.

Monday, December 28, 2009

2310210-δύο



Σημερα σε ενα παρκο γυρω στις 12:00 σκαλιζα με μια τσάπα το μαλακο χωμα. Ξενυχτισμενος φανερα, νομιζα πως θα το γλυτωσω λογο της οψης μου, μα ο κυπουρος αμεσως με το που ηρθα με πλησιασε πρωτα ιδρωμενος και μετα βρωμικος, και οσο μου το εξηγουσε περνουσαν τα δευτερολεπτα, οπως εγω τελικά θαρρώ πως συμφωνησα. Του ειπα ναι, γιατι να μην σε βοηθησω; Σκαλιζωντας το χωμα ευλαβικα και στον λιγοστο χρονο που ειχαμε για να μου υποδείξει τον σωστο τροπο, σκαλιζοντας το χωμα με τις συμβουλες του φωναχτά απο την αλλη μεριά του παρκου και με τις σκέψεις μου περισότερο παραπέρα, κοντοσταθηκα, κοιταξα ολογυρα μου αυτην την πόλη και ηταν απο αυτες τις στιγμες που σταματας, παγωνεις τον χρόνο, για να αντικρήσεις κατι λυτρωτικα που υπάρχει εδώ. Η ματια σου γινεται ευρυγωνια, διψασμένη, λυσασμένη, μηχανη απο την μηχανικά διαμορφωμένη συνειδηση, γινεται ενας φακος που ζουμάρει στα πιο αποκρυφα μέρη της μνήμης και ισως τα ματια σου να ειναι ακομα και δυο ολοστρόγκυλα παιδικά τόπια που πήραν τον κατηφορο, μα ακινητοποιηθηκαν λογο ατυχίας στο τελευταίο χλωρό κλαρί που βρέθηκε απο μια σαπισμένη κουφάλα.
Εκει θα καταληξω σκεφτηκα και αυτο δεν με γεμισε οργη, διολου με λυπη, μα αντιθετως με ελουσε με χαρα που μπορουσα κανοντας τουτη την σκεψη να σκαβω πιο βαθια και με περισσοτερο πεισμα, να σκαβω την μητερα γη. Νεκρος, οσο και αν θα το ηθελα δεν θα μπορουσα να διαμαρτηρηθω για το τίποτα, ουτε καν για την κακοτυχία μου. Και για φαντασου, ξανα για κακιά μου τύχη, ως και στο τέλος, ενας νυχτοφυλακας του νεκροτομειου λιγο ανωμαλος, να ασελγουσε στο παγωμένο μου κορμι ή να του έλεγε ο σωας στα φρένα συναδελφός, μην το κάνεις, είναι απλΑ ενας νεκρός; Σε καθε περιπτωση ο πρωτος θα απαντούσε ,το παραδεχομαι και το ξερω, μα και οι δυο τους μαζι θα φευγαν αγκαλιασμένοι για μπύρες, και τι θα μπορουσαν άλλο να μαθουν απο εμένα;

Thursday, December 17, 2009

pre-za



Ημασταν μια παρεα απο φωνακλαδες και μονο φωναζαμε. Ο ενας εκανε Oυυυυυυ, ο δευτερος Aααααα και ο τριτος φιλος, ο πιο φωνακλας εκανε Eεεε Ρεεεε Εεε. Εκανέ Εεεε, και μετα στραβωνε ξαφνου, και έλεγε "Ναι Ρεεεεε …Εεεεε". Μετα σηκωνε τις κάλτσες απ'τα άρβιλα, ορθονόταν απότομα σαν στρατιώτης και σιωπηλα παραμιλούσε για να σταθεί ξανα εκει, πιο μόνος απο πρίν. Ηταν ο αρχηγος μας και αν οχι αυτο, θαρρω πως τον σεβομασταν.
Καθομασταν σε μια πλατεια ολημερις και τιποτα δεν μας ενοιαζε απο τους περαστικους. Μονο ουρλιαζαμε σαν τα φρικια ή αν όχι σαν αυτα, απλά ουρλιάζαμε απο την φρίκη και τις ιστορίες που μας καρφονώταν. Το συντριβανι, τα περιστερια και οποιος περαστικος τολμουσε να διαβεί την πλατεια μας ηξερε. Μας αναγνωριζε και μονο ελεγε: "Ειναι… αυτοι… αυτοί είναι…"
Ένας δευτερος περαστικός έλεγε : "Ξέρεις ποιοι είναι αυτοι.. θα έπρεπε να ξέρεις.." και ένας τρίτος που εφευγε, πάντα ξεκαθάριζε " Δεν ξέρω τίποτα για αυτούς.. θα έπρεπε να το ξέρεις" , καθως απομακρινόταν βιαστικά με μια σακούλα ψώνια.
Εμεις οι τρεις, φιλοι, οσο ενωχλητικοι και να υπηρξαμε, συναμα ημασαταν και ενωτικοι. Δεν μας ένοιαζε το τι γινοταν σε αυτην την πλατεια περα απο το οτι ημασταν για τώρα εκει. Δεν φροντίζαμε την πλατεία, το ξέρω, μοναχά τους εαυτούς μας. Εμεις, μια παρεα αγνωστων, ειχαμε φτιαξει την φωλια μας για να γίνουμε και να γινόμαστε εφ'όρου ζωής.
Κατα καιρους καποιοι ήθελαν να μπουνε στην παρεα και εξίσου καποιοι άλλοι να μας διωξουν, μα τους περνουσαμε απο βαθυτατη εποπτεια. Γίνοταν συγχρονισμένα και οταν το καταλαβαίναμε γουρλωνε τα ματια μας συντροφικα! Σφίγγαμε τις γρωθιές μας και δεν είχαμε κάτι εκεί να σπάσει, ενω περιμέναμε. Τι θελετε απο εμας ρε μουνια και τετοιες ερωτησεις, τους καναμε, απο τα νευρα. Κατασκευάζαμε ταινίες, πολεμικές με νίντζα και γεράκια. Πόλεμος/ θα χάσουμε την πλατεία, μα γιατί!; . Σαν μια στρατευση επι του ανασφαλους και λαθος οφέλη, σαν μα την αποχώρηση που μολις ηρθε, αλλα γιατί να μας αναγκάσετε να κλαίμε;!. Ξανά για την επομενη σκοτεινη γωνεία, πριν καν δωθουν οι εξηγησεις ή και τα ντεσιμπελ. Τόσο πολύ φωνάζαμε, εμεις που ήμασταν και τόσο λίγοι!;
Πρωτος αποχωρουσε απο εμας ο τριτος, ο πιο φωνακλας.. σιγά σιγά.. Ο αρχηγός. Εμεις, οι υπολοιποι δυο, μεναμε και παλευαμε με τις φωνες μας. Ουρλιαζαμε και σκεφτομασταν για πρωτη φορά πραγματικά και τον τρίτο ως σκοπό. Και ας μας εγκατελειψε. Μα και ας μας εφτισε στα ίσα. Αυτο μας κρατουσε ενωμενους. Αν μπορούσαμε θα τους γαμούσαμε ή μπορεί ακομα και να τους σκοτώναμε. Όλους. Αρκει να μεναμε εμεις, για λίγο ακόμη στην πλατεία.

Sunday, December 13, 2009

internet




Για την Κατερίνα, που πλεον μετα απο όλα αυτα τα χρόνια,
ειμαι σίγουρος πως δεν με ανακάλυψε, δεν με διαβάζει.

Friday, December 11, 2009

ε;

εμεις μόλις και ηρθαμε απο εσας. Μας είδατε;