 Του είπα τις λιγοστές απο τις πρώτες λέξεις μαχέρια να σπάσουν τον πάγο, σκεπτόμενος νόμιζα έξυπνα όπως και είμαι, αλλα ήδη στα μισά κατέφυγα στην εκδοχή της επανάληψης.

«Πάμε πάλη απο την αρχή» συλλογίστηκα ...

Ίσως το γεγονός οτι είχα πολυ καιρό να αντικρήσω έναν απο τους Μπλε ως πατέρα και αλληθινά τόσο βαθιά σκούρο μου δημιουργησε έναν κόμπο.
Σταμάτησα και ξεκινησα απο το μηδέν να ορθωσω μια προταση και να αποσαφηνίσω ορθά τον λόγο που βρεθηκαμε εδώ.

«εεε» «….»

«θέλω να ξέρεις .. νομίζω πως ..» και παύση ξανά.

Έτσι, πιστευοντας οτι ποτέ δεν με άκουσε, ικανοποιήθηκα με την προσωρινή αποτυχία μου.
Σηκώθηκα με μια κίνηση και άνοιξα τις κουρτίνες απο το πρώτο παράθυρο δίχως αυτην την φορά να βγάλω τον παραμικρό ψίθηρο.
Περπάτησα σαν την γάτα.
Ο Μπλέ φάνηκε να ενοχλείτε περισσότερο απο το φώς που μπήκε στο δωματιο παρα απο την αδυναμία μου στο να εκφραστώ.
Και σίγουρα εδώ που τα λέμε αυτο το περπάτημα της γάτας δεν ήταν και ότι καλύτερο.
Σωριάστηκε περισσότερο σίγουρος στην καρέκλα του φυσώντας αδιάφορα τον καπνό και έκανε που και που κάποια «γκουχου χομμ χουμμμ»

 Ο εγκατελειμένος χώρος που βρεθήκαμε, υπήρξε παλιά κινηματογράφος και έπαιζε κάθε δώδεκα μέρες απο μια νέα ταινία. Τις δύο Τετάρτες και μια βραδυά έκτακτη μεταμεσονύκτια προβολή στο τέλος του μήνα. Όταν αυτο γινόταν Σάββατα ήταν ωραία γιατι κρατούσε τους θαμώνες μέχρι το πρωί. Στην αίθουσα είχε έναν φεγγίτη συνήθως κλειστό (οπου σήμερα εγω άνοιξα) κατα την διάρκεια της προβολής, τέσσερα θολωτα τζάμια (κλειστά επίσης) και μια καταπακτη που σε πήγαινε στις εσωτερικές σκάλες.
Απο κάτω ακριβώς δύο ορόφους ξεκινούσε το πρωτο βρώμικο σκαλοπάτι ή αντίστοιχα το πρώτο χτένι της μεταλικής σκάλας που οδηγούσε στο Φουαγιέ.

Εγώ βρίσκομαι εδώ ουρανοκατέβατος μέσω ενος γαλάζιου τούνελ που δραπέτευσε απο την χαραμάδα του εξώστη ή λόγω μιας ανεξήγητης αχρωματοψίας που η μοίρα με έφερε σε αυτό το άχρωμο κτήριο, χωρίς πλέον καθόλου ζωή. Τις καλές εποχές που το θέατρο ήταν γεμάτο απο κόσμο οδηγούσα με έναν φακό τους θεατές στις θέσεις τους. Tις υπόλοιπες ώρες μέχρι και να τελειώσει η προβολή, τις περνούσα στο bar του θεάτρου φλερτάρωντας ή δίνοντας συμβουλές κινηματογράφου.

Τώρα όλοι φύγαν κι εγώ παραμένω εδώ να τα χειρίζομαι όλα μόνος. Λιγότερο άγχος ή όχι, δεν μπορώ να ξέρω. Σηκώθηκα αυτη την φορά χωρίς την βοήθεια του φακου, καθοδηγούμενος απο το σκοτάδι και με το λιγοστό φώς του φεγγίτη παρέσυρα τον εαυτο μου αφιλοκερδώς να άνοιξει τις κουρτίνες, στο δευτερο παράθυρο.

 Γυρνώντας στην καρέκλα ο μπλε έκανε μια κίνηση που δεν μπόρεσα να ερμηνευσω αλλα φάνηκε σαν να θέλει τώρα κάτι να μου πεί.

«Με συγχωρείς Μπλέ, τι μπορώ να κάνω για εσένα;»

Χτύπησε με μια γροθιά το στήθος του, κοίταξε ψηλά τον ανοιχτό φεγγίτη, ξανα έβηξε αυτη την φορά λιγότερο ενοχλημένος και έπειτα αποκρίθηκε.

«Θα σου ζητήσω ένα τσιγάρο όχι για κάποιο λόγο που θα πρέπει να το παρεξηγήσεις, αλλα μόνο γιατι δεν έχω , έτσι; »

«Το καταλαβαίνεις αυτο, οκ;» , πρόσθεσε.

«Η ανάγκη σου να ερμηνευεις τα γεγονότα ακόμα και στα πιο απλά πράγματα είναι αυτη που μας οδήγησε εδώ» απάντησα.

«Μα ...» Του έπιασα το χέρι για να τον σταματήσω και τότε μόνο με κοίταξε για πρώτη φορά στα μάτια, ίσως και λίγο φοβισμένα.

«Μην φοβάσαι ... »

«Δεν πρόκειτε να σε βλάψω, αλλα σίγουρα δεν είμαι και βέβαιος αν αξίζει να σε βοηθήσω.», και με μια κίνηση του πέρασα το τσιγάρο στο στόμα.

Κατοπιν σηκώθηκα και άνοιξα τις κουρτίνες απο το τρίτο παράθυρο.
 Αυτη η κίνηση μου τον ανησύχησε περισσότερο, είδα να επεξεργάζεται το τσιγάρο που μόλις του πρόσφερα λες και κρατάει μια βόμβα που θα εκραγεί στα χέρια του!

Έβγαλε κάτι απο το παλτό και παρατήσησα  πως ήταν τα μαύρα γυαλιά του.
Το φώς απο το φεγγάρι ξεχυλισε τώρα περισσότερο στο δωμάτιο και οι σκιές απο τις κουρτίνες ζωντανεψαν μια ταινια του Μπουνουέλ στον μουσαμά, όπως παλιά. Σχεδόν μπορούσα να διακρίνω τον Ανδαλουσιανό σκύλο να τρέχει στους διαδρόμους ή στο βάθος μια Καμηλοπάρδαλη σκυμμένη να τρέφεται απο τους καρπούς της προδοσίας . Ο Μπλε με αυτο το φώς φαινόταν να χάνει τον αρχικά βαθυ του χρωματισμό και να ξεθωριάζει σαν κάτι γαλάζια Ελληνικά πανιά (ξεχασμένες σημαίες) που διαβρωθήκαν απο τον χρόνο και την εγκατάλειψη.
Tα μάτια του ήταν καρφωμένα στο κενό λες και πραγματικά ηταν μια απο αυτες τις στιγμές που προβάλεται μπροστά σου το πιο αρρωστημένο θρίλερ.
Όμως δεν ήταν μόνο αυτο.

Προσπαθούσε να διορθώσει την στάση του, για παράδειγμα φρόντιζε τα μαλλια του και κάπνιζε κατ'επανάληψη το τελειωμένο τσιγάρο, έβγαζε και ξαναφόρουσε το παλτό ενώ παράλληλα είχε κουμπώσει δύο φορές το τελευταίο κουμπί στο πουκάμισο.
 Σηκώθηκα απο το τραπέζι και απομακρίνθηκα προς την τελευταία κλειστή κουρτίνα κοιτάζωντας πίσω μου τον διαλυμένο Μπλέ.

«Μπλεεε … εδώ που τα λέμε ...»

«Αυτη την στιγμή που βρισκόμαστε εδώ, νομίζω ... πως ήρθε το τέλος σου!» φώναξα και όλα ξαφνικά σωπάσαν.

«Δεν έχεις πλέον αυτην την σκούρα απόχρωση του μπλε, έχουμε αλλάξει και οι δύο το καταλαβαίνω, ΑΛΛΑ ΕΣΥ!… »

«Στάσου να το συζητήσουμε! ... τι πάς να κάνεις!!»

«Το μόνο που θα κάνω τώρα είναι να να σου δώσω ενα καλό μάθημα!» και στάθηκα αποφασισμένος μπροστά στην κουρτίνα απο το τελευταίο παράθυρο.

Η πανσέληνος γέμισε με άπλετο φως το δωμάτιο, όσο άχρωμο και να είναι το φως του φεγγαριού σε ενα κλειστό χώρο, ορκίζομαι οτι έβλεπα όλα τα χρώματα να σχηματίζονται μοναδικά.
Ήδη υπήρχε ενα κοριτσάκι στην δεύτερη σειρά, είχε ροζ φωτινά μαλλιά , ο διπλανός φανταστικός της φίλος έτρωγε ανενόχλητος το μαλλί της γριάς , κομμάτια ζάχαρης και ίνες είχαν κολήσει στα μαλλία της και αυτη παραμιλούσε όλο γκρίνια. Ίσως όμως να έφταιγε και αυτη  η ακατάπαυστη φλυαρία της, στο τέλος ο μικρός δεν άντεξε και με μια κίνηση δυσαρέσκειας φώναξε:

«Σταμάτα επιτέλους, δεν βλέπεις οτι παρακολουθώ με αγωνία την ταινία!!» και η μικρή σε αυτα τα λόγια μονομιάς ξέσπασε σε λυγμούς.

 Όχι! σε παρακαλώ! μην το κάνεις αυτό…» φώναξε ο Μπλε προς το μέρος μου και όλοι οι θεατές μαζί αναφώνησαν:

«Ωωωωω!» , οι θεατές στο άδειο θέατρο, που τώρα μερικοί απο αυτούς κάναν βουτιές απο έναν βατήρα στον εξώστη.

Άξαφνα ο μικρός φίλος ίσως μετανιωμένος ή ακόμα και συνειδητοποιωντας οτι δεν ξέρει κολύμπι χαίδεψε στοργικά το κορίτσι δίπλα του και της πρόσφερε ένα τριαντάφυλλο.
Αυτη σκουπίζωντας τα δάκρυα φάνηκε εστω προσωρινά να τον συγχωρεί.
Σταμάτησε επιτέλους να κλαίει και όλα επανήλθαν στην φυσιολογική τους ροή, εκτός απο μερικούς που πηδούσαν πλέον στο κενό.

Τίναξα τα νερά απο τα παπούτσια μου και ήμουν έτοιμος να φωτίσω ολοκληρωτικά το δωμάτιο, ώσπου ξανα άκουσα τον Μπλε να εκλιπαρεί.

«Δεν μπορώ περισσότερο φώς… απλα ασε με να φύγω και να γυρίσω στην οικογένεια μου και δεν πρόκειτε ποτε ξανά να σε ενοχλήσω!»

«Μην ανοίξεις και το τέταρτο παράθυρο!»

Ξαφνικά όμως εκει που δεν το περίμενε κανείς… Ο ανδαλουσιανός σκύλος πετάγεται μέσα απο την οθόνη και με ένα απότομο σάλτο ορθώνεται μπροστά του!
Κοιτάζει κατάματα τον Μπλέ, στο στόμα του σφίγγει ένα πιστόλι, σαν να ήθελε παιχνίδι κουνάει την ουρά του και προσμένει .

 «Τι είναι αυτό;;; Τι να κάνω, βοήθησε με σε παρακαλώ ή άφησε με επιτέλους να φύγω απο αυτη την τρέλα!!»

 Βρισκόμουν ακριβώς στο ένα μέτρο απο το πιστό τετράποδο, χαιδεψα στοργικά το απαλό του τρίχωμα και αποκρίθηκα γαλήνιος προς τον Μπλέ.

 «Στο χέρι σου είναι όλα, άκου σε με καλά, το όπλο μόνο να ξέρεις πως ειναι γεμάτο»
 «Αυτο δυσκολευει την θέση σου ή τα κάνει όλα πιο ευκολα»

Λέγοντας τα παρακάτω ξανακάθησα μαζί του στο τραπέζι και συμπλήρωσα:

 «Με καθαρίζεις εδώ και τώρα» ...

«Αυτοκτονείς» ...

«ή ….»

Και πριν προλάβω καν να ολοκληρώσω την εναλλακτική στην πρόταση μου βλέπω τον Μπλε που είναι σχεδον έτοιμος να αρπάξει το πιστόλι…


«ή Τι!! πες μου την εναλλακτική τώρα!» σφίγκωντας στις παλάμες του το όπλο.

«Του το πετάς πίσω για να παίξτε!»

 Τι χαριτωμένα τετράποδα που είναι οι σκύλοι και πόσο αγαπάνε το παιχνίδι, δεν συμφωνείτε;!

Friday, December 26, 2014

2Γκο24ωΜεφγβνΝεςψΨ

Δεν ειναι οτι κοιταω, ανοιγω τις πορτες και το δωματιο. Ειναι η αφορφμη που ειμαι ξανα εδω σκεφτόμενος τους λογους υπαρξης. Αν δεν ειχα φυγει ποτε, ολα σιγουρα θα ηταν καλυτερα μα τωρα που ξανα σε συναντησα δεν μπορω με βεβαιότητα να το πω αυτο. Αν καθομουν για πάντα κλειδωμένος σε αυτο το δωμάτιο φερειπείν θα γεμιζα με μικρές φουσκάλες καθημερινότητας το εγω μου. Ειμαι μαζι σου σε μια εξοχή ή σε μια έξοχη εκδοχη της πραγματικότητας , ποτίζουμε τα άνθη της αμφιβολίας μας και σκεφτομαι οτι δεν πρεπει να σκεφτω τιποτα, προσπαθω να θυμαμαι μονο πως ειναι να γινεται να αγαπας και αυτο μόνο. Εξ'άρχης ειναι απο μονο του το μεγαλυτερο λαθος γιατι απο αυτο ξεκινήσαν όλα τα λάθη επι λαθών. Γνωρίζω ναι, πως είναι ή θα γίνει και έχω τις λύσεις πρακτικά αλλα απο την αλλη ανοιγω την πορτα , χάνω τα κλειδιά , ξεχνάω τον δρόμο της επιστροφής και είμαι έτοιμος να σε ξαναβρω.

Sunday, November 02, 2014

ποστ τίτλ 221ψ

σκεφτομαι την μέρα μου. .μονο σκεφτομαι εσενα. σε αναζητω στο δωματιο. ανοιγω το μυαλο μου και εισαι εσυ. εκει αγγιζω τα ρουχα που μου φορεσες. Εκει σκεφτομαι τις μερες μου. Τιποοτα το ανησυχυτικο. Ολα αρχίζουν σωστά.

Sunday, October 05, 2014

αλτρουζzz

ναι, ναι που μου λες ναι και μου λες ναι, φυσικα για το φανταστικό κορίτσι μου ,εσένα, μιλάω. Ομως εγω, οπως και εσυ μαλλον αναρωτιέμαι, περιμένω. Την τρελή , που είναι λίγο απο εμένα, την σεξουλιάρα που ειναι λίγο απο εμένα, την φίλη της φιλίας σου, ποια θα ήταν ορθό να επιλέξω; Σκέφτεσαι, θα πω, για να μην ξανα γίνεις ξένος. Λές -ας δώσω αλλη μια ευκαιρία σε κάτι που μοιάζει με γυναίκα- και ευτυχώς που τίποτα δεν είναι αιωνιο. Για να μην γίνεις περισσότερο καταστροφικός ή γιατι απλά πλέον κουράζεσε αναγνωρίζοντας το οτι είσαι κουρασμένος , για φάσεις. Τι φταίνε οι άλλοι που τους διαλέγουμε πρόχυρα και πρεπει εκ των υστέρων να πληρώσουν τα λάθη μας; Ωστόσο , επειδή μας διακατέχει και μια ανεξήγητη θα έλεγα καλοσυνη, συγχωρουμε τα πάντα όταν μας γαμάνε αυτοί πρώτοι το μυαλό.

Wednesday, January 08, 2014

τρ-Eχω 14

Thursday, November 14, 2013

2.500 Έψιλον για να φύγεις ξανά ...


Η γυναίκα γράφεται με Άλφα Γιώτα.
Η Γιώτα γράφεται με Ωμέγα.
Ο δρόμος έχει 2 Όμικρον.
ο Άλφα πίνει κρασί.

Wednesday, December 26, 2012

6.30

Γυρνάς εξι μηση, το πρωί και όλα πραγματικά δεν μπορώ να πώ ψέματα οτι δεν είναι τραγικά.
'Ισως αληθινά κάτι να επαναλαμβάνεται.
Στην αρχή πανέμορφα, αλλα και στο τέλος πανέμορφα αλλα κάτι δεν πάει καλά;
Πρέπει να υπάρχει κάτι.
Γραφω και διαβάζω αυτες τις γραμμές, προσπαθώ να διορθώσω, σε κάθε περίπτωση σχεδον αναθεωρώ οτι έγραψα πριν, αλλα τι υπάρχει ανωδυνο να συμπληρώσω για να φανώ ΟΚ και να μην με πονέσει;
Οτι γράφω είμαι.
Γραφω σήμερα, είμαι ένας τρελός που όσο θέλω να μην βιώνω τρελές καταστάσεις, συμβαίνει, για κάποιον λόγο που μου αποδυκνύει οτι δεν είμαι τρελός και εξαναγκαστικά το ελέγχω μεσα απο την τρέλα μου.
Δεν βγάζει κάνενα απολύτως νόημα, και αυτό.
Με βεβαιότητα ακόμα και αν δεν είμαι τρελός, δεν γνωρίζω την αλήθεια.
Καλυτερο θα ήταν απο το να κάνω αυτο, να κάνω οτι κάνω καθημερινά, να ποτίζω τον βασιλικο μου που παλευει να βγάλει τον χειμώνα και τον διόσμο, να παιξω στο βιολι την κανελόριζα και να το βαρεθω ή γιατι πρέπει κατι τελευταιο να κλείσω την φράση μου, να πω οτι δεν 'εκανα τίποτα απολύτως σήμερα που είναι Χριστούγεννα.
Σήμερα δεν έκανα τίποτα απολύτως, πέρα απο ένα πιάτο τραχανά.
Π'εραν τούτου, υπάρχουν οι άνθρωποι που με κρατάν και εκεί θέλω να σταθώ, ίσως γι'αυτο και ανάφερα τα Χριστούγεννα.
Οι ανθρωποι (*που με κρατάν) για μένα είναι σαν την χορίστρα στα μακριά τώρα/ξανά-ξανθιά μαλλιά μου που δεν τα φροντίζω.
Χωρευω ,με κουρευω μέσα απο τον χορό , γαμάω για έναν λογο το κεφάλι μου να καταλάβω τι συμβαίνει με όλους αυτους γύρω μου, ενω ο εγκεφαλός μου ειναι ξεκάθαρα τιποτα άλλό απο μια χύτρα ταχυτητας ή παραδοσιακά ένα αλέτρι, και πρώτη φορά δεν υπερβάλω, ξέρω τι λέω και το εννοώ.

Εννοώ οτι είμαι ένας αγρότης, Ό,τι σπείρεις, θα θερίσεις.
Αυτη είναι η ομορφιά και μέσα σε όλη αυτη τη φράση κρύβεται η αντίφαση στην ζωη μου.
Μπορώ να συνεχίσω να τα γαμάω όλα, για εμένα.
Τα κανα σκατά, αλλα σίγουρα θα έχει κι άλλο.

Saturday, December 22, 2012

Post tiltle

Sunday, December 16, 2012

μπλου




μπλά.. μπλέ,  μπλα μπλά
νομίζω πως δεν μπορώ να κάνω λάθος

Monday, November 26, 2012

Που είμαι;






Η αληθεια, αν θέλετε να σας πω για αυτήν, θα ηταν το μεγαλύτερο λάθος να μιλήσω για τον ξεκούτη γειτονα, γιατι ίσως και να πώ ψέματα απο ανακρίβειες.
Μου χτυπάει την πόρτα, νομίζω οτι αφου δεν τον ανοίγω παραμένει εκεί και κοιτάει απο το ματάκι!
Η ανάγκη να δημιουργώ φανταστικά πρόσωπα που έχουν μούσια, έχουν μουνιά μεσ'τα μαλλιά και τις μπλεγμένες τρίχες, ξεφυτρώνουν αφού πατήσω το -5- στο ασανσέρ είναι ίσως πλέον εκτός ελέγχου.
Δεν είμαι εκεί.
Πάντα βγαίνω απο το ασανσέρ με προσοχή, μήπως και τον συναντήσω αλλα ποτέ δεν είμαι εκει.
Το ασανσέρ οστόσο πάντα ανεβαίνει οπως και κατεβαίνει, βρομερό όλες τις μέρες απο μπιχλα σκουπιδιών, ομως συλογίζομαι οτι ο κόσμος τυγανίζει, αναθερμαινει, καλωπίζει και μετα νιώθει την ανάγκη για κάτι καινούριο, με την ίδια συνταγη μαγειρεμένο.
Τι υπέροχος άνθρωπος!
Το ασανσέρ είναι μικρό, προσέχω να μην στριμοχτώ με κανέναν παράνομο ή ανώμαλο παρα μόνο με τον καθρέφτη.
Ομως αυτες οι τελευταιες απο τις μέρες μου με κάνουν σκέψεις:
Ξεκίνησε αυτος, κατω απο την φαντασία μου, στην αρχή αυτος το έκανε πρώτος και σε καμοία περίπτωση δεν έγινε λάθος.
Υποψιασμένα και εκεινος, εκει που μου ζητούσε τσιγάρα στον δρόμο που θα κατέληγε στο σπίτι ή μέχρι και το τέλος απο το ίδιο προάβλιο, ενα κομάτι επικοινωνίας ή για να πω όλη την αλήθεια οπως και θα πρεπε, μου ζήτησε λίγα για να μου τα πάρει όλα στο τέλος!
Μου πήρε ώρα να το πω.
Έγω το ξεκαθάρησα απο παλιά, μένω στο ρέτιρε του 5 ενώ θα ήθελα να μένω στο 11.
Τα βράδυα αλλα και γιατι όχι και τις μέρες;
Σκεφτόμουν, μα πως είναι ποτε δυνατον να βρίσκεται εκει, ισως γιατι περισσοτερο θυμαμαι τις νύχτες πως με πλησίαζε, μαλλον θα είχε και για αυτο ένα ελαφρυντικο στον τρόπο που το κανε, που το κανε τόσο καλα.
Τις νύχτες εγω κρυβόμουν αλλα όχι απαραίτητα.
Για την ακρίβεια γελούσα και το έκανα με τόση διάρκεια και ένταση που θαρρώ οτι μπορούσε να με ακουσει απο το κάτω διαμέρισμα, το 10, που ειναι οι τοιχοι αντικείμενα, ειναι οι κτυποι ύλη, ειναι τα τακ σταματημός, τα τικ βυθίζονται μεσα απο τα τοιχώματα και καταλήγουν στα αυτιά αυτουνου και ίσως στην αρωστημένη φαντασία του, που εγώ δεν έχω, που εγώ δεν έχω.

Φινάλε θα είναι να μπορώ εγώ να έχω στόμα, να μπορώ να έχω την ελευθερία λόγου να πω τα πραγματικά ψέματα στον εαυτο μου.

Που είμαι;
Για παράδειγμα: Μόλις γύρισα στον 10ο όροφο.

Monday, September 24, 2012

Ζοζεφίν





Φαντάσου, εναν άλλον σαν εσένα ή λίγο πιο περίεργα εσυ να είσαι, πριν ετοιμάζεται για να έρθει απο τον καθρέφτη, αλλα ποτέ ή λίγο πιο πρίν απο το πρωινό τόστ , έναν ή ένας που μόνο κάθεται για να ξεκουραστεί με μια επάνω σε εφημερίδα. Φαντάσου εσένα, εμένα και γιατι οχι προφανώς, αφου μιλάμε για την συνωμοσία που θα ήμασταν εκεί, να μην ισχύει τίποτα απο όλα αυτα.

Wednesday, September 19, 2012

κυδώνια 2012


ο Α ή ο leeroy είναι δύο διαφορετικοί χαρακτήρες. Φυσικά έχουν τόσα πολλά κοινά αλλα και μόνο το γεγονός οτι στο μυαλό μου δεν θα έρθουν ποτέ σε επαφή, τους κάνει αταιριαστους. Η ζοζεφίν είναι μια διαφορετική κοπέλα. Τι μπορώ να πώ για αυτήν τώρα στην φάση που είμαι; Namaste ίσως μόνο και θα σε δώ το πρωί στον ποταμό. Ο συγκεκριμένος αυτος που έχει κολήσει στο μυαλλό ειναι ο ένας ο τυπος ο πεζός. Το όνομα του; Γιώργος, ίσως και Πέτρος μα ακόμη και Άννα αν πιω πολύ. Αλλα σε καμοια περίπτωση Κατερίνα ή Δήμητρα ή Χριστίνα ή ακόμα και αν μπορούσα να πώ Μαρία, θα ήταν τούτο με ελαφρυντικά. Δεν ξέρω γιατι το κάνω αυτο. Προφανώς ολα μαζί τα ονόματα αντιστοιχούν σε σκατα μεσ'το μυαλό μου. Κοιτώ εναν ήλιο , με λούζει ο ήλιος ο μοναδικός Θεός ή το κρύο ή η πείνα ή η λειψυδρία. Τα μαλλιά μου γίναν τόσο ξανθά όσο καμοια βαφή δεν μπορεί να τα κάνει. Μετά σκέφτομαι ή για να πω την αλήθεια, δεν σκέφτομαι το μέλλον. Χωρίς να μπορώ και το ξέρω, να επέμβω σε ότι έγινε στραβά θα ήθελα, να θέλω να το διορθώσω. Νοικιάζωντας ενα καινούργιο σπίτι μακρυα, φιλοξενουμενος στο σπίτι μιας φίλης, στον δρόμο να σκεφτώ οτι έχω νοικιάσει το εγώ μου σε κάποιον. Η ζοζεφίν έχει έναν αδερφό. Ενδιαφέρον τύπος. Σκέφτομαι ότι γνωρίζω ανθρώπους, με αγαπάνε, με ξεχνάνε και με μισώ και με μισώ και μισώ. Φυσικά, για τον Α έπεται συνέχεια, σε κάποιο άτιτλο αν ξαναγράψω.

Saturday, January 21, 2012

masakra


Σε καμοια περιπτωση ο ανθρωπος δεν μπορει να μην έρθει αντιμέτωπος με ένα σημείο καμπής.
Μια εποχή που ακολουθώντας πιστά το ίδιο μοτίβο σκέψης θα φανερωθεί το γνωστό φινάλε.
Ισως να τα καταφέρει δεν λέω, άλλα αυτος ο εγκέφαλος, τι είναι; 
Μόνο σκατά, τηλεόραση, καλοπέραση και αγκαλιές;
Αν όχι ο απόλυτος εξομοιωτης απ' οτι τρέλα μου έρθει στο μυαλό, τότε τι;
Και ναι, υπάρχουν αξίες, υπάρχουν ιδανικά αλλα εγώ τι ρόλο παίζω μέσα σε όλα αυτα;
Τι υπάρχει πέρα απο εμένα που δεν μπορώ να ελέγξω και αν θέλω να τα αποκτήσω όλα;
Η τελευταία φράση έχει ένα λάθος.
Δεν υπογραμίζει το εγώ.
Αλλα στον νου μου κάθεται καλά.
κρασιά

Sunday, November 13, 2011

Διαδικασία Παραγγελίας

Τωρα ή εχθες, παντως σιγουρα λιγοτερα απο τον τελευταιο καιρο που πέρασε πάνω μου, ο πονος ειναι περισότερο εμφανής.
Τα οστά μου δεν τα νιώθω άλεξ και αυτο ίσως να προέρχεται απο μια ανεξήγητη αρρώστια.
Συνομιλώ με τους ανθρώπους, χωρις να τους φανερώνω τίποτα για αυτες τις ανυσηχίες μου και μετα επιστρέφω σπίτι για να φάω ενα μανταρίνι.
Σπάνια ακούω μελαγχολικές μουσικές ή βλέπω μελαγχολικες ταινίες, τώρα με πειράζουν ή με απασχολούν πολύ.
Ήξερα οτι υπήρξα ήρωας, αλλα η επινόηση της μοναξιάς είναι τικ ειναι κλικ ειναι τικ ειναι κλικ ειναι τικ ειναι κλικ ειναι 
Γυρνάω, γερνάω, καπνίζω και γράφω:
Εχω καιρό να γράψω (γράφω)
Δεν σιχαίνομαι τίποτα.
Δεν αγαπώ τίποτα.
Δεν έχω λόγο να αμφιβάλω για τίποτα.
Είμαι ειμαι Είμαι είμαι με ει με με με

Wednesday, September 21, 2011

12M



Εισαι εδω, ουρανοκατέβατος, σαν τις ψιχάλες, αναμεσα σε 11 πιθηκους, βρέθηκες να μοιραζεσαι ενα δένδρο και την βροχή.
Πριν αρχισεις να γράφεις, συλλογίστηκες:
"θα γράψω οτι ειμαι ενας απο τους 11 πιθηκους, οπου για τώρα, βρισκόμαστε κατω απο ενα δέντρο. 
Πιθηκίζουμε, λιγο πιο πέρα εχει κατι άλλους πιθήκους, που πιθηκιζουν σαν κι εμάς και ωστόσο οσο πιο μακρυα και αν πήγα, είδα μονάχα πιθήκους"
Επειτα καρτερείς, κάτω απο τις φυλλωσιές ή αν βρέχει ξανά τον ήλιο, δεν γράφεις άλλο, παρα αντιγράφεις οποιαδηποτε δράση πλάι στην αγγέλη, προσκεφαλι με τις σημειώσεις, και ξυπνας συχνα απο τον φόβο πως καποιος θα σε προδώσει. 
Ο πατέρας ή το αρχικό δένδρο που στέγασε ανεπίκαιρα τον πατέρα είναι ο μεγαλύτερος ψευτης, τα φύλλα που τρέφεσε είναι τα ονειρα που σου διηγήθηκε, οι καρποί μερικά απο τα αδέρφια που σου φόρτωσε, κλαδιά που θα πέσουν απ'το βάρος, ξεραμένα στην λάσπη, στο φθινοπωρινό πρωτοβρόχι.
Εσυ παρ'ολα αυτα, συνεχίζεις καθε φορά που γίνονται τουτα, να ψάχνεις που πουλάν τις ομπρέλες.



Tuesday, September 06, 2011

23156778978688 7




// Αρχή

Εν αρχή καθόμουν. Σχεδόν, ο μισός κοιμησμένος, περίμενα. Θυμάμαι οτι λίγο πριν συνομιλούσα με έναν. Με τα μισά μου μάτια, εβλεπα εναν δρόμο, με τα αλλα μισά το σκοτάδι να τρυπώνει πάνω σε ένα μονοπάτι, ίσως ακόμα και μέσα απο ένα δωμάτιο. Σκεφτόμουν οτι κάποιος ήταν εδώ. Οτι μου ειχε απομεινει απο την μιση οραση, συλλογιζόμουν ακόμα και τον δρόμο που με οδήγησε σε αυτό το σημείο. Αλλά! αντι για αυτο, για να με ανησυχήσω ίσως, σηκώθηκα. Ησυχος όμως, για να καλως ορισω καποιον, σαν να ηρθε η στιγμη, ανασηκωθηκα. Ξανά. Ηρθε ένας σαν πριν. Μετα απο το διαστημα μιας ώρας ή μιας αιωνιοτητας, κατεφθασε. Δεν ειχα άλλον, ή λόγο να καθομαι, έτσι και διαβηκαμε κατοπιν μαζι τον δρόμο. Καθως περπατούσαμε, και μονο αυτο καναμε, αφου μου ειπε για την οικογενεια, για τα χρέη του, για όλες τις ανησυχίες, και άναψε ένα απο τα τσιγάρα του, ήρθε η στιγμη που επρεπε να αποκαλυφθώ.
Του είπα λοιπόν:
Ας κάτσουμε για λίγο εδώ, και θα σου τα πώ όλα κι εγώ, απο την αρχή και ως το τέλος.

// Τέλος

Monday, May 23, 2011

33

Οταν ξυπνας στα γεράματα σε ενα σπίτι με ενα ηλεκτρικο βιολί διπλα σου που αναβοσβήνει η ένδειξη της μπαταρίας, γυμνός ή ακόμα και ημίγυμνος και τρίβεις τα μάτια σου, κλοτσάς το πρόσωπο σου να φτάσει μεχρι τον νιπτύρα και νιώθεις οτι ακους καθως απομακρύνεσαι και απομακρύνεις παραλυλα τον διάδρομο, την φωνη απο αυτουνου του puressence να αντυχει, ξερεις πως εισαι μικρος ή αν δεν το ξέρεις αυτο, ξέρεις πως δεν άλλαξε τιποτα, περα απο ενα διαφορετικο δωμάτιο, που ειναι ξεκάθαρα ακατάστατο ή θα παρει καιρο ξανα να το δειξεις σε καποιον ή αν θέλεις να ξέρεις για να το συμαζέψεις / αυτος που μολις εφυγε, θα κανει καιρο να επιστρεψει, τοτε θα γνωριζεις, τοτε θα αντιλυφθεις, τοτε εκει που πλένεσαι, γιατι ειναι εφτά και εικοσιεφτα το πρωι, τοτε θα ξέρεις οτι τιποτε ποτε δεν γίνεται να αλλάξει. Αυτα τα μούτρα τα όμορφα, με τις γραμμές και τα σημάδια και με τις μπλεγμένες τριχες απ'τα μαλια στις βλεφαρίδες, αυτα τα μάτια τα μαυρα και τα ξενυκτησμένα στον καθρέφτη, θα σαγυνευουν μέχρι το τέλος τα μικρά εικοσάχρονα κορίτσα.

Saturday, May 14, 2011

Νεπάλ (Απόκριες 2011)

video





Σκυλόψαρο χορτοφάγο της ξυράς (επικίνδυνο-σοκ)
video

στο τέλος δεν φαίνεται ξεκάθαρα οτι μου επιτέθηκε

Friday, March 25, 2011

Goa 2011

typos me nikiasmeno scooter me prospernaei avator pros anjuna kai akouo:
"in 200 meters turn left and then rignt again and then..."
stamato anagkastika mazi tou giati o dromos den exei diadromh, idia stoixeia pou epali8evei to mixanima h oxi (giati xa8ike/einai xamenos/mporo na ton kano na xa8ei) kai me rotaei... me koitaei kai rotaei san na min kserei tin diafora an8ropou/potamou/8alasas/cyborg poutana grya kai ta resta.
- left or right now ?
koitao to scooter toy, idio me to diko mou, pou den simenei tipota parapano apo 100 roupies, apo to koufari tou telefteoy mou saltou se afton ton okeano kai antikrizo/ kolimeno/sto kantran ena GPS

kai meta anarotieme
What the Fuck!?

Tuesday, November 09, 2010

Γιατι ποιο λογο ειναι καλο να κανεις Stage-diving


επειδη στην Umea έχει -5 βαθμούς.

Monday, November 01, 2010

19 ανθρωποι για την Κ΄το 1997






οταν εφυγα, εκλαψε
αλλα οχι αυτη
το χιλια ενιακοσα ογδοντα
λαθος ή λαθοι επι λαθών απο περιεργα όντα
το χιλια ενιακοσα ενενηντα εφτά κενά
και το ένα επι του εκατό δια του εγώ
τοτε εκλαψε, τοτε το Ω!
με τα ρούχα μου ή Ω!
και ωραια ξανα ο Ω!
που εκλαψε, σαφως
και καποιοι λεγαν οτι δεν θα φοραει ΤΑ ρουχα
για την ομορφια της σήμερα, οχι
για τα ωραια της τα χρόνια να παρουσιαστει
καποιιοι λεγαν, δεν φοραει καλα ρουχα για την ομορφια της
για τα χρόνια της, σαν εμας
και αυτοι λεγαν, αυτη :ειναι, θα ειναι ομορφη ή οχι αυτη
και αυτη ως οφειλε ηρθε στα μυαλια μας
αυτη ήρθε και στα μαλλιά μας, αληθεια!
ειτε γιατι ασχολειθηκαμε πολυ μαζι της
ειτε γιατι εμεις ειμασταν πολυάσχολοι απο πρίν με τρίχες

γιατι τωρα ΄ομως, χασαμε τα χναρια της;



Saturday, October 23, 2010

γιατι ειναι καλο να καθεσε κατω απο ενα δεντρο

και που να ξέρω εγω

Thursday, October 14, 2010

Η Ιλιάδα κοιμάτε και εγω πίνω κρασιά




Ισως εμεις σε αυτο το χωριό, που βρίσκεται κρυμένο βαθιά μέσα στο δάσος, εμεις απο αυτο το κοπαδι, αν ολοι εμεις αγαπουσαμε τον ιδιο ανθρωπο, και ολοι τρωγαμε απο το ιδιο του πιατο και ο ιδιος ανθρωπος μας ταιζε ισαξια και μας αγαπουσε το ιδιο, μα και αυτος αναγνωρίζοντας τον ρολο του ποτε δεν ξεχωριζε καποιον απο την συντροφια μας, τοτε δεν θα ηταν ολα διαφορετικά;






Σαν τον χωρικό, Θεό στην θέα μας, που αυτο κανει και αυτο τον κατευθύνει το σούρουπο προς την ταβερνα του χωριου, και δεν λεει καληνυχτα στα παιδια του, δεν λεει θα επιστρεψω αμεσως, ουτε και στην γυναικα γιατι ξερει πως θα συναντησει απλα τους φιλους αναμεσα στα αναποδογυρισμενα τραπεζια, με τα μουσια που τροχίζουν τα σαπια τους δοντια, με τους απλειτους γειτώνους που δεν μιλάνε ποτέ για τις κόρες τους, που τριβουν στα αρχιδια τους χρύσα χαλίκια απο τον ποταμό, ανακατέβουν στα ρουθούνια τους μπαρούτι και ρεβοντε φωτιές, θα πιουνε του σκασμου και θα τραγουδησουν μεχρι να ξημερωσει πιάνωντας κάναν κώλο ή παίζοντας την μοίρα τους στα ζάρια, ενω ο πιανίστας ... και αυτος ακόμα πίνει!



Πρωι σχεδόν εξώ απο το πανδοχείο. Επιστρέφουν ή αυτο αποφασίστηκε!
Σερνωντας τους στην ουρα τους σαν σάβρες, σαν τα γουρούνια μουγκρίζοντας αναστεναγμούς, ενας ενας διαφορετικα στο ποτάμι με τα σκαλιά απο τους αλιγάτορες, να γλιστράνε απο τα σάλια και την λύγδα της χαραυγής, σε αυτο το χωριό της μέθης, που οι ανθρωποί τρεκλίζουν και με τις τεραστιες μποτες ανακατευουν τις λασπες κι ο πιο μακρυνος στην ουρά να μακρένει στον άλλο τον σκοπο του τραγουδιού και ο πιο κοντός να χαζέβει απλα την αυγή ή ο πιο αρτσούμπαλος της παρέας , ακομα και αυτος να βρισκει τον δρομο για το τεραστιο κρεβατι , μόνος και διχως να πει ευχαριστω, ουτε στην γυναικα να ψυθηρίσει μαλλον σ' αγαπω, και ηρθα, ουτε στην ταβερνα να απολογηθει για το χρέος του, ουτε απ'το κοπάδι που τάισε, να ζητησει ευγνωμοσυνη. Ουτε καν να χαιδεψει ευλαβικα το σκοτάδι στο κελάρι ανάβωντας ένα κερί.
Καληνυχτα μάλλον. Ολοι απλα τώρα θα κοιμουντε, θα κοιμηθήκαν ή οπου να'ναι… θα αποκοιμηθούν.
Στο χωριό αυτο οι Ιλιάδες ονειρευονται κι εγώ πίνω κρασιά.

Tuesday, September 28, 2010

Party


//
καλά περάσαμε, του χρόνου ξανά.

Thursday, September 16, 2010

Ξανθος φρεσκοκομμένος καπνός




Ενας ανθρωπος μιλάει. Ενας μιλάει κάπου μακρύα και θα'θελα να τον ακουσω. Ομως αντι γι'αυτου περισσότερο μου έρχεται μια αναγούλα. Πλησιάζω να δώ. Σχεδόν ανέβηκε πάνω απ'τους αλλους γιατι λιγο πριν ολοι τους ηταν σε μια φάση. Αλλα τι λεω διχως περιγραφές, ακομα και τωρα αυτο να μην ειχε συμβει, παλι κατι αντιστοιχο θα γινοταν. Εσεις δεν θα καταλαβαινατε τιποτα γιατι δεν σας εδωσα την ακριβης εικόνα. Ολοι τους ομως, όμοιοι, θα ηταν σε μια φαση. Ξεκάθαρα οπως το ειδα και μην αρχισω απο τωρα να σας λέω τι εχει συμβει, θα ειχε συμβει. Περασε απο πανω τους και εκεινο θα αναπαραστησω με τα λογια, σαν μια μαιμου (αυτος) με σκοπο να φτασει στο απολυτο της οπτικής μας, οπως και εγινε στην μικρη μας παρέα. Ποιός να είναι; Ένας αυτόχειρας; Ενας σοφός; Ένας λαθρεπιβάτης; Φασίστας; Αναρχικός; Ένας αγαπητος σε όλους που σε λίγο θα εισπράξει το πιο ζεστό χειροκρότημα;


Ενας ανθρωπος μιλάει. Ομως γιατι εδω που τα λεμε να αναλωθω σε αυτον ή γιατι περισσοτερο να αναλάβω αυτον τον ρόλο που θα με βαλει σε διαδικασίες να αναγράψω επιγραμματικά το τι έκανε; Και για να σας πω την αληθεια, αυτα ηταν μονο η αρχη, σιγουρα θα εχει και συνεχεια, ναι και μετα απο αυτο αυτα και πολλα αλλα μετα. Ουφ κουράστηκα. Προφανώς ήδη γύρισα στο συγυρισμένο μου σπίτι. Ευτυχως που δεν έχω ξυλοσομπα. Βαριέμαι να μαζευω ξύλα απο το μπαλκόνι. Και αν με δει κανεις;

Καπου εδώ αποφασίζω να ανεβάσω ένα βιντεο και να κλειδώσω το ασυρματο μου ιντερνετ. Εν'ολιγης για οτι και αν σας εκανα να πιστεψετε, αυτο δεν θα γινει. Δεν ξέρω μάλλον πως προεκυψε, αφερέθηκα. Ακουω φωνές. Απομακρύνομαι απο το γραπτο μου και παω να κλειδώσω ωστόστο και την έξω πόρτα. Βράδιασε. Θα κλειδώσω την εξώπορτα και θα αποκοιμηθώ. Ή δεν θα απαντήσω στο τηλέφωνημα του γνωστου απ'τα παλιά. Καπου τον συνάντησα αλλα δεν ξέρω τι εντυπωση δημιουργισα. Αγχωτικό να μου θυμήζει και πως περνουσα τότε καλά. Χορευαμε κινηματογραφικά οπως εδώ θυμάμαι. Πολυ πιθανόν να ανταμώσω τον εμπιστο φίλο μου για να συζητήσουμε ορισμένες ώρες το πρωι. Αυριο σίγουρα αυτο. Καλυτερα. Για σημερα να φάω πολυ ζαμπόν. Να μην δώσω τα λεφτά που χρωστάω στον εργάτη. Να απομονωθώ στο σπίτι και να αγοράσω το πρωί ένα βίντεο. Να με ξαναδώ στις ασπρομαυρες μου κασέτες. Για μένα και για το εργασιακό μου εγώ. Μόνο δικό μου: απο το εργοστάσιο. Τουλαχιστόν θα περάσει ο χειμώνας ετσι. Παρέα μ'ενα χαρτινο κουτί. Αρκει να ντύνομαι ζεστά και καθαρά. Θα βγω απο την κρίση. Οποιος άντρας χορευει μπαλέτο, ειναι πούστης.

Οποιος τοτε ακουγε cure

ήταν Κιουράς

Thursday, September 09, 2010

Φόβος



Γυρισα ξανα σε μια πολη και εχω αλλουστα μαλλια, πιο βρωμικα απο καθε αλλη φορα, ο συγκατοικος μετα απο 3 μήνες ανοιγωντας την πόρτα, μου ειπε: ειναι σαν τα χωματα, αλλα δεν καταλαβα τι ακριβως, τον ρωτησα πρωτα αν πρεπει να αλλαξω, αλλα οχι σήμερα, ξεμπλεκα απο τις τζιβες πραγματα που νομιζα οτι ειναι συμπιεσμενη αμμο, εβγαλα 2,3 κλαδια απο κεδρους, κοχυλια, θα ηθελα μεσα απο αυτα να βγάλω την Ιλιάδα, να μου πει: τζα!, μου λείπει, αλλα μετα συνειδητοποιησα πως ειναι η αλμύρα και τα ξερατα μου, αυτη η μάζα κολημενη στις ρίζες, την μύρισα: ρακί και τυρόπιτα, γυρνοντας απο το νησι, τωρα στον καθρεφτη μπροστά ξέρω, το καραβι κουνουσε τρομερα,παρα πολυ, θαλασοταραχη, 1η φορα μαλλον ξερασα 2 φορες σε μια βαρκα και 1η φορα θαρρω πως φοβηθηκα την θαλλασα, αλλα δεν εχει σημασια αυτο, τωρα που δεν κουνιεμαι, πλεον ξερω την εκδοχη που τραβηξα, ξεκαθαρα, τωρα θα ειναι αργα για καληνυχτα ή για το "που ήσουν;", κανεις δεν ξερει και λιγοι θα καταλαβουν πως βρεθηκα πάλι εδω, μαλλον καποιοι πάλι θα πουνε "σε σκεφτόμουν", θα τους δω στην πορεια και τους αγαπώ, και εσένα, ομως εγω πρεπει να μην είμαι ποτε εδώ, κανεις δεν λέει οτι ειμαι σε εναν στρογγυλό πλανήτη κοινοχρηστο, με πολυ κοσμο, πανικος και βαβουρα, φανταζομαι οτι αυτο τελειωνει, εσεις τι; τελειωνει για ολους μας μαλλον θα πω, ξεχωριστά, χωρις διαλογο, καλα κανω και μονολογώ, δεν θελω να πεθανω ετσι, κουφος, γιατι εσας δεν σας ξέρω, σας παραγνωρισα, χωρις να κουνηθω, χωρις να βγαζω τα χωματα απο τα αυτια μου, οι τρυπες μου δεν ειναι τιποτα περισσοτερο απο μια λακουβα που οταν βρεξει θα γεμισουν νερο, αν ειμαι ξαπλωμένος σε εναν δρομο και διπλα μου πεσμενη και η ομπρελα, ας πουμε οτι περνάει και μια γάτα, ή το πιο όμορφο κορίτσι, αυτο θα γινει ετσι και αλλιως, αν αφησω την τελευταια μου πνοη, και δεν ξερω τι θα απογινω, ισως καποιος να φωναξει τους δικους μου, ποιους; θα μαζευτουν μα όχι όλοι, γιατι κανεις δεν ξέρει ολους αυτους που συναντησα, κάποιοι θα πουν:"αυτος ηταν ο Άλεξ", ενας ισως ψυθυρίσει "αυτοι ημασταν και εμεις" και τωρα ας φυγουμε, τελειωσε ο καφές, το κατακάθι θα μας κάτσει στον λαιμό, ας φύγουμε, για χρονια θα ανοιγουν οι πορτες, θα μιλανε για εμας, ειναι και τα νησια, ειναι και η Ευρωπη, οι Ινδιες, αυτος υπηρξε εδω, στρογκυλοκάθησε σε αυτον τον πλανήτη, δεν εχει και περισσότερα όμως να μας πει, ειναι και τα μουνια, τον πηρα. Τον πηρα, θα συζητάνε αφου βάφονται. Ακριβώς. Ομως πραγματικα δεν θα ειμαι στον εξωστη, δεν θα ειμαι θεατης, δεν θα ειμαι εννοω εδω ρε, αυτο ηθελα να πω, ισως τα 3 απο τα παιδια μου που πεθαναν πριν καν τα αγκαλιασει η μανα, αυτη δεν φταιει σε τιποτα, κανεις δεν φταιει για τα χαλια μας, ισως τα προτυπα να ήταν απλά λάθος, ας γεννηθούμε γέροι, ισως οι καθρεφτες και τα ματια των εφηβικών φιλων, ισως η ολιγορία τους που μας εκανε να τρεξουμε, τα μοντερνα παπούτσια, μακρυα, να τρεξουμε μακρυα απο την μιζέρια, δεν φταιει το συστημα, σε καμοια περιπτωση η οικογενεια, ποιος ενδιαφερετε για τον πατερα ή την μάνα, οταν αρχιζει να τον φαγουριζει απο νωρίς το εγω του; μονο τον θεο ψαχνει στην αρχη, να του κανει ερωτησεις, να του πει: γαμιεσαι; να του πει:ποτε ερχεσαι να αναμετρηθούμε;, και μετα, επειτα απο την απολυτη σιωπη, μαλλον να του πει .. καληνυχτα. Απο φόβο.

Sunday, August 08, 2010

Επιστρέφω σε λίγο...





Οταν ημουν στο Risikesh, αμεσως μετα την ανακαληψη, ελεγα σε κοριτσια καθε υπηκοοτητας: Do you want to come to my cave? Καποιες διστακτικα προχωρουσαν μαζι μου περα απο τον δρομο κοιτωντας πίσω αν υπάρχει σημειο επιστροφης, τις εσερνα με τα δεσμα της πιστης και ας μην γνωριζα καλα καλά τα πόδια μου ή τον λογο που συμβαινει τωρα αυτο. Εκει που το σκοταδι απλωνόταν ανενόχλητο χαναμε το μοναδικό μονοπατι και ευτυχως οι μαιμουδες αναπαυοταν πανω σε ονειρα πλεγμένα απο μπανανόφλουδες, ακολουθουσαν ερωτησεις και επινοήσεις του φόβου, μα περπατουσαμε ο ενας πισω απ'τον άλλον ολότελα ξενοι, φωτίζοντας με εναν φακο πιθανα σημεία της πραγματικότητας. Τα αλλα αρπακτικα βαθυα στο δασος δεν γοητευονταν απο τα νυχτοπερπατηματα μας (ευτυχώς!) και ας τους ορισαν καποιοι την καθοδο στον πολιτισμό ως συνάρτηση της αβαστακτης πεινας, μολις βδομάδες πριν κατασπαράξαν εναν περιπατητη αναφέραν οι ίδιοι, ομως σε μας ο νους δημιουργούσε μόνο φανταστικά σενάρια, ωστόσο ακόμα και ο ήχος απο τα βηματα που φωλιάζαν στην ψιλή άμμο και άλλοτε σπάγαν τα κλαδιά, μας τρομαζε, μας ένωνε, μας έφερνε πιο κοντα. Όσο χανόταν και η τελευταια υποψία για κάποιο αποκρυφο φως στο μακρινό Risikesh, επειτα απο το διαστημα αυτο θαρρω της μιας ωρας φταναμε λυτρωμένοι στην σπηλια μου.
Μπροστα, στο ένα μέτρο ξεχύνονταν ο Γάγγης και η ανταμοιβη για οσα υποσχεθηκα, ισως η πρωτη γευση ανεξαρτησιας απο μια βραδυνη βουτια να ήταν ενστικτωδώς το ευχαριστώ της συντροφιάς μου και η αμεσότητα για να αναγνωριστει και αυτη ως κομμάτι της φυσης, ακολουθία τις γυμνιας στον ιερό ποταμό, χωματα πανω σε ένα βρόμικο Ινδικό σεντόνι χαμω στα χωματα ή τις λάσπες. Πιστοι εραστες της περιπετειας και ολες οι αγνές πραξεις που απαιτούνται για μια συνευρεση άκακη δεν δειλιάζαμε να μεινουμε ακομα και σιωπηλοί για ώρες, κοιτάζοντας το ποτάμι και άλλωτε τα σύννεφα, μια βόλτα με το ιπτάμενο χαλί της απραξίας, διχως το αγχος πως αυριο θα χάσουμε το τρένο ή κατι απ'την ζωή μας παρουσιάζετε στο διαδικτυο θλιβερό.
Συνηθως αυτες φευγαν το πρωι* με το πρωτο φως μου λέγαν καλημέρα ή suba ratri αν τις εβλεπα να ετοιμαζονται και ήδη σουρούπωνε, ρωτουσαν απο που να γυρίσουν, αν είναι σήμερα μια καλή μέρα για να επισκεφτούν τον Βραζιλιάνο Mπάμπα, φευγαν παντως, μερικες γαμημενες, αλλες αγαμητες λογο της εποχης που στο Ισραηλ κατι ανεξηγητα θρησκευτικο γινόταν, και δεν ηθελα καθολου μα καθόλου να το καταλάβω. Καποιες μονο τις φιλουσα τρυφερα και ας είχα την ευκαιρία για κάτι παραπάνω, οχι γιατι ηταν πιο ομορφες απ'τις αλλες μα ίσως μονο ο τροπος που λαμπυριζαν τα ματια τους στο σκοταδι να μου φανερωνε κατι οικειο, κατι που γευτηκα ξανα σε μια άλλη χώρα, μα οχι σαν αυτην. Οχι σαν αυτην.
Παντα κατι γινοταν για να λησμονήσω κομμάτια απ'το χθές και οταν μέσα απο αμέτρητες ωρες περισυλλογης ξανα μονος στην σπηλιά συλογιζόμουν μοναχά την πεινα ως κατι το λυτρωτικό - αν δεν ειχε προφτάσει το ηλιοβασίλεμα για να με ταξιδεψει ενα φυλλο που διασχιζει απλα το ποταμι ή ενας κορμος που στροβιλίζεται στις ρουφηχτρες γύρω απ΄τα βράχια - ξεκινουσα ξανα την δικια μου καθοδο προς την πολη, σαν εξοικειωμένο αγρίμι χαραζα την άσφαλτο απ'τον δρόμο μηπως με προσκαλέσει καποιο jeep, αλλα συνηθως περπατούσα αμέτοχος για να σκεφτώ τις συνέπειες και ένα πακέτο μπίντι και τα σπίρτα που κάναν μία ρούπια, ίσως δυο-τρεις τομάτες, τι να συμβαίνει πίσω στην Ελλάδα, ένα μάγκο και στο τέλος της λίστας του μυαλου μου στεκόταν μια μαιμού που με κοιτούσε απ'το κλαδί ενος δέντρου και το επομενο κορίτσι που πιθανον αβιαστα περιμένει, είναι έτοιμη να πιστεψει στην μαγεία, στα παραμύθια που θα μοιραζόταν το επόμενο κιόλας βράδυ μαζι μου.




*εκτος απο την Λουέλα

Saturday, May 29, 2010

μετά έφυγα.

στην ζουγκλα εκει που είδα έναν, σε μια σπηλια φ*λουσε ενα κορίτσι, για να μην το φάνε τα άλλα αρσενικά.
και οπως έβλεπα με πόσο ζήλο την φ*λούσε απο τους άλλους, καταλαβα οτι στο τέλος θα την φάει πρώτος αυτος.

μετά έφυγα.

Thursday, May 13, 2010

λειπει η φωτογραφια (και το τέλος)

έχω κάτι να μου λείπει τα βράδυα
και έτσι νιώθω πως δεν μου λείπει τίποτα
πάντως αυτο νόμιζα πάντα, και ας είναι το παράδοξο.
όχι οπως ο σκύλος που περιμένει στις σκάλες τον αφέντη
που τιποτα δεν του ελειψε απολυτως
ομως παρ'ολα αυτα εφυγε κι ίσως παντοτινά
μα φροντίσε και για το ζωντανό
να μην του λείψει εξίσου το παραμικρό
αφηνωντας περισότερη τροφή
στο τέλος, στο τελευταίο σκαλί

πίσω απ' την πόρτα που ένας σκύλος αντικρύζει το κλειδί
λιμοκτονεί, μα όχι απ'την πείνα.
απο την θλίψη.

μου λείπει απόψε η Λοέλα
όπως ένα πουλί που του λείπουν τα φτερά
ή πιο απλά μου λείπει το χάδι και το αφού
όπως θα έλεγα στο σκοτάδι, μου λείπει ο ηλεκτρισμός
αφου πίσω απο το φως των μεγα τηλεοράσεων
μου λείπει η απόλαυση ή το τηλεκοντρόλ
μου λείπει το κουμπί να ακουμπήσω στο δάχτυλο
αφού λείπει το τέλος απο το κατακάθι του τίποτα
λειπουν οι ρόδες κάτω απο τον καναπέ που βολευτηκα
ή λειπει η απόφαση για το αν θα αποικήσω εδώ
ή δεν βλέπω την ώρα ξανα, να ξαναφύγω

στις δωδεκάμιση ή και λίγο πιο αργά
μου λειπουν οι δείκτες απο το ρολόι
ή λειπουν οι αριθμοί απο την μνήμη
ή λειπουν τα μάτια μου σε εκείνον τον καθρέφτη
ή λειπει ο τοίχος για να απλώσω μια υπενθύμιση
ή λειπουν τα καρφιά και πρέπει πάλι να κοιτάξω κάτω
για να δω αν ήρθε εκείνη η στιγμή
που ανοίγει για το τέλος, επιτέλους η πόρτα

(λείπει η συνέχεια)